A+ A A-

Η ΜΕΘΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

της Ανθούλας Δανιήλ


Κλασικό είναι το έργο που ξεπερνά το φράγμα του χρόνου γιατί οι αλήθειες του διατηρούν την αξία τους, πέρα από τις μόδες που έρχονται και παρέρχονται. Και δεν είναι καθόλου κοινότοπη η παρατήρηση, αφού με έκπληξη ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι ο συγγραφέας μιλά για την εποχή του, εκατό χρόνια πριν, σαν να ζει στο δικό μας σωτήριο έτος 2013.

Η λεπτομερής περιγραφή του επαρχιακού αυστριακού ταχυδρομείου μάς δίνει μια ιδέα του κόσμου (το μέρος αντί του όλου) – μίζερου, κρύου, φτωχικού που, όπως όλα τα δημόσια καταστήματα, αποπνέει το ίδιο «πνιγηρό χαρμάνι από μπαγιάτικο φτηνό ταμπάκο και σκονισμένα ντοσιέ», και ξεφεύγοντας από τα πράγματα θα σταθεί στα πρόσωπα που αποτελούν «ανταλλάξιμο εξάρτημα» στο απάνθρωπο σύστημα του κρατικού μηχανισμού.

Ο συγγραφέας επιμένει σχολαστικά στην επισήμανση της ασημαντότητας, της μικρότητας, της μονοτονίας, της τυπολατρίας, του θριάμβου του κράτους της γραφειοκρατίας, της πανομοιότυπης με θρησκευτική ευλάβεια επανάληψης των καθημερινών, έτσι για να διατηρείται η παράδοση και να ανακυκλώνεται, για να μην αλλάξει τίποτα, κόντρα στην παγκόσμια ροή και κίνηση του σύμπαντος.

Ο πόλεμος και τα ακρωτηριασμένα σώματα, η ακρίβεια και η φτώχεια που έχει καταπιεί σαν ρουφήχτρα «το χρυσό μενταγιόν από το λαιμό της μητέρας, τη βέρα από το δάχτυλο, το δαμασκηνό τραπεζομάντηλο από το συρτάρι», η κακομοιριά και η αθλιότητα ολοκληρώνουν το ντεκόρ μέσα στον οποίο μια νεαρή γυναίκα μεθά με τη μεταμόρφωσή της, παραμόρφωση θα ήταν το σωστότερο, ή βιώνει διαδοχικές μεταμορφώσεις.

Η Κριστίνε εργάζεται στο ταχυδρομείο. Η ίδια και ο χώρος εργασίας της αποτελούν το ανάλογο της κοινωνικής πραγματικότητας που ανατρέπει την ουσία για να τηρηθεί ο τύπος: πρώτα η υπηρεσία έπειτα ο άνθρωπος, πρώτα το γράμμα έπειτα το νόημα. Η Κριστίνε, λοιπόν, καταναλίσκει τα νιάτα της πίσω από το γκισέ, όταν μια μέρα ανέλπιστα φτάνει μήνυμα στον τηλέγραφο για κείνην. Μια πλούσια θεία από την Αμερική την καλεί για λίγες μέρες διακοπών σε αριστοκρατικό θέρετρο κοντά στη Βιέννη.

Η περιγραφική εμμονή του συγγραφέα στη λεπτομέρεια –τοπίο, αστικοί χώροι, ξενοδοχείο, ενδύματα, τρόποι συμπεριφοράς– λειτουργεί σαν προστάδιο για τη μεταμόρφωση της ηρωίδας, εκκινώντας από την εξωτερική της εικόνα και αναβαθμιζόμενη σε ψυχική και πνευματική. Η Κριστίνε Χοφλένερ από τον μίζερο μικρόκοσμό της βρίσκεται ξαφνικά στον αχανή πολυτελή μακρόκοσμο. Η θεία Φον Μπόολεν της δανείζει ρούχα και κοσμήματα, την πηγαίνει στο κομμωτήριο, τη μεταμορφώνει. Η ασήμαντη κοπέλα που πέρασε απαρατήρητη την πόρτα του πολυτελούς ξενοδοχείου μεταμορφώνεται σε μεγάλη κυρία, την οποία φλερτάρουν και πολιορκούν πλούσιοι κύριοι και επιδιώκουν την παρέα της αριστοκρατικές κυρίες. «Μα ποια είμαι; Ποια είμαι στ' αλήθεια;» θα αναρωτηθεί αρκετές φορές, χωρίς να δώσει απάντηση στο θέμα της διάστασης του φαίνεσθαι και του είναι της. Αντιθέτως, η πολυτέλεια, τα γεύματα και τα δείπνα, ο χορός και η έκσταση θα της αποκαλύψουν «από τι ευλύγιστο και ανεπαίσθητο νήμα είναι υφασμένη η ανθρώπινη ψυχή, ώστε ένα και μοναδικό βίωμα αρκεί για να την κάνει να φουσκώσει και να χωρέσει μέσα της ολόκληρο το σύμπαν».

Όμως όλα τα ωραία έχουν τέλος. Η Κριστίνε δεν μπορεί να χωνέψει την επιστροφή στο παρελθόν της γιατί, παρασυρμένη από την εικονική πραγματικότητά της, όπως «όλοι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι αυτού του κόσμου είναι κακοί ψυχολόγοι», είχε μειωμένη παρατηρητικότητα και όπως «όσοι νιώθουν ικανοποιημένοι από τον εαυτό τους σπάνια αντιλαμβάνονται τι ακριβώς συμβαίνει γύρω τους», αντιθέτως μόνο «όσοι τρώγονται από την ανησυχία έχουν τεταμένες τις αισθήσεις τους», η Κριστίνε, λοιπόν, δεν υποψιαζόταν το τέλος του μύθου της.

Πίσω από τη βιτρίνα επωάζει τα αυγά της η λοιμική της πολιτείας, σαν τον Θάνατο στη Βενετία. Μπορεί η αριστοκρατία του Τόμας Μαν ή του Βισκόντι με τις τουαλέτες και τις καπελαδούρες σκύβοντας να κρύβει το μισό κινηματογραφικό πλάνο, πίσω όμως από τα πλατύγυρα καπέλα, τα τούλια, τα βελούδα, τα κρύσταλλα και τις πορσελάνες, πίσω από το πολυτελές ξενοδοχείο για πλουσίους, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από τα μολυσμένα νερά της χολέρας. Κι όπως ο Γκούσταφ φον Άσενμπαχ εκεί, έτσι και η Κριστίνε εδώ επανέρχονται στην αληθινή ζωή, εκείνος με τα μαλλιά του που ξεβάφουν την μπογιά τους αποκαλύπτοντας τους ασπρισμένους κροτάφους κι εκείνη, απογυμνωμένη από τα πολυτελή αξεσουάρ, στο μίζερο ταχυδρομείο, ξαναβρίσκοντας τον φτωχό εαυτό της, αλλά πιο δυστυχισμένο από πριν. Η φαντασμαγορική Κριστίνε φον Μπόολεν επιστρέφει στο κακέκτυπο της Κριστίνε Χοφλένερ κι αυτή η επιστροφή είναι οδυνηρή και τερατώδης «λες και κάποιος της έσταξε κρυφά φαρμάκι στα βλέφαρα», ανατρέποντας εκ νέου και επί τα χείρω τον κόσμο της, όπως συμβαίνει και στους πρώην ερωτευμένους στο σαιξπηρικό Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας.

Αλλά και πάλι ο νόμος της αλλαγής θα κάνει το θαύμα του. Η γνωριμία με τον Φερντινάν, έναν νέο άντρα, φιγούρα, λες, βγαλμένη από την πινακοθήκη των Δαιμονισμένων του Ντοστογιέφσκι, θα τη μεταμορφώσει και πάλι σ' αυτό όπου πρέπει να μεταμορφωθεί κάθε πολίτης που νιώθει πως το κράτος τον εκμεταλλεύεται:
«Το κράτος, αυτός ο μεγαλοαπατεώνας, ο αρχικλέφταρος... Δείξε μου έστω κι ένα από τα σαράντα υπουργεία σας που να νοιάζεται για το κοινό συμφέρον. Μήπως το υπουργείο Δικαιοσύνης ή το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας; Μόνο να σπεκουλάρουν ξέρουν... Όχι, φίλε μου... Έχω βαρεθεί ν' ακούω ότι κάποιοι είναι σε χειρότερη μοίρα, έχω μπουχτίσει ν' ακούω ότι στάθηκα ''τυχερός'', μόνο και μόνο επειδή δε μου λείπει ούτε χέρι ούτε πόδι κι επειδή βαδίζω χωρίς δεκανίκια. Κανείς δεν πρόκειται να με πείσει ότι είναι αρκετό να αναπνέεις και να 'χεις ένα πιάτο φαΐ... Δεν πιστεύω πια σε τίποτα, ούτε σε θεούς ούτε σε κυβερνήσεις ή στο νόημα της ζωής, σε τίποτε δεν πιστεύω όσο νιώθω πως αδικούμαι, όσο δεν έχω δικαίωμα στη ζωή. Και, μέχρι να το αποκτήσω, θα συνεχίσω να υποστηρίζω ότι έπεσα θύμα κλοπής και απάτης. Δεν πρόκειται να υποχωρήσω προτού νιώσω ότι ζω σαν άνθρωπος και όχι με τα αποφάγια και τα ξερατά κάποιων άλλων. Το καταλαβαίνεις αυτό;»

Ναι, η Κριστίνε το καταλαβαίνει, όπως και το ότι, πέρα από τη φτώχεια, την πείνα, το κρύο και τη μιζέρια, υπάρχει και μια άλλη δυστυχία που βίωσε η γενιά της. Οι νεαροί άντρες που οδηγήθηκαν στον πόλεμο, που σκοτώθηκαν ή σακατεύτηκαν και τώρα έμειναν χωρίς δουλειά, τιμή κι ελπίδα. Ο μεθοδικότατος, ευφυέστατος και ταλαντούχος Φερντινάν θα προτιμήσει από τη λύση της αυτοκτονίας τη λύση της παρανομίας, χωρίς καμία αναστολή «απέναντι σ' ένα κράτος που έχει διαπράξει τόσο φοβερά εγκλήματα εις βάρος μας, εις βάρος της ρημαγμένης γενιάς μας». Ποια θα είναι η κατάληξη, άγνωστο. Πάντως η Κριστίνε συμφωνεί σε όλα και αφού είδε τον κόσμο της να μεταμορφώνεται από μιζέρια σε παράδεισο, από παράδεισο σε κόλαση, από κόλαση σε απελπισία, θα περάσει εξεγερμένη από τη νομιμοφροσύνη στην παρανομία.

Ο συγγραφέας, κρυμμένος πίσω από τον Φερντινάν, καταγγέλλει το σύστημα στο οποίο οι αληθινές αξίες ασφυκτιούν στη μορφή ενός φτωχού, καταδυναστευμένου, εξουθενωμένου δασκάλου που διαβάζει βιβλία και ακούει μουσική ταπεινωμένος, ή του ταλαντούχου, εξαπατημένου Φερντινάν. Επειδή όμως ο άνθρωπος υπερέχει έναντι των ζώων γιατί «μπορεί να πεθαίνει όταν το θελήσει και όχι όταν έρθει η ώρα του», δεν φοβάται τις συνέπειες. Κι ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε μαζί με τη σύζυγό του το 1942, στη Βενεζουέλα, όταν οι Ναζί έγιναν αφέντες στη χώρα του.

Η μέθη της μεταμόρφωσης Μυθιστόρημα Στέφαν Τσβάιχ μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης ΠατάκηςΗ μέθη της μεταμόρφωσης
Μυθιστόρημα
Στέφαν Τσβάιχ
μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης
Πατάκης
412 σελ.
Τιμή € 17,90

 

Διαβάστε επίσης
ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ!

της Ανθούλας Δανιήλ Και για όλα φταίει το κρασί, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτού του βιβλίου, το οποίο πέρα από τα πατώματα και τη συντήρησή τους αποτελεί και μελέτη μιας πρώην σοβιετικής κοινωνίας με όλα τα παρεπόμενα της απομόνωσης και στέρησης, αλλά και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Γουίλ Γουάιλς επιχειρεί εδώ έναν σε...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΨΥΧΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ

της Ανθούλας Δανιήλ   Να που η ενέργεια έγινε θέμα ηθικό, ή μάλλον το αντίστροφο, η ψυχή από ηθικό έγινε θέμα υλικό. Το Ψυχικό φορτίο του Romain Gary κάνει λόγο όχι για ό,τι η ψυχή του ανθρώπου κουβαλάει, αλλά για ό,τι η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να φορτώσει, π.χ. μια μπαταρία. Με άλλα...

ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ο ΛΑΓΟΣ ΜΕ ΤΑ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΕΝΙΑ ΜΑΤΙΑ

της Ανθούλας Δανιήλ Ο συγγραφέας Έντμουντ ντε Βάαλ, με το μεγαλόπρεπο και αριστοκρατικό «ντε» στη μέση του ονόματός του, γόνος της μεγάλης οικογένειας των Εφρούσι, της οποίας το όνομα και την καλλιτεχνική, και όχι μόνο, περιουσία πραγματεύεται στο βιβλίο Ο λαγός με τα κεχριμπαρένια μάτια, είναι διάσημος κεραμίστας και έχει...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr