Irvine Welsh: «Skagboys» κριτική του Θανάση Αντωνίου

Irvine Welsh: «Skagboys»

Η οικογένεια είναι συνήθως η βάση για τη δημιουργία σημαντικής λογοτεχνίας, καθώς αυτή η κυτταρική κοινωνική δομή είναι ένα αεικίνητο εργαστήριο παραγωγής συναισθημάτων, σχέσεων, δράσεων και αντιδράσεων. Ταυτόχρονα, η οικογένεια, πέρα από τους όποιους σκοπούς και συμβολισμούς έχει για την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία, είναι η βιτρίνα πάνω στην οποία στήνει ο πολιτισμός την πραμάτεια του σε κάθε φάση της εξέλιξής του, αλλά και ο καθρέφτης στον οποίο αντανακλάται η ζώσα καθημερινότητα αυτού του πολιτισμού.

Η οικογένεια, στο νέο βιβλίο του Ίρβιν Γουέλς (το είχε ο ίδιος αναγγείλει ήδη από το 1993, όταν κυκλοφόρησε το συγκλονιστικό Trainspotting), είναι μια σούπα που έχει ξινίσει, είναι το συκώτι ενός σώματος που ασθενεί, το αρρωστημένο κύτταρο ενός πολιτισμού που φαντάζει άφωνος ενώ περιτριγυρίζεται από τα ουρλιαχτά κάποιων μελών του, στην προκειμένη περίπτωση των Skagboys – των πρεζάκηδων. Την ίδια στιγμή, η σκοτσέζικη κοινωνία που περιγράφει είναι ένας πολτός, όπου με δυσκολία διακρίνει κανείς τα μέρη που τη συνθέτουν με την αληθινή ή ιδεατή μορφή τους.

MAGGIE OUT!

Δεν είναι διόλου τυχαίο, έτσι, το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιλέγει να χρησιμοποιήσει ως μότο στην έναρξη του βιβλίου του τη φρικώδη φράση του Θηρίου, την παγκόσμια ύβρη που ξεστόμισε σε μια συνέντευξή της η Μάργκαρετ Θάτσερ για να υπερασπιστεί το καταστροφικό, απάνθρωπο έργο της, όταν ένας δημοσιογράφος του BBC είχε αναρωτηθεί μπροστά της για τις επιπτώσεις του στη βρετανική κοινωνία: «Αυτό που λέμε κοινωνία δεν υπάρχει», του είχε πει το Τέρας.

Τέσσερα νέα παιδιά σε ένα προάστιο του Εδιμβούργου στα μέσα της δεκαετίας του 1980, οι τρεις τοξικοεξαρτημένοι κι ένας με σοβαρό πρόβλημα παραβατικής συμπεριφοράς, περιδιαβαίνουν καθημερινά τα ερείπια που έχει αφήσει πίσω της η θατσερική πολιτική που υλοποιείται: λιγοστές και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας, διαλυμένη κοινωνική πρόνοια και συνεχώς μικρότερα επιδόματα στήριξης, υποβαθμισμένη δημόσια εκπαίδευση και αναιμική δημόσια υγεία, εκτεταμένο εμπόριο ναρκωτικών και μια νέα ασθένεια μεταξύ των ομοφυλόφιλων και των εξαρτημένων που κανείς δεν γνωρίζει την προέλευσή της, γκετοποίηση στις γειτονιές που βρίσκονται μακριά από το εμπορικό κέντρο, μπόλικη βία, λίγη μουσική, λίγο ποδόσφαιρο και πολύ αλκοόλ.

Μέσα όμως από τη μουντάδα του σκοτσέζικου αστικού τοπίου, μέσα από τη συναισθηματική κενότητα των ηρώων και τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, της φτώχειας, της βίας και των ναρκωτικών, αναδύεται –για όσους έχουν τη δύναμη και την υπομονή να τη δουν– η φωτεινή πλευρά της ζωής, η δύναμη τους ενός, μόνου αλλά αποφασισμένου ανθρώπου πάνω στην κοινωνία που τον συνθλίβει.

Στο φόντο των παράλληλων ιστοριών που συνθέτουν το νέο μυθιστόρημα του Σκοτσέζου συγγραφέα, ιστορίες τις οποίες αφηγούνται οι τέσσερις γνωστοί μας από το Trainspotting ήρωες, βρίσκεται η συναισθηματική έρημος μέσα στην οποία η βρετανική οικογένεια και τα μέλη της, από κοινού ή καθένας μόνος του, παλεύουν με νύχια και με δόντια να κρατηθούν και να δημιουργήσουν υποτυπώδεις σχέσεις· να στήσουν αυτό που με τόσο πάθος μαχόταν η διαβόητη μάγισσα του χυδαίου νεοφιλελευθερισμού.

Πολλά από τα στοιχεία που γνωρίσαμε και λατρέψαμε στο Trainspotting, το έργο που έκανε παγκοσμίως διάσημο τον Γουέλς, βρίσκονται κι εδώ αφού οι ήρωες είναι τα ίδια πρόσωπα: ο Ρέντον που μπορούσε να «την κάνει» και να μορφωθεί αλλά πέφτει πρώτος στην ηρωίνη, το Αρρωστάκι που λατρεύει τις γυναίκες και ρίχνει τους φίλους του, ο άβουλος και άνεργος Σπαντ –ο λιγότερο ισχυρός χαρακτήρας του έργου– και ο αντικοινωνικός, βίαιος Μπέγκμπι.

Και πλάι τους ο τρομερός μικρόκοσμος του Γουέλς, ένα υπέροχο ψηφιδωτό χαρακτήρων που ο συγγραφέας δεν σκιαγραφεί παρά αδρά: φίλες και ερωμένες, γονείς και αδέλφια, συγγενείς και φίλοι, έμποροι ναρκωτικών και εργοδότες, χούλιγκαν ποδοσφαιρικών ομάδων, ιδιοκτήτες μπαρ, εργαζόμενοι στις παραπαίουσες υπηρεσίες της βρετανικής δημόσιας διοίκησης –σε απολαυστικές περιγραφές των πρωταγωνιστών– και φτωχοδιάβολοι του μεροκάματου ή του μη μεροκάματου.

Συχνά το σκηνικό μεταφέρεται από τα θλιβερά προάστια του Εδιμβούργου στο κοσμοπολίτικο μετα-πανκ Λονδίνο κι από εκεί στο Αμπερντίν, όπου σπουδάζει ένας από τους ήρωες (με προπονητή της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας τότε τον μετέπειτα διάσημο Άλεξ Φέργκιουσον...), μόνο και μόνο για να περιγραφεί με εμβληματικό τρόπο το πραγματικό αδιέξοδο μιας γενιάς που δεν τη χωράει ο τόπος, αλλά δεν έχει και πού να πάει.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ ΚΑΡΕ

Μέσα όμως από τη μουντάδα του σκοτσέζικου αστικού τοπίου, μέσα από τη συναισθηματική κενότητα των ηρώων και τη σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, της φτώχειας, της βίας και των ναρκωτικών, αναδύεται –για όσους έχουν τη δύναμη και την υπομονή να τη δουν– η φωτεινή πλευρά της ζωής, η δύναμη τους ενός, μόνου αλλά αποφασισμένου ανθρώπου πάνω στην κοινωνία που τον συνθλίβει. Εντάξει, δεν πρόκειται για αμερικανικού τύπου «Yes, we can» νοοτροπία, αλλά για τη διαπίστωση ότι η ζωή δίνει, πού και πού, κάποιες μικρές ευκαιρίες, ανοίγει κάποιες χαραμάδες, στέλνει στα παγωμένα από το speed και την ηρωίνη κορμιά των νεαρών Σκοτσέζων μια ζεστή ακτίνα. Κάποιοι τις αρπάζουν, κάποιοι όχι.

Την ίδια στιγμή, κι αυτό είναι που κάνει τον Γουέλς τόσο σημαντικό ως λογοτέχνη και κοινωνικό ανατόμο, το Skagboys αποπνέει εκείνο το υπέροχο πνεύμα της απελευθερωτικής κριτικής πάνω στα κοινωνικά μοντέλα και τις συμβάσεις που γνωρίσαμε και με το Trainspotting.

Θυμίζουμε πώς μας συστήθηκε ο Ρέντον στο συγκλονιστικό κείμενο του 1993: «Διάλεξε τη ζωή. Διάλεξε να ξεπληρώνεις την υποθήκη, διάλεξε τα αυτόματα πλυντήρια, διάλεξε τα αυτοκίνητα, διάλεξε να κάθεσαι σ' έναν καναπέ βλέποντας τηλεπαιχνίδια που σου διαλύουν τον νου και σου ρουφάνε το πνεύμα χλαπακιάζοντας σκουπίδια για φαγητό. Διάλεξε να σαπίζεις σιγά σιγά, να κατουριέσαι και να χέζεσαι σ' έναν οίκο ευγηρίας, ντροπιάζοντας τα εγωιστικά κωλόπαιδα που έχεις κάνει. Διάλεξε το μέλλον. Διάλεξε τη ζωή. Αλλά για ποιο λόγο θα ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο;»

Και να οι ρίζες της μηδενιστικής αυτής φιλοσοφίας στο ύφος της δεκαετίας του 1980, όταν ο Ρέντον πάλι απορρίπτει τον φοιτητικό έρωτα και ό,τι αυτό σηματοδοτεί με την όμορφη συμφοιτήτριά του, στο κείμενο του παρόντος έργου: «Ήταν δρομολογημένη. Μου είχε πει να πιάσουμε διαμέρισμα μαζί την επόμενη χρονιά. Μετά αποφοίτηση, δουλειά εννιά με πέντε, μετά σπίτι με δάνειο. Μετά αρραβώνες. Μετά γάμος. Μεγαλύτερο δάνειο για σπίτι. Παιδιά. Έξοδα. Μετά το αναπόφευκτο καρέ: απογοήτευση, διαζύγιο, αρρώστια, θάνατος».

Το Skagboys δεν θα προκαλέσει το σοκ του Trainspotting·έχουν περάσει πια δύο δεκαετίες και η ορμή έχει ξεθυμάνει. Συγγραφικά όμως είναι αρτιότερο, λογοτεχνικά είναι ευρύτερο και η οπτική του Γουέλς στα πράγματα είναι πιο συγκροτημένη, πιο περιγραφική, με ένα πρόσημο πολύ πιο κοινωνικό από το βιβλίο του 1993. Για να το πούμε με κινηματογραφικούς όρους, αν γυριζόταν ταινία αυτό το βιβλίο (πραγματικά αξίζει) θα χρειαζόταν έναν σκηνοθέτη που να βρίσκεται περισσότερο κοντά στον Κεν Λόουτζ παρά στον τρομερό Ντάνι Μπόιλ.

Υπέροχη, στο ύφος της πιάτσας και γλυκιά σαν κουβεντούλα μεταξύ φίλων η μετάφραση του Θάνου Καραγιαννόπουλου.

1-patakis-linkSkagboys
Irvine Welsh
μετάφραση: Θάνος Καραγιαννόπουλος
Οξύ
550 σελ.
Τιμή € 16,90


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Tobias Wolff: «Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα»

Ο Τομπάιας Τζόναθαν Άνσελ Γουλφ, όπως είναι ολόκληρο το όνομά του, γεννήθηκε στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα των ΗΠΑ το 1945. Καίτοι διηγηματογράφος ολκής, αφού έχει συμπεριληφθεί στην τριανδρία των...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER