A+ A A-

Στέφαν Τσβάιχ: «Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Στέφαν Τσβάιχ: «Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ
Ο Ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ μάς επισκέπτεται με εννέα ιστορίες, με ξεχωριστό ενδιαφέρον η κάθε μία και με την ίδια γοητεία όλες. Η Γιώτα Λαγουδάκου, που κάνει τη μετάφραση, παραθέτει και εισαγωγή με συνοπτικό εργοβιογραφικό του συγγραφέα. Ο Στέφαν Τσβάιχ γεννήθηκε στη Βιέννη, στις 28 Νοεμβρίου 1881, και αυτοκτόνησε μαζί με τη γυναίκα του στην Πετρόπολη της Βραζιλίας, στις 23 Φεβρουαρίου 1942, από απελπισία για το πού οδεύει ο κόσμος με την άνοδο του ναζισμού. Η μεταφράστρια μνημονεύει τη σχέση του πολυμεταφρασμένου και πολυδιαβασμένου, ανθρωπιστή και ειρηνιστή με τον Φρόιντ, σχολιάζει τους χαρακτήρες του που «ταλανίζονται από εμμονές, από αμφιθυμίες, από εντάσεις και ολέθρια πάθη», κάνει λόγο για τις υψηλές πνευματικές ηθικές αξίες στα έργα του, αλλά και για τον εκούσιο θάνατο, όταν ακυρώνεται η προσωπικότητα του ανθρώπου από τις κοινωνικές δομές, χάνεται η ευτυχία και διαψεύδονται οι προσδοκίες. Επισημαίνει ότι άνθρωποι που φτάνουν στην αυτοκτονία είναι άλλοτε εξαιρετικά εσωστρεφείς, άλλοτε εξωστρεφείς και ευφυείς, με οριακό και καθοριστικό σημείο την «υπαρξιακή ακύρωση» και την «υποχρεωτική μετατόπιση του υπαρξιακού κέντρου βάρους». Στα χαρακτηριστικά της γραφής του Τσβάιχ, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει την κλιμάκωση του συναισθήματος, την κορύφωση της εσωτερικής πάλης, το αίσθημα της ντροπής και της υπακοής στους άγραφους κοινωνικούς νόμους. Τα ανθολογημένα διηγήματα δίνουν μια συνολική εικόνα του έργου του μεγάλου δημιουργού και είναι γραμμένα από το 1900 έως το 1940.

Για την οικονομία του θέματος, θα σχολιάσω τη «Λεπορέλα» διότι με κεντρίζει ο τίτλος. Η Λεπορέλα ακούγεται ως θηλυκό του Λεπορέλο, ο οποίος είναι ο πιστός υπηρέτης του Ντον Τζιοβάνι (Δον Ζουάν) του Μότσαρτ, που τον βοηθά στις ερωτικές του περιπέτειες. Στη συνέχεια του διηγήματος θα διαπιστώσουμε ότι ισχύει το nomen omen, ότι το όνομα, δηλαδή, είναι σημείο και δηλώνει κάτι.

Στα χαρακτηριστικά της γραφής του Τσβάιχ, μεταξύ άλλων, συγκαταλέγει την κλιμάκωση του συναισθήματος, την κορύφωση της εσωτερικής πάλης, το αίσθημα της ντροπής και της υπακοής στους άγραφους κοινωνικούς νόμους. Τα ανθολογημένα διηγήματα δίνουν μια συνολική εικόνα του έργου του μεγάλου δημιουργού και είναι γραμμένα από το 1900 έως το 1940.

Η Λεπορέλα, δηλαδή η Κρεσέντσια Άννα Αλουίζια Φινκενχούμπερ, είναι η ηρωίδα της κακιάς ώρας, με όλα τα εμφανισιακά και κοινωνικά χαρακτηριστικά προβληματικά. Εξώγαμο παιδί (για την εποχή εκείνη...), αλογίσια εμφάνιση, αργοκίνητη σκέψη, ζωώδη συμπεριφορά, αγράμματη, αδιάφορη, αγέλαστη, υπηρέτρια από τα δώδεκα χρόνια της, χωρίς καμιά θηλυκότητα, με σκληρή φωνή και με μόνο ενδιαφέρον τα χρήματα. Ό,τι πρέπει για να υπηρετεί σαν ζώο τον αφέντη της, αρκεί να αποταμιεύει στο μικρό κουτάκι-θησαυροφυλάκιό της. Μέχρι τα τριάντα εφτά χρόνια της δούλευε στο Τιρόλο κι έπειτα πείστηκε να φύγει για τη Βιέννη, για να δουλέψει σ’ ένα αρχοντόσπιτο. Ο αφέντης, βαρόνος, νιόπαντρος, με πολλά χρέη, παραμελεί την πλούσια γυναίκα του και νυχτοπερπατάει. Κι επειδή εκείνη έκανε ταμείο και δεν του παρέσχε το απαραίτητο χαρτζιλίκι, εκείνος, αυτή τη «μεγαλόσωμη Γερμανίδα με τον χοντρό λαιμό από τη Ρηνανία», που «με τον επιτακτικό τόνο της φωνής τού τρυπούσε τα αυτιά... την έβαλε στον πάγο». Κι εκείνη ξεσπούσε στους υπηρέτες, που δεν την άντεχαν και έφευγαν. Μόνο η Λεπορέλα παρέμενε στη θέση της διότι, αδιάφορη με ό,τι γινόταν γύρω της, μόνο το χρήμα να αποταμιεύει, δεν επηρεαζόταν από τις κρίσεις.

Όμως, μια συζήτηση που είχε η Λεπορέλα με το αφεντικό της, που είχε πάει για κυνήγι κάποτε στα βουνά της πατρίδας της και είχε φάει ψητό ελάφι στο εστιατόριο του θείου της, που το είχε μαγειρέψει εκείνη, άρκεσε για να αλλάξει. Διότι το αφεντικό τής δίνει μια με την παλάμη στον πισινό γελώντας και δύο κορόνες φιλοδώρημα. Από εκείνη τη στιγμή, το ρομπότ Λεπορέλα αποκτά συναισθήματα και μεταμορφώνεται σε «σκύλο» που ακολουθεί πιστά τον αφέντη του. Και, φυσικά, άρχισε να μισεί την κυρία της. Η κυρία για να κατευνάσει τα νεύρα της εισάγεται σε σανατόριο και ο κύριος μένει μόνος με τη Λεπορέλα στο σπίτι. Με κάποια οικειότητα, ανακουφισμένοι και οι δύο από την απουσία της κυρίας και, βλέποντας ο κύριος ότι η Λεπορέλα τον υπερφροντίζει, της ψιθυρίζει ότι σκοπεύει να φέρει «επισκέπτρια» το βράδυ. Εκείνη να ετοιμάσει και να πάει για ύπνο. Η υπάκουη Λεπορέλα ετοιμάζει τα πάντα και ο κύριος Δον Ζουάν, απελευθερωμένος από αναστολές, αρχίζει τις νυχτερινές του περιπέτειες. Μία εξ αυτών, νεαρή φοιτήτρια της όπερας, που την περίοδο εκείνη μελετούσε την Ντόνα Ελβίρα από τον Δον Ζουάν που λέγαμε, τη μετονόμασε από Κρεσέντς (προσέχω ότι το όνομά της ακουστικά πάει στο κρεσέντο) σε Λεπορέλα, ξέροντας τον συνωμοτικό ρόλο που είχε ο Λεπορέλο πλάι στον κύριό του.

Και η Λεπορέλα αλλάζει, μεταμορφώνεται, γίνεται κοινωνική, μιλάει στους γείτονες, κάνει αστεία στην αγορά, τραγουδάει. Μεταμορφώνεται. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί για την περίπτωσή μας. Με τη μεταμόρφωση παίζει και πάλι ο Τσβάιχ (δες, Η μέθη της μεταμόρφωσης, Διάστιχο, 20 Νοεμβρίου 2013). Όταν επιστρέφει η κυρία κι αρχίζουν πάλι οι φωνές και τα προβλήματα, ο κύριος φεύγει για κυνήγι και η Λεπορέλα μιαν αυγή ουρλιάζει πως η κυρία αυτοκτόνησε, ανοίγοντας το γκάζι. Ο κύριος ταράχτηκε αλλά εκείνο που τον ενόχλησε περισσότερο ήταν η αδιαφορία της υπηρέτριας, η οποία περιφερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είναι η σειρά του να αλλάξει. Δεν αντέχει ούτε να την αισθάνεται στον ίδιο χώρο και φεύγει. Και μένει η Λεπορέλα μόνη, σαν «κουκουβάγια», ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Κι εδώ μεταμορφώνεται η ζωή της από παράδεισος σε κόλαση. Κι όταν επιστρέφει, ματαίως περιμένει «το σφύριγμα του κυρίου της, σαν δαρμένο σκυλί που ξέρει ότι έχει κάνει κάτι κακό». Μέχρι που έρχεται νέος υπηρέτης και ο ρόλος της πλάι στον κύριό της καταργείται. Η Κρεσέντς, εδώ της ταιριάζει το όνομά της, γίνεται βίαιη και εσωστρεφής. Και εδώ ο μέγας συγγραφέας κάνει μάθημα ψυχολογικής ανατομίας, παρατηρώντας πόντο πόντο την κίνηση του προσώπου και του σώματος που πάνω του εγγράφονται οι διακυμάνσεις, αφήνοντας βαθιές χαρακιές.

Το τελευταίο μέρος του διηγήματος, που από την εισαγωγή του εξελισσόταν σαν ιστορία μπουλβάρ, κορυφώνεται δραματικά, αποδεικνύοντας τη μαστοριά του συγγραφέα που ξέρει τι είναι «η υπαρξιακή ακύρωση», η «υποχρεωτική μετατόπιση του υπαρξιακού κέντρου βάρους», ο θάνατος και η μεταμόρφωση. Τι σημαίνει να σου στερούν τη μοναδική πηγή ανάσας. Η Λεπορέλα με την τελευταία πράξη ως υπηρέτρια θα αποδείξει ότι δεν άντεχε τη μετα-μεταμόρφωσή της, που της ακύρωνε τον μόνο ρόλο που είχε για να ζει. Πλατιά εδώ η βιβλιογραφία και οι αναφορές, που δεν έχουμε τον χώρο να παραθέσουμε. Ο ευφυής λογοτέχνης δίνει στίγμα και δείγμα γραφής με αυτό το διήγημα για το τι περιέχουν και τα υπόλοιπα οκτώ, καθώς και όλο το έργο του.

Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ
Στέφαν Τσβάιχ
εισαγωγή – ανθολόγηση – μετάφραση: Γιώτα Λαγουδάκου
Μεταίχμιο
408 σελ.
Τιμή € 16,60

Βρες το εδώ.

 

Διαβάστε επίσης
ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Λιντί Σαλβέρ: «Μην κλαις» κριτική της Έρικας Αθανασίου

Πόσο εύκολο είναι να γράψεις για την πιο σημαντική ανάμνηση της μητέρας σου, όταν αυτή δεν αφορά εσένα; Όταν αυτό που έχει μείνει κυρίως στη μνήμη της είναι ένα καλοκαίρι πολύ πριν γεννηθείς εσύ, με...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Hanya Yanagihara: «Λίγη ζωή» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Η Χάνια Γιαναγκιχάρα (1975), κάτοικος της Νέας Υόρκης, με πατέρα από τη Χαβάη και μητέρα από την Κορέα, θεωρείται ένα από τα ανερχόμενα αστέρια της αμερικανικής λογοτεχνίας. Εργάστηκε σε περιοδικά...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Emir Kusturica: «Ξένος μες στον γάμο» κριτική του Σιδέρη Ντιούδη

Οι σινεφίλ και οι fan του βαλκανικού κινηματογράφου τον γνωρίζουν απ’ το σπουδαίο κινηματογραφικό του έργο και από ταινίες όπως Ο καιρός των Τσιγγάνων, Underground και Μαύρη γάτα – Άσπρος γάτος. O λόγος...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr