Charles Dickens: «Νυχτερινοί περίπατοι»

Charles Dickens: «Νυχτερινοί περίπατοι»

Μετά τον Aϊ-Βασίλη ο Κάρολος Ντίκενς είναι το πιο διάσημο πρόσωπο που έχει συνδεθεί με τις εορτές των Χριστουγέννων, λόγω της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας του. Πέραν αυτής, όμως, ο Ντίκενς έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την κοινωνία της εποχής του, εποχή της απάνθρωπης βιομηχανικής επανάστασης και απάνθρωπης, κυρίως, για τα παιδιά. Γιατί, ενώ ο πολιτισμός και οι μηχανές έρχονται να απαλλάξουν τον άνθρωπο από τη δυστυχία της σκληρής δουλειάς, αυτές οι ίδιες μετατρέπονται σε μηχανικά αφεντικά, υποκαθιστώντας τα αληθινά, από τα οποία πηγάζει μια άλλη μορφή δυστυχίας.

Όταν πέθανε ο Ντίκενς τον Ιούνιο του 1870, η εφημερίδα στην οποία ο ίδιος ήταν διευθυντής έγραψε ότι «αναμφίλεκτα ήταν ο μυθιστοριογράφος του αιώνα» και ότι «οι επερχόμενες γενιές» θα διαβάσουν στα έργα του «τον χαρακτήρα της ζωής τον 19ο αιώνα». Θεωρήθηκε ο πιο ευφάνταστος δημιουργός χαρακτήρων, με 2.000 πρόσωπα και μάλιστα σκιαγραφημένα με «μεγαλύτερη ένταση από ό,τι οι πραγματικοί άνθρωποι», όπως είπε ο Τ. Σ. Ελιοτ. Ο Ντίκενς από πολύ νωρίς είχε γίνει γνωστός σε Ευρώπη και σε Αμερική με τα μυθιστορήματά του Όλιβερ Τουίστ και Η ζωή και οι περιπέτειες του Νίκολας Νίκελμπι. Αργότερα τα μυθιστορήματά του έγιναν πιο μελαγχολικά, απεικονίζοντας μια εποχή της Αγγλίας που κανείς δεν θα ήθελε να θυμάται. Τέτοια έργα είναι ο Ζοφερός οίκος και τα Δύσκολα χρόνια, όταν η χώρα προσανατολίζεται στην εκβιομηχάνιση με οποιοδήποτε τίμημα. Ο Ντίκενς, έχοντας προσωπικά βιώματα, κατήγγειλε τη σκληρή πραγματικότητα με άρθρα του σε περιοδικά που διηύθυνε ο ίδιος. Τέσσερα από αυτά τα υπέγραψε ως «Uncommercial Traveler», δηλαδή αντιεμπορικός ταξιδιώτης και περιπατητής των δρόμων. Έλεγε μάλιστα ότι ταξιδεύει για λογαριασμό του Οίκου «Ανθρώπινο ενδιαφέρον και Σία». Περιπλανώμενος γύρω από το Κόβεν Γκάρντεν, που ήταν το σπίτι του, άλλοτε με προσδιορισμένο στόχο και άλλοτε χρονοτριβώντας εδώ κι εκεί σαν πλάνης και απόγονος κάποιου «ασυμμόρφωτου αλήτη», ανακατεύτηκε με τον κόσμο και είδε τα δεινά του, πολλά από τα οποία, βέβαια, είχαν αρχίσει να εξαλείφονται, όμως δεν μπορούσε να παραβλέψει αυτά που η πόλη είχε εξορίσει στις παρυφές της. Έτσι, από περιηγητής αναβαθμίστηκε σε κοινωνικό αναμορφωτή και ρομαντικό ρεαλιστή.

Στο πρώτο αφήγημα, «Νυχτερινοί περίπατοι», η αδυναμία του να κοιμηθεί τον βγάζει στους δρόμους, όπου μαθαίνει την «ανεστιότητα». Αποκτά συμπάθειες με ανθρώπους, παρατηρεί τους μεθυσμένους, τους καβγατζήδες, αυτούς που έχουν λίγα χρήματα στην τσέπη, τα οποία θα μετατραπούν σε αλκοόλ στην κοιλιά. Παρατηρεί τις στέγες που στάζουν, τα φαντάσματα των κρεμασμένων στη ζοφερή γέφυρα, το φριχτό ποτάμι, τα κτήρια σαν τυλιγμένα σε μαύρα σάβανα. Παρατηρεί επίσης την πύλη του Νιουγκέητ, από όπου περνούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο, τα εξαθλιωμένα πλάσματα κρεμασμένα στην αγχόνη. Στο Νοσοκομείο Βηθλεέμ μιλά με παραλοϊσμένους ανθρώπους που νόμιζαν πως είχαν «συναντήσεις» με πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας. Κι εδώ αναρωτιέται πάνω στο αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δικά τους όνειρα και στα δικά του. Τον συγκλονίζει το σκεπασμένο με κουρέλια παλικάρι που τρέμοντας από το κρύο κοιμόταν στο νεκροταφείο και οι μικροπωλητές της αγοράς που κοιμούνταν ανάμεσα στα λάχανά τους. Και καταλήγει: «στην έρημο της νύχτας ο ανέστιος πλάνης είναι ολομόναχος». 

Ο μεγάλος Άγγλος μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει τη συγκλονιστική του εμπειρία και στα εφτά αυτά δημοσιογραφικά κείμενα, και θα συμφωνήσουμε πως πράγματι αυτή την περίοδο της Αγγλίας κανείς δεν θα ήθελε να τη θυμάται.

Στο «Ξεστρατίζοντας», ένα πεινασμένο παιδί αγοράζει ένα μικρό λουκάνικο. Κι εκεί που ετοιμάζεται να το φάει έρχεται ένας σκύλος που του κάνει παιχνίδια και ελπίζει να τον κάνει φίλο. Ο σκύλος όμως του αρπάζει το λουκάνικο και εξαφανίζεται. Το αγόρι μεγαλώνει και μαθαίνει τι θα πει «κομπίνα», «κερδοσκοπία», «μαγειρεύω λογαριασμούς», «φουσκώνω μετοχές». Στους δρόμους του «Πτωχοκομείου του Γουάπιγκ», φτάνει στην κρεμαστή γέφυρα από την οποία αυτοκτονούν κοπέλες απελπισμένες. Στο άθλιο πτωχοκομείο βλέπει γυναίκες «σε κάθε στάδιο απελπισίας»· εξαθλιωμένες υπάρξεις, «ηλίθιες» και «διαταραγμένες», αυτές που πάθαιναν κρίσεις και «ανυπότακτες».

Στο «Ένα αστεράκι στα Ανατολικά», σε έναν λασπότοπο που τον κατοικούν εργάτες, ναυτεργάτες, αχθοφόροι, χαμάληδες και άλλοι εξαθλιωμένοι, όλοι άνεργοι, μπαίνει στα σπίτια τους και συζητά μαζί τους. Είναι άρρωστοι, τρώνε ξερό ψωμί και τσάι για κύριο γεύμα, ζουν μέσα στη βρόμα, σε άθλια σπίτια με νοίκι πανάκριβο και μόνιμη την απειλή της έξωσης. Για να μην κρυώνουν κοιμούνται στην ντουλάπα, γιατί δεν έχουν σκεπάσματα. Στο Νοσοκομείο Παίδων, άθλιο και αυτό, ένα ζευγάρι –γιατρός και νοσοκόμα– φροντίζουν ανιδιοτελώς τα παιδιά και ήταν ο γιατρός σαν τον ήρωα ενός έργου στο Παρίσι που είχε τίτλο «Γιατρός των παιδιών». Μια ανακούφιση μέσα στη γενική κατάθλιψη.

Στην «Περιπολία αρχαρίου» γίνεται μάρτυρας ενός παιδικού καβγά μέσα στις λάσπες· ένα «σύμπλεγμα από κουρέλια και χέρια και πόδια και χώμα», τα οποία εξαφανίστηκαν μόλις εμφανίστηκε ο αστυφύλακας που προσποιούνταν ότι δήθεν τα κυνηγά. Αλλού σώματα με ολοφάνερα τα σημάδια της σωματικής βίας, «πλάτες σημαδεμένες από πυρωμένο σίδερο και άλλα πατροπαράδοτα αξιοθέατα, επινοημένα από πνεύματα αισχρά και εκτελεσμένα από βάναυσα χέρια που με κάνουν να αναρωτιέμαι πώς και δεν έχουν ακόμα πέσει τα άστρα να μας πλακώσουν».

Στα «Πρακτορεία στοιχημάτων» θα συναντήσει τους «προφήτες» που είναι πρόθυμοι να ξεγελάσουν χωρίς καμιά τύψη τους κακόμοιρους πελάτες τους. Και το άρθρο καταλήγει στο πώς θα πρέπει να επιληφθεί η πολιτεία για να προστατέψει του ανόητους και αφελείς. Τέλος, στο «Εμπορευόμενοι το θάνατο» σχολιάζει τους «ανούσιους θεατρινισμούς» και τη σπατάλη για την κηδεία, η οποία γίνεται πολυτελώς σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Όμως ο Δούκας του Σάσεξ θέλησε να ταφεί στο νεκροταφείο του Κένσαλ Γκριν και όχι στον βασιλικό Τάφο, χωρίς τις παράτες και φανφάρες της δημόσιας κηδείας: «Ζητώ να μην ανατμηθώ και να μην ταριχευτώ, και επιθυμώ να προκαλέσω όσο το δυνατόν λιγότερη αναστάτωση». Για τεκμηρίωση της εμπορίας του θανάτου παραθέτει τις ανακοινώσεις-διαφημίσεις των γραφείων προς τους πελάτες που επιθυμούν να κλείσουν θέση, σαν να πρόκειται για θέατρο, για να παρακολουθήσουν την κηδεία του Δούκα του Ουέλιγκτον, τη δημοπράτηση των προσωπικών του αντικειμένων, την πρόκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για μια τούφα από τα μαλλιά του Δούκα και άλλα που κάνουν τον νεκρό να φαίνεται σαν καταναλωτικό είδος της αγοράς.

Ο μεγάλος Άγγλος μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει τη συγκλονιστική του εμπειρία και στα εφτά αυτά δημοσιογραφικά κείμενα, και θα συμφωνήσουμε πως πράγματι αυτή την περίοδο της Αγγλίας κανείς δεν θα ήθελε να τη θυμάται.

Τελειώνοντας, να επισημάνουμε την καλή μετάφραση του Ιάσωνος Καραχάλιου καθώς και την καλή εισαγωγή και τις σημειώσεις της Κατερίνας Σχινά.

 

Νυχτερινοί περίπατοι
Charles Dickens
Μετάφραση: Ιάσων Καραχάλιος
Παπαδόπουλος
144 σελ.
ISBN 978-960-569-248-3
Τιμή: €7,99
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: