A+ A A-

Hélène Grémillon: «Εξομολόγηση» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Εξομολόγηση Ελέν Γκρεμιγιόν μετάφραση: Βάσω Νικολοπούλου, Κλεονίκη Dougé Gema


Είθισται ένας συγγραφέας να αρχίζει την αφήγησή του με μια επιστολή που έλαβε, δήθεν τυχαία ή απρόσμενα. Με κάτι που ανακάλυψε θαμμένο από χρόνια σ’ ένα ντουλάπι. Με μια ανάμνηση ή κάτι, τέλος πάντων, που θα δώσει τη δυναμική κλοτσιά στην ανέμη και η κόκκινη κλωστή της ιστορίας θα ξεδιπλωθεί. Πολλές φορές, επίσης, αρχίζουν όλα όχι από την αρχή – άλλες φορές από το τέλος και άλλες φορές από τη μέση. Και μπορεί το εδώ και τώρα της αφήγησης να είναι στο «σήμερα», αλλά ο αφηγητής να πρέπει να ταξιδέψει στο παρελθόν, για να αντλήσει από εκεί τα ρινίσματα του μετάλλου του. Κι έναν κόκκος συχνά αρκεί για να ανοίξει τον ασκό των αναμνήσεων και ο αφηγητής, ενδοδιηγητικός σ’ αυτή την περίπτωση, θα μπει μέσα στην ιστορία και θα γίνει μέρος της. Μπορεί όμως να παραμείνει απέξω σαν θεός δημιουργός και να παρακολουθεί αμέτοχος τις εξελίξεις, γνωρίζοντας, ωστόσο, τα πάντα.

Στο βιβλίο της Ελέν Γκρεμιγιόν, ο τίτλος Εξομολόγηση μας ειδοποιεί ότι η αφηγήτρια, η Καμίγη, θα μπει στον λαβύρινθο για να πιάσει από τα κέρατα τον μινώταυρο της ιστορίας, την ημέρα του θανάτου της μητέρας της. Και από τότε ο χρόνος θα κάνει άλμα προς τα πίσω, για να φτάσει στην ημέρα που πέθανε ο πατέρας της. Σαν ήρωας ή σαν αυτόχειρας; Κύριος οίδεν και τα δύο ισχύουν. Και το θέμα του βιβλίου εξελίσσεται σε δύο επίπεδα και όλα συμβαίνουν εις διπλούν, σαν να διαβάζουμε δύο διαφορετικά έργα. Η αλλαγή επιπέδου καθίσταται ευδιάκριτη, λόγω γραμματοσειράς εξωτερικά, αλλά και λόγω προσώπων, εσωτερικά. Γιατί τα πρόσωπα κάτι τα συνδέει, το οποίο όμως δεν μας αποκαλύπτεται και ούτε πρόκειται να αποκαλυφθεί εύκολα ή γρήγορα. Το ένα χρονολογικό επίπεδο είναι το 1975 και το άλλο, τριάντα πέντε χρόνια πριν, πάνω-κάτω, το οποίο προκύπτει από το γράμμα, ή καλύτερα τα γράμματα, τα οποία λαβαίνει κάθε εβδομάδα η Καμίγη. Η γέφυρα επικοινωνίας των δύο επιπέδων, λοιπόν, είναι αυτά τα γράμματα, στα οποία γίνεται λόγος για την Αννί και τον Λουί, πρόσωπα που η Καμίγη αγνοεί. Στο διαρκές μπες-βγες στο εναλλασσόμενο θεματικό και χρονικό επίπεδο, οι πληροφορίες, που διά της αλληλογραφίας παρέχουν στοιχεία με το σταγονόμετρο, υφαίνουν πέπλο μυστηρίου αδιαφανή, που μάλλον σύγχυση προξενούν στην ενδιαφερόμενη και στον αναγνώστη, εννοείται. Παράλληλα, προξενούν αδημονία και ψυχική ένταση.

Το βιβλίο διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον, τόσο σαν αδιέξοδη ερωτική ιστορία, όσο και σαν πολύπλοκη ψυχολογική και σαν πικρή κοινωνική αλλά και, λόγω μυστηρίου, σαν αστυνομική, που ζητά τη λύση και την ερμηνεία της.

Συγκεκριμένα, στην αρχή, έπειτα από μια σύντομη εισαγωγή, η συγγραφέας-αφηγήτρια παίζει μεταξύ πλασματικής ιστορίας (ενός εσωτερικού μονολόγου/διαλόγου, εν νω και φαντασία στημένου, που δεν έγινε ποτέ) και πραγματικότητας, με έναν κύριο με το «στραβό στόμα» που βγαίνει στο προσκήνιο, αλλά δεν είπε τίποτα ο άνθρωπος. Από τα συλλυπητήρια γράμματα ένα, το παραφουσκωμένο που δεν έμοιαζε, άλλωστε, με συλλυπητήριο, θα αποτελέσει την άκρη του πολύ μπερδεμένου μίτου της ιστορίας.

Η Καμίγη διαβάζει στα γράμματα ότι η Αννί και ο Λουί, τους οποίους αγνοεί, μεγαλώσανε από παιδιά μαζί, πήγαιναν στην εκκλησία μαζί, κολυμπούσαν στη λίμνη μαζί, παίζανε μαζί, εκείνος της έπαιρνε τις κορδέλες της, εκείνη έμοιαζε με πορσελάνινη κούκλα, είχε άσθμα και της άρεσε να ζωγραφίζει. Και ερωτεύτηκαν. Μετά χάθηκαν, τα χρόνια πέρασαν και ξανασυναντήθηκαν. Ο Λουί την αγαπά ακόμα και θα ήθελε να της κάνει έρωτα, εκείνη του εξομολογείται πως ήταν ο πρώτος που φίλησε και άλλα πολλά, σαν να του λέει πως κι εκείνη είναι ερωτευμένη, αλλά κάτι μυστηριώδες εμποδίζει τη φυσιολογική εξέλιξη.

Εξομολόγηση Ελέν Γκρεμιγιόν μετάφραση: Βάσω Νικολοπούλου, Κλεονίκη Dougé Gema

Η Αννί τού εξομολογείται πως συμπαραστεκόταν στην κυρία Μ. που τη βοηθούσε στη ζωγραφική, που ήταν ανήμπορη, που «αυτομαστιγωνόταν», που διαφωνούσε με τον άντρα της, που δεν μπορούσε να κάνει παιδί και τότε εκείνη προσφέρθηκε να το κάνει αντ’ αυτής με αντάλλαγμα τα μαθήματα ζωγραφικής. Η μία προσέφερε στην άλλη αυτό που επιθυμούσε. Μόνο που όταν γεννήθηκε η Λουίζ, η Αννί δεν ήθελε πια να τη δώσει στην κυρία Μ. η οποία, ωστόσο, της την πήρε και την έδιωξε, διότι ήταν ανεπιθύμητη και ενοχλητική πλέον. Έκτοτε η Αννί έναν στόχο είχε: να πάρει πίσω το παιδί της. Όλα αυτά τα εξομολογείται στον Λουί. Εν τω μεταξύ, έχει ξεσπάσει ο πόλεμος και έχουν καταλάβει οι Γερμανοί το Παρίσι, οπότε όλα αποκτούν μια ακόμη δυσκολία στο να χαθούν άνθρωποι ή να βρεθούν αυτοί που έχουν χαθεί, όπως οι γονείς της.

Το μυθιστόρημα εξελίσσεται και σαν αστυνομικό και σαν θρίλερ, κρατά ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη και ακονίζει την περιέργειά του να δει την κατάληξη και, κυρίως, ποια είναι η σχέση της Αννί με την Καμίγη ή με τη Λουίζ. Η Λουίζ (η κόρη της Αννί) γεννήθηκε στις 16 Μαΐου 1940. «Εγώ γεννήθηκα στις 28 Ιουνίου του 1940». Ενάμιση μήνα μετά τη Λουίζ. Ποια είναι η σχέση αυτών των γυναικών; Και ποιος είναι ο αποστολέας των γραμμάτων; Γιατί δεν αποκαλύπτεται και γιατί δεν λέει όλα αυτά που έχει να πει; Η Καμίγη είναι εκδότρια. Μήπως, λοιπόν, κάποιος της στέλνει το βιβλίο του σε δόσεις για να την αναγκάσει να το διαβάσει, πράγμα που είναι πολύ φυσικό να μην έκανε, αν το είχε ολόκληρο στα χέρια της; Ή μήπως η αλήθεια είναι τόσο τρομερή, που ο αποστολέας της προλειαίνει το έδαφος για να την προετοιμάσει σιγά σιγά να ακούσει κάτι πολύ σοβαρό; Και μια σκέψη ακόμα. Μήπως τα γράμματα απευθύνονται σε κάποια άλλη Καμίγη και από λάθος καταλήγουν σ’ αυτήν; Η έρευνά της, ωστόσο, δεν καταλήγει σε κάποια άκρη για τη λύση του μυστηρίου, οπότε λέει τη μυστηριώδη φράση: «Καμιά άλλη Καμίγη στον ορίζοντα! Τόσο το χειρότερο για τον Λουί, θα συνέχιζε να γράφει χωρίς λόγο». Ο Λουί, λοιπόν, από την ενότητα του παρελθόντος γράφει γράμματα στην Καμίγη του παρόντος και, με τέχνασμα που υπερβαίνει και τη λογική και τον χρόνο, η συγγραφέας μπήκε και βγήκε σαν αστραπή στον κόσμο τον πραγματικό, ονοματίζοντας τον Λουί, του οποίου την ύπαρξη αγνοεί. Και ιδού το παράδειγμα του συγγραφέα-αφηγητή-θεού. Λύθηκε το μυστήριο; Όχι.

Το βιβλίο διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον, τόσο σαν αδιέξοδη ερωτική ιστορία, όσο και σαν πολύπλοκη ψυχολογική και σαν πικρή κοινωνική αλλά και, λόγω μυστηρίου, σαν αστυνομική, που ζητά τη λύση και την ερμηνεία της.

Εξομολόγηση
Ελέν Γκρεμιγιόν
μετάφραση: Βάσω Νικολοπούλου, Κλεονίκη Dougé
Gema
248 σελ.
ISBN 978-960-6893-30-8
Τιμή € 14,92
001 patakis eshop

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα.

 

 

Διαβάστε επίσης
ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Λιντί Σαλβέρ: «Μην κλαις» κριτική της Έρικας Αθανασίου

Πόσο εύκολο είναι να γράψεις για την πιο σημαντική ανάμνηση της μητέρας σου, όταν αυτή δεν αφορά εσένα; Όταν αυτό που έχει μείνει κυρίως στη μνήμη της είναι ένα καλοκαίρι πολύ πριν γεννηθείς εσύ, με...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Hanya Yanagihara: «Λίγη ζωή» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Η Χάνια Γιαναγκιχάρα (1975), κάτοικος της Νέας Υόρκης, με πατέρα από τη Χαβάη και μητέρα από την Κορέα, θεωρείται ένα από τα ανερχόμενα αστέρια της αμερικανικής λογοτεχνίας. Εργάστηκε σε περιοδικά...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Emir Kusturica: «Ξένος μες στον γάμο» κριτική του Σιδέρη Ντιούδη

Οι σινεφίλ και οι fan του βαλκανικού κινηματογράφου τον γνωρίζουν απ’ το σπουδαίο κινηματογραφικό του έργο και από ταινίες όπως Ο καιρός των Τσιγγάνων, Underground και Μαύρη γάτα – Άσπρος γάτος. O λόγος...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr