A+ A A-

ΜΑΙΡΗ ΣΕΛΕΪ: ΜΑΤΙΛΝΤΑ κριτική της Νίκης Κώτσιου

Δυο χρόνια μετά τη συγγραφή του περίφημου Φράνκενσταϊν, η Μαίρη Σέλεϊ (1797-1851) ολοκλήρωνε τη Ματίλντα (1820) αγγίζοντας το απαγορευμένο θέμα της αιμομιξίας με μια πένα διαποτισμένη από το πνεύμα του ρομαντισμού. Ο πατέρας της, όταν έλαβε γνώση, δεν επέτρεψε τη δημοσίευση του έργου απαιτώντας σαφή διευκρίνιση στον πρόλογο ότι δεν είχε στην πραγματικότητα συντελεστεί αιμομιξία. Τελικά, η νουβέλα είδε το φως της δημοσιότητας το 1959, εκατό χρόνια μετά τον θάνατο της Σέλεϊ!

Με ένα θέμα που εκκινεί και περιστρέφεται εμμονικά γύρω από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και τις ολέθριες παρενέργειές του, η Ματίλντα θέτει, προτού εμφανιστεί ο Φρόιντ, μια σειρά από ζητήματα που μετέπειτα έμελλε να αποτελέσουν πυλώνες της ψυχαναλυτικής σκέψης. Και δεν είναι μόνο το οιδιπόδειο που στοιχειώνει τη νουβέλα απ' την αρχή μέχρι το τέλος... Μέσα από την αφήγηση αναδεικνύονται επίσης αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, που οδηγούν το υποκείμενο στον πλήρη αφανισμό, καθώς και πλείστα φανερώματα της φροϊδικής «μελαγχολίας», που εκδηλώνεται με τρόπο ανάγλυφο και δραματικό πάνω στην ίδια την πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια, τη Ματίλντα. Η Ματίλντα χάνει το ενδιαφέρον για τη ζωή και τον έξω κόσμο, απέχει από δραστηριότητες που άλλοτε της έδιναν χαρά, αδυνατεί να αγαπήσει και κατατρύχεται από βασανιστικές τύψεις. Συγχρόνως αντλεί μαζοχιστική ευχαρίστηση με το να επικρίνει εξακολουθητικά τον εαυτό της και να ανακαλεί τα δεινά της, πράγμα που της στερεί κάθε αλλοτινή ικμάδα και σφρίγος και την προσανατολίζει σταθερά προς έναν αργό θάνατο. Όλα αυτά στοιχειοθετούν μια τυπική περίπτωση μελαγχολίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, ξεκινώντας από τον πατέρα της Ματίλντα που δεν κατονομάζεται πουθενά μέσα στο κείμενο. Επιχειρώντας μια αναδρομή στα νεανικά του χρόνια, η Ματίλντα τον περιγράφει ως πνεύμα ανήσυχο και ανεξάρτητο και ως συνείδηση ανειρήνευτη που δρούσε και κινούνταν μακριά από τυπικότητες και συμβάσεις, κάνοντας συνήθως αυτό που ήθελε. Συχνά επέλεγε τη μοναξιά και τη φυγή ως τρόπο διασφάλισης της πνευματικής ελευθερίας του και γενικά διακρινόταν από μια τάση υπέρβασης των ορίων, καθώς αρνούνταν να ευθυγραμμίζεται με πρότυπα και στερεότυπα. Σφοδρά ερωτευμένος με τη σύζυγό του και μητέρα της Ματίλντα, πληγώθηκε ανεπανόρθωτα από τον θάνατό της και έφυγε μακριά εγκαταλείποντας τη μικρή κόρη στη θεία της. Επανέκαμψε 16 χρόνια μετά για να αναζητήσει τη Ματίλντα, που τον δέχτηκε με αισθήματα εκστατικής ευτυχίας αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του όχι μόνο τον αγαπημένο πατέρα, αλλά συγχρόνως έναν μέντορα και πνευματικό καθοδηγητή. Ωστόσο, οι ευτυχισμένες ημέρες της ανέφελης ζωής τους τερματίστηκαν με τρόπο τραγικό, όταν ο πατέρας οδηγήθηκε στην αυτοκτονία αφού πρώτα ομολόγησε στην κόρη τον αδιέξοδο και απαγορευμένο έρωτά του.

Το τραύμα που θα βυθίσει την ηρωίδα στη μελαγχολία συντελείται τη στιγμή ακριβώς της εξομολόγησης του ανόσιου έρωτα, όταν η Ματίλντα συνταράσσεται από την αποκάλυψη και περιέρχεται σε κατάσταση απελπισίας και απόγνωσης. Είναι η καθοριστική εκείνη στιγμή που ο ρυθμός του κόσμου μεταβάλλεται εντός της, καθώς τα πάντα χάνουν το νόημά τους. Συντετριμμένη υπό το βάρος μιας αιμομιξίας που δεν τελέστηκε αλλά ομολογήθηκε ως διάθεση, η Ματίλντα κατατρύχεται εφεξής από αμφιθυμικά αισθήματα αγάπης και μίσους για τον πατέρα, τα οποία της προκαλούν ταυτόχρονα ισχυρές τύψεις.

Έρμαιο αυτής της τρομερής αμφιθυμίας που τη σπαράσσει, και των αντικρουόμενων συναισθημάτων που δεν μπορεί καθόλου να διαχειριστεί, η Ματίλντα εν είδει αυτοτιμωρίας αυτοεξορίζεται και επιβάλλει στον εαυτό της ένα καθεστώς απομόνωσης και μοναξιάς, μακριά από την πόλη και τους ανθρώπους. Την εποχή της μόνωσής της θα γνωρίσει τον Γούντβιλ, έναν ευαίσθητο ποιητή που έχει επίσης υποστεί μια οδυνηρή απώλεια και που προσπαθεί εις μάτην να τη βοηθήσει να ανανήψει και να επιστρέψει στην κοινωνία των ανθρώπων. Σε αντίθεση με τη Ματίλντα, ο Γούντβιλ διαχειρίζεται την απώλεια επωφελώς μέσα από τη φυσιολογική διαδικασία του πένθους, που διαφέρει ριζικά από τη μελαγχολία ως προς τη διάρκεια αλλά και ως προς το είδος των αισθημάτων απέναντι στο απολεσθέν αντικείμενο. Ο νεαρός ποιητής, αφού έχει πενθήσει αρκετά, είναι έτοιμος να επανέλθει στον κανονικό ρυθμό και να συνεχίσει τη ζωή του. Όχι όμως και η Ματίλντα, που εναποθέτει στον θάνατο την ελπίδα της για μια πνευματική επανένωση με το νεκρό πατέρα, που εξακολουθεί να τη διχάζει συναισθηματικά.

Αποτολμώντας μια κριτική στην πατριαρχία, η Μαίρη Σέλεϊ, που υπήρξε κόρη της διάσημης φεμινίστριας Μαίρη Γούλστονκραφτ, αναπτύσσει έναν προβληματισμό πάνω στο φύλο, την οικογένεια και τους οικογενειακούς δεσμούς. Διαβλέπει παθογένειες και επιχειρεί μια συγκεκαλυμμένη ανατομία των θεσμών από την πλευρά του πιο αδύναμου κρίκου, που είναι η γυναίκα. Στη Ματίλντα, ωστόσο, αδύναμος αναδεικνύεται και ο πατέρας που με το ανθρώπινο πάθος του καταστρατηγεί ο ίδιος τον συμβολικό νόμο που κανονικά θα έπρεπε να διαφυλάξει και να μεταδώσει. Ένας τέτοιος πατέρας αποβάλλεται και εξοστρακίζεται από την πατριαρχία οδηγούμενος στον θάνατο.

Υποκινούμενος από μια επιθυμία χωρίς όρια, που τον θέτει αυτομάτως εκτός κοινωνίας, ο πατέρας αυτός εγκαταλείπει κατ' εξακολούθηση την κόρη του πάνω στις πιο κρίσιμες στιγμές, πρώτα όταν αυτή γεννιέται και στη συνέχεια με τη θεαματική αυτοκτονία του. Ωστόσο, η Ματίλντα παραδέχεται ότι αρχίζει πραγματικά να ζει μόλις τον ξαναβρίσκει, οπότε και με τον θάνατό της επιχειρεί ξανά να ενωθεί μαζί του, αφού μόνο έτσι μπορεί να κατακτήσει την ευτυχία. Με άλλα λόγια, υπάρχει ένα είδος αμοιβαιότητας στην επιθυμία που δεν εκφράζεται μόνο απ' τον πατέρα αλλά και απ' την κόρη, με κάπως διαφορετικούς όρους. Άλλωστε, η Ματίλντα απορρίπτει τον Γούντβιλ που της προτείνει μια υγιή σχέση, για να μείνει μέχρι το τέλος πιστή σ' αυτόν που πραγματικά αγάπησε πέραν των απαγορεύσεων του καταστατικού νόμου της πατριαρχίας. Αυτήν την αμοιβαιότητα προσπαθεί να αποκρύψει η Ματίλντα, όμως το κείμενό της την προδίδει.

H φύση, που πλαισιώνει όλο το αφήγημα με την παρουσία της κατευνάζοντας τον πόνο και την ταραχή των ηρώων ή παρέχοντας το σκηνικό για το ξεδίπλωμα του πάθους, λειτουργεί ως μεταφορά για την ερωτική επιθυμία. Πέραν της ηθικής και του νόμου, πέραν του καλού και του κακού, παρέχει καταφύγιο και γαλήνη χωρίς να εξετάζει κίνητρα και προθέσεις, χωρίς να αποκλείει κανέναν από την προστασία της. Η θάλασσα, σύμβολο της θηλυκής αρχής αλλά και του (καταστροφικού) έρωτα, δέχεται στους κόλπους της τον αυτόχειρα πατέρα που βρίσκει την παρηγοριά στον θάνατο εντός της. Η Ματίλντα νιώθει καθαρμένη και εξαγνισμένη μέσα στο δάσος, μακριά από την υποκριτική κοινωνία του Λονδίνου που θα έσπευδε να την καταδικάσει .Eν είδει γονεϊκής παρουσίας, υποκαθιστώντας τον γονέα που δεν είχε στην πραγματικότητα ποτέ, το δάσος την περιθάλπει και την παρηγορεί. Η φύση δείχνει να είναι με το μέρος της.

ΜατίλνταΜατίλντα
Mary Shelley
μετάφραση: Ισμήνη Καπάνταη
Νεφέλη
150 σελ.
Τιμή € 11,50

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr