Jerome K. Jerome: «Τρεις σε μια βάρκα»
Jerome K. Jerome: «Τρεις σε μια βάρκα»

Jerome K. Jerome: «Τρεις σε μια βάρκα»

Ανοίγεις το βιβλίο του Jerom K. Jerom Τρεις σε μια βάρκα (χωρίς να υπολογίσουμε τον σκύλο) που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος, και πιάνεις τον εαυτό σου να χαχανίζει σχεδόν σε κάθε γύρισμα σελίδας. Προτείνεται λοιπόν το διάβασμα του βιβλίου σε χώρους όπου δεν θα μπορούσαν να σας παρεξηγήσουν, παρεξήγηση που θα μπορούσε να προκύψει και από το εμπνευσμένο εξώφυλλο του Θάνου Κακολύρη, που παραπέμπει σαφώς σε αναγνώστες μειωμένης σοβαρότητας.

Ο Άγγλος συγγραφέας, που γεννήθηκε το 1859 στην κεντρική Αγγλία και βίωσε την πτώχευση της οικογένειάς του, είδε την αστεία πλευρά της καθημερινότητας, αυτή που δεν μπορούμε να δούμε οι περισσότεροι σήμερα, και τη μετέδωσε με τρόπο που να μας κάνει να γελάμε 130 χρόνια μετά. Αφορμή οι περιπέτειες τριών νεαρών Άγγλων της καλής κοινωνίας της εποχής, που τίποτα κοινό δεν έχουν μαζί μας. Η ανθρώπινη όμως φύση προφανώς μοιάζει, σε όλες τις χρονικές περιόδους και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Όπως, για παράδειγμα, δεν έχει σημασία αν κάποιος ψαρεύει στον Τάμεση ή στο Αιγαίο, αν το έκανε το 1890 ή το 2017, η ανάγκη να περηφανευτεί για την ψαριά του παραμένει η ίδια.

«Ορισμένοι έχουν την εντύπωση πως το μόνο που απαιτείται για να γίνει κάποιος καλός ψαράς είναι η ικανότητα να λέει ψέματα με άνεση και χωρίς να κοκκινίζει. Πρόκειται περί λάθους. Η θρασεία μυθοπλασία είναι άχρηστη. Αυτό το κάνει και το τελευταίος ατζαμής. Ο έμπειρος ψαράς φαίνεται στις περιφερειακές λεπτομέρειες, στις καλλωπιστικές πινελιές του πιθανού, στη γενική αύρα της επιμελούς –σχεδόν εκνευριστικής– αληθοφάνειας».

Ο συγγραφέας λοιπόν περιγράφει βήμα βήμα την τέχνη τού να λες με μέθοδο τα αλιευτικά ψέματα. Απλό και ωραίο στη σύλληψη και την εφαρμογή βρίσκει και κάποιο σχέδιο που επινόησε ένας ψαράς και προτάθηκε μάλιστα η υιοθέτησή του και από την Επιτροπή της Ένωσης Ψαράδων του Τάμεση. Αυτό έγκειται στο να μετράς κάθε ψάρι για δέκα, θεωρώντας ότι έχεις άλλα δέκα εξαρχής. Αυτό το σύστημα έχει τη βάση του στο γεγονός ότι ποτέ δεν πρόκειται να πιάσεις κάτω από δέκα ψάρια.

Η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο και ο αναγνώστης παίρνει τον ρόλο του ακροατή, νιώθοντας ότι ακούει και όχι ότι διαβάζει τη διήγηση, ενώ ο συγγραφέας διηγείται το κάθε περιστατικό με άκρα σοβαρότητα, χωρίς να αφήνει τον ακροατή του να υποψιαστεί ότι νιώθει πως περιγράφει αστείες καταστάσεις.

«...καθ' όλη τη διαδικασία αυτή, μας σκυλόβριζαν – και όχι με τις συνηθισμένες βρισιές του συρμού, αλλά με μακροσκελείς, προσεκτικά δομημένες, ολοκληρωμένες βρισιές, που περιέκλειαν το σύνολο της σταδιοδρομίας μας και προχωρούσαν έως και το απώτερο μέλλον και συμπεριελάμβαναν όλο μας το σόι ενώ κάλυπταν και όλα όσα συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μαζί μας – καλές βρισιές, με περιεχόμενο».

Η παραπάνω περιγραφή καθιστά περιττή την αναγραφή οποιασδήποτε βρισιάς «ονομαστικά», ανάγοντας τις βρισιές σε κάτι σχεδόν ποιητικό, αφήνοντας τη φαντασία του αναγνώστη ελεύθερη να υποθέσει το ακριβές περιεχόμενό τους.


«...καθ' όλη τη διαδικασία αυτή, μας σκυλόβριζαν – και όχι με τις συνηθισμένες βρισιές του συρμού, αλλά με μακροσκελείς, προσεκτικά δομημένες, ολοκληρωμένες βρισιές, που περιέκλειαν το σύνολο της σταδιοδρομίας μας και προχωρούσαν έως και το απώτερο μέλλον και συμπεριελάμβαναν όλο μας το σόι ενώ κάλυπταν και όλα όσα συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μαζί μας – καλές βρισιές, με περιεχόμενο».

Σε άλλο σημείο του βιβλίου βρισκόμαστε και πάλι απέναντι στη φαντασία του ανθρώπου μπροστά σε ένα υβρεολόγιο. Αφορμή η περιγραφή για το τι γίνεται όταν ο Μονμόρενσι, ο σκύλος της ιστορίας, συναντάει γατί. «Τότε το μαθαίνει όλη η γειτονιά και το υβρεολόγιο που καταναλίσκεται σε δέκα δευτερόλεπτα θα αρκούσε για να περάσει ένας κανονικός, αξιοπρεπής άνθρωπος ολόκληρη τη ζωή του, με κάποια σύνεση».

Αφορμή της ιστορίας η αναχώρηση τριών φίλων για ολιγοήμερες διακοπές με βάρκα στον Τάμεση, παρέα με τον σκύλο του ενός. Μια αφορμή για να περιγραφεί η συνηθισμένη από ό,τι φαίνεται για την εποχή ψυχαγωγία της βαρκάδας, τα τοπία της αγγλικής εξοχής, η ιστορία των παραποτάμιων περιοχών, ποταμίσια κουτσομπολιά, το θέμα της τύχης και των συμπτώσεων και, πάνω απ’ όλα, χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η περιγραφή του πακεταρίσματος των πραγμάτων για το ταξίδι, το μοίρασμα των εργασιών, η αίσθηση του καθενός ότι κάνει περισσότερα από τους άλλους και ότι αυτός έχει πάντα δίκιο, το πώς φαίνονται τα πράγματα όταν είσαι πεινασμένος και όταν έχεις απολαύσει ένα ωραίο δείπνο, όλες σχεδόν οι καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωες θυμίζουν στον αναγνώστη κάτι που έχει ζήσει κάποια στιγμή και ο ίδιος. Ίσως βέβαια να μην το έπαιρνε τόσο στωικά όσο ο συγγραφέας εάν διαπίστωνε ότι είχε πακετάρει κάτω κάτω την οδοντόβουρτσά του και δεν μπορούσε να πλύνει τα δόντια του μέχρι να φύγει για το ταξίδι. Ή να μην είχε διάθεση να διηγηθεί τη φορά που επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο μια κονσέρβα ανανά και είχε μεν την κονσέρβα δεν είχε όμως το ανοιχτήρι και η κονσέρβα αρνιόταν να ανοίξει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, όσο και να τη χτύπαγε σε ό,τι αιχμηρό έβρισκε μπροστά του.

Όσο δε για το ποιος δουλεύει περισσότερο, όλοι έχουμε νιώσει συχνά ότι κάνουμε περισσότερη δουλειά από όση μας αναλογεί. «Δεν διαφωνώ με τη δουλειά – να το ξεκαθαρίσω αυτό. Η δουλειά μ' αρέσει. Με συναρπάζει. Μπορώ να κάθομαι να την κοιτάζω με τις ώρες. Για μένα, δεν υπάρχει "υπερβολικά πολλή δουλειά", η συσσώρευση δουλειάς μού έχει γίνει κάτι σαν πάθος: το γραφείο μου είναι τόσο γεμάτο από δουλειές, που σχεδόν δεν μένει ούτε εκατοστό ελεύθερο για μένα. Και επίσης, είμαι με τη δουλειά μου πολύ προσεχτικός. Να, ας πούμε, κάποιες από τις δουλειές που έχω να κάνω τώρα, βρίσκονται στην κατοχή μου εδώ και χρόνια... Στη βάρκα, παρατήρησα εξαρχής ότι το κάθε μέλος του πληρώματος τρέφει την έμμονη ιδέα πως αυτός κάνει τα πάντα».

Η τεμπελιά και η δουλειά αναλύονται αρκετά εξονυχιστικά μέχρι που ο αφηγητής διαπιστώνει ότι μάλλον υποφέρει από το συκώτι του, μια και αυτή η πάθηση είναι που φέρνει μια κόπωση και μια απροθυμία για εργασία.

Ο αναγνώστης παίρνει μια ιδέα για το τι θα διαβάσει στο κάθε κεφάλαιο από μερικά αρχικά συνοπτικά σχόλια, όπως: «... – Η ατμοκίνητη λάντσα, χρήσιμες συνταγές παρενόχλησης και παρακώλυσής της. – Αρνούμαστε να πιούμε το ποτάμι. – Ένα γαλήνιο σκυλί. – Η παράξενη εξαφάνιση του Χάρις και μιας πίτα».

Από την ιστορία φαίνεται ότι ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσεις πραγματικά τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου είναι να πας μαζί του μια βόλτα με βάρκα. «Οι πιο μειλίχιοι άνθρωποι, στη στεριά, γίνονται βίαιοι και αιμοδιψείς όταν βρίσκονται σε βάρκα... Μικρές αναποδιές που ούτε θα τις πρόσεχες στη στεριά, μπορούν να σε κάνουν έξαλλο από οργή όταν συμβαίνουν στο νερό... Ο αέρας του ποταμιού λειτουργεί κάπως αρνητικά για τα νεύρα».

Κάπως έτσι και συχνά με ένα υβρεολόγιο που σου παγώνει το αίμα, το ταξίδι επισπεύδεται και οι ήρωες πίνουν στους «Τρεις εκτός βάρκας», ενώ ο Μονμόρενσι, ο σκύλος που δεν υπολογίστηκε στον τίτλο, επικροτεί την απόφαση για επιστροφή στον πολιτισμό.

 

Τρεις σε μια βάρκα
(χωρίς να υπολογίζουμε τον σκύλο)
Jerome K. Jerome
Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Παπαδόπουλος
241 σελ.
ISBN 978-960-569-652-8
Τιμή: €8,99

001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας  

#1 Μιχάλης Μοδινός 08-06-2017 11:54
Θαυμάσιο κείμενο για ένα έξοχο βιβλίο, με λυτρωτικό για τους δύσκολους καιρούς χιούμορ,
Μ.Μοδινός
Παράθεση

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Margaret Atwood: «Η καρδιά πεθαίνει τελευταία»

Τα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ πάντα τα περιμένουν με ανυπομονησία οι φανατικοί αναγνώστες της και ποτέ δεν τους απογοητεύει. Το τελευταίο της βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: