A+ A A-

ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

της Ανθούλας Δανιήλ

Με ένα ωραίο σαλόνι, λεπτομέρεια από τον πίνακα του Ν. Κουτούζη, «Λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Διονυσίου», έργο του 1766, με τη φωτογραφία του τοπίου, όπου και η Ιερά Μονή, καθώς και η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως στα Στροφάδια, στη συνέχεια και με τον πρόλογο του Μητροπολίτη Ζακύνθου και Στροφάδων Χρυσοστόμου Β΄ ανοίγει το αφιέρωμα στο «Μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης».

Πρόκειται για έναν πολυτελέστατο τόμο, με καλό χαρτί και έγχρωμη φωτογραφική απεικόνιση των έργων, καθώς επίσης και με πολύτιμο και επιστημονικά τεκμηριωμένο υλικό, το οποίο συνοδεύει τα έργα.

Στην «Εισαγωγή» της η Ζωή Μυλωνά μας ενημερώνει πρώτον για το Μουσείο και δεύτερον για τα εκθέματα. Το Μουσείο στεγάζεται σε νέα πτέρυγα της Μονής και εγκαινιάστηκε το 2000. Εκεί στεγάζονται έργα χριστιανικής τέχνης, τα οποία προέρχονται από την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που υπέστη καταστροφές στον σεισμό του 1997. Επίσης στο Μουσείο στεγάζονται ιερά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη και άλλα εξαρτήματα της ιστορίας του νησιού. Πολλά από στα λειτουργικά σκεύη και κάποια από τα ιερά άμφια φέρουν ρωσικές επιγραφές ή αποδίδονται σε ρωσικά εργαστήρια και αποτελούν τμήμα της δωρεάς Γεωργίου Κωστάκη. Ο δωρητής είχε αποστείλει στη Ζάκυνθο, τη δεκαετία του 1930, σκεύη και άμφια για τις λειτουργικές ανάγκες των ναών του νησιού.

Οι αρχαιότερες εικόνες είναι έργα Κρητών ζωγράφων που έφτασαν στη Ζάκυνθο με τους πρόσφυγες του 1669. Ανάμεσα στα έργα περιλαμβάνεται η σπάνια, και ίσως αρχαιότερη, εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη που κοσμούσε τον πρόναο του Καθολικού της Μονής Στροφάδων. Η εικόνα είναι πιθανώς του 15ου αι. και αποδίδεται στον κριτικό ζωγράφο Άγγελο. Ακόμα η Δεσποτική εικόνα της Θεοτόκου της Γλυκοφιλούσας ή της Πάντων χαράς, από την ίδια Μονή. Ο συμφυρμός στοιχείων Ανατολής και Δύσης χαρακτηρίζει την εικόνα του 17ου αι. με τον Άγιο Γεώργιο έφιππο και δρακοκτόνο.

Σε πολλές εικόνες, επισημαίνει η Μυλωνά, «το εικονογραφικό πρόγραμμα εμπλουτίζεται με κύκλους θεμάτων, ενώ συχνά απεικονίζονται ιστορικά γεγονότα ή θαύματα αγίων, με χαρακτηριστικό στοιχείο τη συνύπαρξη νατουραλισμού και αφαίρεσης, με συνέπεια τα έργα αυτά να προσεγγίζουν την κοσμική ζωγραφική». Παράδειγμα μας παρέχει η δίζωνη εικόνα με το θαύμα της Παναγίας, στο πάνω μέρος και απόδοση στιγμιότυπου από την θρησκευτική ζωή στις Στροφάδες, στο κάτω.

Γενικώς πρόκειται για μια πολύ καλά εμπεριστατωμένη εισαγωγή, όπου η συγγραφέας περιγράφει κάθε κειμήλιο, το είδος, την τεχνική, την προέλευση, τον δημιουργό και την ιστορική συγκυρία που το έφερε στη Ζάκυνθο.

Φυλλομετρώντας τον κατάλογο ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε έναν πολύτιμο θησαυρό. Κάθε έργο αναφέρεται με τον τίτλο του, τις διαστάσεις, το υλικό, την εποχή της γέννησής του, την κατάσταση του σήμερα, την περιγραφή του θέματος και τον δημιουργό του.

Δειγματοληπτικώς αναφέρουμε ότι στον κατάλογο περιλαμβάνονται, πέραν των εικόνων, φωτογραφίες ιερών κειμένων, όπως είναι το «Συνοδικό γράμμα του Πατριάρχη Κυρίλλου Στ΄», το «Πατριαρχικό και συνοδικό σιγιλλιώδες γράμμα του Παϊσίου Β΄», «Γράμμα του frater Adolfus de Wignacourt, Μαγίστρου της μονής των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου στη Μάλτα. Επίσης εικονίζονται διατάγματα βενετικά με θυρεούς, ιερά πρόσωπα και διακοσμητικά μοτίβα, «Ακολουθίες Νομοκανόνων», «Βίοι Αγίων», Ξυλόγλυπτα μανουάλια, Ευαγγέλια διακοσμημένα, ιερά σκεύη, εξώφυλλα βιβλίων, όπως ο «Τόμος Αγάπης Κατά Λατίνων» του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσιθέου, «Άπαντα τα Ευρισκόμενα» του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η «Ακολουθία του αγίου Διονυσίου» του Αγγέλου Συμμαχίου, τα «Αρχιερατικά άμφια του ιερού λειψάνου του αγίου Διονυσίου», λειτουργικοί δίσκοι, σφυρήλατα θυμιατήρια, αρτοφόρια από σφυρήλατο ασήμι, Εκκλησιαστικές Ακολουθίες και Μηνολόγια, Λόγοι Πατέρων, Κυριακοδρόμιο Μαξίμου Πελοποννησίου, Κατηχήσεις. Τέλος στο Κλιμακοστάσιο υπάρχουν οι πίνακες του Νικολάου Κουτούζη, «Σκηνές από την Καινή Διαθήκη» - θαύματα, πειρασμός, η κλήση των αποστόλων Πέτρου και Ανδρέα και άλλα. Τέλος ο τόμος κλείνει με πλούσιες βιβλιογραφικές αναφορές.

Μουσείο εκκλησιαστικής τέχνης Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζωή Α. Μυλωνά φωτογραφίες: Δημήτρης Μπενέτος Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της ΕλλάδοςΜουσείο εκκλησιαστικής τέχνης Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου
Ζωή Α. Μυλωνά
φωτογραφίες: Δημήτρης Μπενέτος
Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος
243 σελ.
Τιμή € 20,00

 

Εμφανίσεις: 1612

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΜΟΝΟΛΟΓΩΝ: ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

της Ιωάννας Καραμάνου

Κατ’ αρχάς, θα προβώ σε μία συνοπτική περιγραφή των περιεχομένων του ανθολογίου, προκειμένου να αναδειχθεί η σημασία κάθε ενότητας για την καλύτερη γνωριμία του αναγνώστη με το θέατρο της αρχαιότητας. Το ανθολόγιο αρχίζει με μία περιεκτική εισαγωγή για τις θεωρίες σχετικά με τη γένεση της τραγωδίας, προσεγγίζοντας, στη συνέχεια, τις μαρτυρίες για τη διοργάνωση των δραματικών αγώνων και τον σκηνικό χώρο. Προς αυτή την κατεύθυνση, θεωρώ σημαντική τη μνεία η οποία γίνεται στο αρχαιότερο έργο λογοτεχνικής και, εν προκειμένω, θεατρικής κριτικής, που είναι η Ποιητική του Αριστοτέλη, καθώς αποτελεί την πλέον αξιόπιστη πηγή για την τραγωδία του 5ου και 4ου αιώνα, όχι μόνο λόγω της χρονικής της εγγύτητας προς τη δραματική παραγωγή αυτής της περιόδου, αλλά και λόγω της επιστημονικής μεθοδολογίας που υιοθετεί ο Αριστοτέλης στην προσέγγιση του υλικού του. Ακολουθεί η ανθολόγηση των τραγικών μονολόγων, των οποίων προηγούνται επιμέρους πρόλογοι για την καλλιέργεια και ανάπτυξη της τραγωδίας από τρεις μεγάλους Αθηναίους τραγικούς, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη, σε άμεση συνάρτηση με τα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής τους. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσιάζεται με τρόπο περιεκτικό και η υπόθεση κάθε έργου, προκειμένου κάθε μονόλογος να ενταχθεί στον μῦθον, κατά την αριστοτελική ορολογία, δηλαδή στη δραματική πλοκή.

Η εισαγωγή στην ενότητα για την κωμωδία είναι πολύ χρήσιμη, καθώς αναφέρονται οι τάσεις που διαμορφώθηκαν στις διαδοχικές χρονικές περιόδους της αττικής κωμωδίας, την αρχαία, τη μέση και τη νέα κωμωδία. Εγκαταλείποντας σταδιακά την πολιτική σάτιρα και το ὀνομαστὶ κωμῳδεῑν, δηλαδή το προσωπικό σκώμμα της αρχαίας κωμωδίας, όπως είναι ευρύτερα γνωστό από τον Αριστοφάνη, οι ποιητές της μέσης κωμωδίας, των οποίων το έργο έχει παραδοθεί μόνο αποσπασματικά, πλάθουν μυθολογικές κωμωδίες, δηλαδή παρωδίες μύθων και γνωστών τραγωδιών, εισάγοντας, συνάμα, στερεότυπους χαρακτήρες, οι οποίοι θα κληροδοτηθούν στο μεταγενέστερο δράμα. Η νέα κωμωδία του Μενάνδρου, η οποία αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι θα παρέμενε θαμμένη στο σκοτάδι εάν οι ερευνητές της δεν ευτυχούσαν να έχουν στη διάθεσή τους εκτενή παπυρικά σπαράγματα, που ήλθαν στο φως με την άνθηση του κλάδου της παπυρολογίας από τις αρχές του 20ού αιώνα, παραδίδοντας ακέραιη μία ολόκληρη κωμωδία, τον Δύσκολο, και σωζόμενες σε μεγάλο βαθμό αρκετές ακόμη μενάνδρειες κωμωδίες. Την εποχή αυτή, που εκτείνεται από το 323 έως και τα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ., η ένδοξη αθηναϊκή πόλις έχει παρακμάσει και ο ομφάλιος λώρος που συνέδεε άρρηκτα τον πολίτη με την πόλη του στην Κλασική Αθήνα έχει οριστικά κοπεί. Σε μία Αθήνα, λοιπόν, που έχει απολέσει την παλαιά της αίγλη, κυρίως μετά τη συντριβή της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την άνοδο της Μακεδονίας, κύριο μέλημα του μέσου Αθηναίου αποτελεί η επιβίωση, με θλιβερή την κυριαρχία του ατομικισμού. Η πραγματικότητα αυτή αντανακλάται και στη δραματική παραγωγή, με τη στροφή από την πολιτική επικαιρότητα της αρχαίας κωμωδίας σε θέματα της καθημερινής πραγματικότητας, με την καλλιέργεια της κωμωδίας ηθών και χαρακτήρων και, κατ’ επέκταση, με την ανάπτυξη του αστικού δράματος. Θα αναδιατύπωνα, λοιπόν, όσα προανέφερα: η εισαγωγή στην ενότητα για την κωμωδία δεν είναι απλώς χρήσιμη – είναι πολύτιμη, καθώς καταδεικνύεται η σύνδεση και η αποσύνδεση του θεάτρου από την πόλη και καθίσταται σαφές ότι σε περιόδους κρίσεως, οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής, το θέατρο και η στόχευσή του μεταλλάσσονται, μεταμορφώνονται και μετασχηματίζονται, για να εκφράσουν τις ανάγκες και τις προσδοκίες του μέσου πολίτη.

Η εισαγωγή στον μίμο και στα κύρια χαρακτηριστικά του στοχεύει στην εξοικείωση του ευρέος κοινού με αυτό το λιγότερο γνωστό στον μέσο αναγνώστη θεατρικό είδος. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σταθώ στη συνειδητή επιλογή της ανθολόγου να συμπεριλάβει διαλόγους του Λουκιανού – κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, δεδομένου ότι ο Λουκιανός δεν είναι θεατρικός συγγραφέας. Όπως αναφέρει η ίδια η κυρία Κανακάκη, οι μονόλογοι αυτοί επελέγησαν να ενταχθούν στο ανθολόγιο λόγω της ανάπτυξης από τον Λουκιανό του σατιρικού διαλόγου, η θεατρικότητα του οποίου προκύπτει από τη μείξη στοιχείων του φιλοσοφικού διαλόγου και της κωμωδίας, αποδίδοντας, συνάμα, τη διάνοια των αττικών κωμωδιογράφων και το ήθος των ελληνιστών μιμογράφων. Επιπλέον, ιδιαιτέρως χρήσιμο είναι το ευρετήριο θεατρικών όρων, στο οποίο επεξηγείται η ορολογία που χρησιμοποιείται καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου. Η εξαντλητική βιβλιογραφική παράθεση όλων των μεταφράσεων των αρχαίων δραματικών κειμένων που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο αυτό αφενός καταδεικνύει τον πλούτο που διακρίνει τις νεοελληνικές αποδόσεις των κειμένων αυτών, αφετέρου μπορεί να προβεί πολύτιμη τόσο για τους ανθρώπους του θεάτρου κατά τη διερεύνηση της επιλογής της κατάλληλης μετάφρασης για τη σκηνική απόδοση ενός έργου, όσο και για την έρευνα της παραστασιολογίας εν γένει.

Σκοπός του παρόντος τόμου είναι, κατά την ανθολόγο, να αποτελέσει μία «επιτομή μονολόγων», καλύπτοντας ένα διαπιστωμένο κενό και μία χρηστική ανάγκη όσων ενσκήπτουν στη σπουδή της υποκριτικής. Θα προσέθετα ότι, μολονότι το παρόν ανθολόγιο δεν θέτει ως στόχο τη διεκδίκηση επιστημονικής πρωτοτυπίας –δεν είναι αυτός, άλλωστε, ο χαρακτήρας ενός ανθολογίου–, δεν παύει να είναι το προϊόν μιας συστηματικής, άρτια οργανωμένης και επίμοχθης προσπάθειας, καθώς η ίδια η επιλεκτική φύση της διαδικασίας ανθολόγησης κειμένων καθιστά το εγχείρημα αυτό δυσχερές, ειδικά όταν κάποιος καλείται να απανθίσει κείμενα από μία πληθώρα μεταφράσεων. Οι επιλεγμένοι μονόλογοι και οι επιμέρους εισαγωγές που προηγούνται αυτών θα επιτύχουν, πιστεύω, να εξοικειώσουν φοιτητές θεατρολογίας, δραματικών σχολών, καθώς και το ευρύ κοινό με τα κύρια χαρακτηριστικά, τις τάσεις, τα πολιτισμικά και κοινωνικά συμφραζόμενα του αρχαίου δράματος. Τέλος, το συγκεκριμένο ανθολόγιο μπορεί να αποβεί πολύ χρήσιμο και για τους ίδιους τους διδάσκοντες, οι οποίοι μπορούν να το αξιοποιήσουν κατά την επιλογή διδασκαλίας συγκεκριμένων χωρίων από το αρχαιοελληνικό δράμα.

Με την κυρία Ειρήνη Κανακάκη έχω τη χαρά να συνεργάζομαι στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, καθώς είμαι μέλος της τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής για τη διδακτορική της διατριβή, στην οποία διερευνά τη χρήση του στοιχείου της βίας στις παραστατικές τέχνες από την αρχαιότητα έως και τη σύγχρονη εποχή. Για ένα λόγο παραπάνω, λοιπόν, δέχτηκα να γράψω τη γνώμη μου γι’ αυτό το εξαίρετο ανθολόγιο θεατρικών μονολόγων από την αρχαία δραματική και λογοτεχνική παραγωγή.

[Η Ιωάννα Καραμάνου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.]

Ανθολόγιο θεατρικών μονολόγων: Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Μένανδρος, Ηρώνδας, Θεόκριτος, Λουκιανός ανθολόγηση: Ειρήνη Κανακάκη μετάφραση: Συλλογικό έργο επιμέλεια: Ειρήνη Κανακάκη Φίλντισι Ανθολόγιο θεατρικών μονολόγων: Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς
Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης, Μένανδρος, Ηρώνδας, Θεόκριτος, Λουκιανός
ανθολόγηση: Ειρήνη Κανακάκη
μετάφραση: Συλλογικό έργο
επιμέλεια: Ειρήνη Κανακάκη
Φίλντισι
526 σελ.
Τιμή € 22,00

 

Εμφανίσεις: 2754

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr