Emma Donoghue: «Το θαύμα»

Emma Donoghue: «Το θαύμα»

Το ταξίδι δεν ήταν χειρότερο από ό,τι περίμενε. Τουλάχιστον στην αρχή του. Η Λιμπ, Αγγλίδα νοσοκόμα, όχι μια οποιαδήποτε νοσοκόμα αλλά μια νοσοκόμα εκπαιδευμένη από την ίδια τη Φλόρενς Νάτινγκεϊλ που ίδρυσε την πρώτη σχολή επαγγελματιών νοσοκόμων, βρίσκεται στην Ιρλανδία για να αναλάβει κάποιον ασθενή. Όταν δέχεται τη δουλειά δεν γνωρίζει τίποτα για τη φύση της εργασίας της, πέρα από το ότι τη χρειάζονται μόνο για δεκαπέντε ημέρες, γεγονός που δημιουργεί απορίες, αφού συνήθως κανείς δεν ξέρει ποια θα είναι η πορεία της αρρώστιας και πόσο καιρό μπορεί να απαιτηθεί νοσοκομειακή φροντίδα.

Η Λιμπ δέχεται τη δουλειά χωρίς ενθουσιασμό και η πρώτη της επαφή με τη χώρα δεν είναι θετική. «Ήταν ολοφάνερο ότι η ιρλανδική ενδοχώρα δεν ήταν παρά μια λακκούβα όπου λίμναζε η υγρασία: ο βαθουλωμένος κύκλος στο κέντρο ενός μικρού πιάτου». Ο αναγνώστης ανακαλύπτει σιγά σιγά, μαζί με τη Λιμπ, τόσο μια χώρα με «επίπεδα λιβάδια ριγωμένα από σκουρόχρωμη βλάστηση και μπαλώματα από καστανοκόκκινη τύρφη», όσο και τη φύση της δουλειάς της, που δεν μοιάζει με καμία από τις εργασίες που είχε μέχρι τότε αναλάβει.

Προσκεκλημένη όχι από μια οικογένεια όπως νόμιζε, αλλά από μια Επιτροπή, καλείται με τη συμβολή μιας καθολικής καλόγριας να επιβεβαιώσουν ένα θαύμα. Σε ένα φτωχόσπιτο, ένα εντεκάχρονο κορίτσι επιβιώνει επί μήνες χωρίς καθόλου φαγητό.

Για το χωριό της η μικρή Άννα αποτελεί ένα θαύμα. Ο γιατρός που την παρακολουθεί αρνείται να δει τα δείγματα υποσιτισμού του παιδιού, ο παπάς του χωριού δεν φαίνεται έτοιμος να ακούσει την εξομολόγησή της και όλο το χωριό το μόνο που φαίνεται να μπορεί και να θέλει να κάνει για να τη βοηθήσει είναι να προσεύχεταια ρκούν όμως οι προσευχές για να ζήσει ένα μικρό κορίτσι χωρίς φαγητό;

Η Λιμπ, ορθολογίστρια Αγγλίδα, χωρίς ίχνος από το θρησκευτικό συναίσθημα που διακατέχει τους Ιρλανδούς, αποφασίζει να αποκαλύψει την απάτη. Η ίδια και η καλόγρια θα πρέπει να έχουν επί δεκαπέντε ημέρες, επί είκοσι τέσσερις ώρες, σε συνεχή παρακολούθηση την εντεκάχρονη «μικρή ψεύτρα», διαπιστώνοντας αν η Άννα όντως δεν βάζει μπουκιά στο στόμα της, όπως ισχυρίζονται οι γονείς της.

Σε μια Ιρλανδία που λίγα μόλις χρόνια πριν είχε βιώσει τον λιμό από την καταστροφή της πατάτας, όπου χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν επειδή δεν είχαν τίποτα να φάνε, ένα κοριτσάκι στα ενδέκατα γενέθλιά του αποφασίζει να απέχει από την τροφή. Και παρ’ όλα αυτά, τέσσερις μήνες μετά εξακολουθεί να ζει, ενώ στο σπίτι του συρρέουν άνθρωποι από μακριά προκειμένου να αγγίξουν τη μικρή «αγία». «Είθε να μην πέσει ποτέ πάγος στις πατάτες σου, ούτε σκουλήκι στα λάχανά σου» – η παλιά ιρλανδέζικη ευχή που παρατίθεται στην αρχή του βιβλίου, μια ευχή που έχει να κάνει με την αποτροπή της πείνας, δεν φαίνεται να αγγίζει την Άννα που αρκείται σε λίγες γουλιές νερό τη μέρα.

Η συγγραφέας εισάγει σιγά σιγά τον αναγνώστη στην ιστορία. Δεν του δίνει στοιχεία ότι θα έχει να αντιμετωπίσει ένα μυστήριο. Η νοσοκόμα, όταν φτάνει στην Ιρλανδία, είναι απλώς έτοιμη να ξεσκεπάσει μια κοροϊδία και να γυρίσει γρήγορα πίσω στο νοσοκομείο όπου εργάζεται κανονικά. Στο νοσοκομείο και στη μάλλον πληκτική ζωή που άφησε πίσω της. Η Λιμπ δεν έχει φίλους, δηλώνει χήρα, δεν έχει κανέναν να νοιάζεται και να τη νοιάζεται. Όλες τις οι αναφορές είναι στη δασκάλα της, η οποία την εκπαίδευσε με αυστηρότητα. Οι πιο έντονες αναμνήσεις της πηγάζουν από τον πόλεμο της Κριμαίας, εκεί όπου η δασκάλα της έλεγε ότι ήταν το βασίλειο της Κόλασης και πως η δουλειά τους ήταν να τραβήξουν λίγο πιο κοντά στον Παράδεισο. Εκεί όπου πρόσφερε τις υπηρεσίες της σε άντρες στους οποίους αναγκάζονταν να κάνουν εγχειρήσεις με αναισθητικά που δεν έφταναν να τους κρατήσουν αναίσθητους μέχρι το τέλος της εγχείρησης και που δεν δικαιούνταν ούτε κουτάλι για να φάνε. Κι όμως, αυτή η ανάμνηση, με το ένα κουτάλι με το οποίο έπρεπε να ταΐσουν 100 άνδρες, φαίνεται να παίζει κάποια στιγμή κομβικό ρόλο στην ιστορία. Η δασκάλα της είχε πάρει την υπόθεση στα χέρια της και το ίδιο νιώθει ότι πρέπει να κάνει και η Λιμπ. Κάποια στιγμή απλώς δεν μπορείς να ακολουθήσεις τις οδηγίες.

Η Λιμπ, χωρίς να το θέλει, υποκύπτει σιγά σιγά στη γοητεία του κοριτσιού. Ενός μικρού παιδιού που ζει βυθισμένο στις προσευχές του, που αντί με κούκλες παίζει με εικόνες αγίων. Ψαλμοί διατρέχουν σχεδόν κάθε σελίδα που αναφέρεται στην Άννα, η οποία φαίνεται ότι κρύβει κάποιο μυστικό. Αφορά όμως το μυστικό σε κάποια κρυφή σίτιση ή σε κάτι άλλο;

Η συγγραφέας, Ιρλανδέζα η ίδια, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με έντονα συναισθήματα, με εντυπωσιακές περιγραφές. Ο αναγνώστης χωρίς να το καταλάβει «παγιδεύεται» στην ιστορία και αγωνιά για την έκβασή της. Οι υπαινιγμοί δεν είναι φανεροί. Ένας δρόμος που ακολουθεί η Λιμπ σε μια βόλτα της στο χωριό. Ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά. Ένας δρόμος ο οποίος φτιάχτηκε μόνο και μόνο για να μη δώσουν φιλανθρωπία οι καλοί Άγγλοι στους τεμπέληδες Ιρλανδούς αλλά να τους δώσουν δουλειά. Ένας δρόμος για την κατασκευή του οποίου πέθαναν άνθρωποι από τις κακουχίες.

Για το χωριό της η μικρή Άννα αποτελεί ένα θαύμα. Ο γιατρός που την παρακολουθεί αρνείται να δει τα δείγματα υποσιτισμού του παιδιού, ο παπάς του χωριού δεν φαίνεται έτοιμος να ακούσει την εξομολόγησή της και όλο το χωριό το μόνο που φαίνεται να μπορεί και να θέλει να κάνει για να τη βοηθήσει είναι να προσεύχεται.

Αρκούν όμως οι προσευχές για να ζήσει ένα μικρό κορίτσι χωρίς φαγητό; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει η συγγραφέας, η οποία έχει εμπνευστεί, όπως αναφέρεται στη σημείωση του βιβλίου, από τις πενήντα περίπου ιστορίες των λεγόμενων Νηστευτριών για τις οποίες έλεγαν ότι μπορούσαν να περάσουν μεγάλες περιόδους χωρίς τροφή.

Ποιος είναι ο ρόλος μιας νοσοκόμας όταν διαπιστώνει ότι η ασθενής της αργοπεθαίνει και δεν της επιτρέπεται να αποτρέψει την πορεία αυτή; Θα πρέπει να την υποχρεώσει να φάει διά της βίας, όπως υποδεικνύει κάποιος ξενομερίτης γιατρός; «Αυτό για το οποίο μας προσέλαβαν, κυρία Ράιτ. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο». Θα της υποδειχθεί ως καθήκον της από την καθολική καλόγρια.

Άραγε μπορεί να αλλάξει η ίδια η νοσοκόμα μέσω της παρακολούθησης της νηστείας και της επιμονής της μικρής εντεκάχρονης; Πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτή τη χήρα, που δεν φαίνεται όμως να έχει γνωρίσει τον έρωτα, ένας δημοσιογράφος αποφασισμένος να γράψει την ιστορία; Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος της αδελφής, καλόγριας, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη μισή παρακολούθηση;

Η Έμα Ντόναχιου δίνει μια εντυπωσιακή έξοδο στο μυθιστόρημα, το οποίο ξεκινάει ήπια και εξελίσσεται σε θρίλερ. Η ιρλανδική εξοχή, η αδιάκοπη βροχή, το πράσινο και η λάσπη αρχίζουν να φαίνονται όμορφα στα μάτια του αναγνώστη, αλλά και μια φυλακή από την οποία είναι πολύ δύσκολο να ξεκολλήσεις. Ο μόνος τρόπος να ελευθερωθείς ίσως είναι να αφήσεις πίσω σου ό,τι ήσουν και να αναγεννηθείς σε κάτι νέο. Ο αναγνώστης νιώθει λυτρωμένος με την ολοκλήρωση του βιβλίου και είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να ξεχάσει του ήρωές του. Ένα βιβλίο που σε προβληματίζει πολύ καιρό αφού το έχεις κλείσει. Ένα βιβλίο που νιώθεις όμορφα να το έχεις στη βιβλιοθήκη σου.

 

Το θαύμα
Emma Donoghue
Μετάφραση: Ρηγούλα Γεωργιάδου
Παπαδόπουλος
360 σελ.
ISBN 978-960-569-729-7
Τιμή: €16,99
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Margaret Atwood: «Η καρδιά πεθαίνει τελευταία»

Τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ πάντα τα περιμένουν με ανυπομονησία οι φανατικοί αναγνώστες της και ποτέ δεν τους απογοητεύει. Το τελευταίο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: