A+ A A-

ΠΙΤΕΡ ΕΪΜΣ ΚΑΡΛΙΝ: ΜΠΡΟΥΣ κριτική του Θανάση Αντωνίου

 

Η rock βιβλιογραφία δεν ευτύχησε στην Ελλάδα κι όχι διότι δεν υπήρχαν αναγνώστες να τη στηρίξουν. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η παραγωγή επί χρόνια ήταν κάτω του μετρίου: οι περισσότερες εκδόσεις αποτελούσαν αποσπασματικές συρραφές δημοσιευμένων συνεντεύξεων, οι μεταφράσεις ήταν «ξύλινες», το φωτογραφικό υλικό φτωχό, οι πηγές άφαντες κ.λπ.

Η περίπτωση της σειράς Λατέρνατιβ που επιχειρεί να δημιουργήσει ο εκδοτικός οίκος To Ροδακιό είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Μετά την αυτοβιογραφία του κιθαρίστα και συνθέτη των Rolling Stones Κιθ Ρίτσαρντς, κυκλοφορεί τώρα στη συγκεκριμένη σειρά ένα καταπληκτικό βιβλίο για τον Μπρους Σπρίνγκστιν, το οποίο υπογράφει ο Πίτερ Έιμς Κάρλιν (Peter Ames Carlin), δημοσιογράφος των New York Times και του περιοδικού People.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, το οποίο αναδεικνύει όλα όσα λατρεύουμε –«ζηλεύουμε», στην περίπτωσή μου– στην αγγλοσαξονική δημοσιογραφία. Έρευνα του συγγραφέα στις πηγές επί χρόνια, ατελείωτα ταξίδια σε όλες τις πόλεις-σταθμούς της ζωής του Σπρίνγκστιν με αφετηρία, φυσικά, το Άσμπερι Παρκ του Νιου Τζέρσεϊ, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ, συνεντεύξεις με δεκάδες ανθρώπους που γνώρισαν ή συνεργάστηκαν με τον κορυφαίο Αμερικανό συνθέτη, τραγουδιστή και μουσικό. Και, βέβαια, πολλές ώρες συνεντεύξεων με όλα τα μέλη της οικογένειάς του και το ίδιο το Αφεντικό.

Κι επιπλέον, κοινωνιολογική ανάλυση της αμερικανικής κοινωνίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τις μέρες μας, ανθρωπογεωγραφική προσέγγιση της σχέσης του Σπρίνγκστιν με την ίδια τη χώρα του (η λατρεία που του δείχνει η Ανατολική Ακτή, η αποδοχή από την πλούσια Καλιφόρνια, η βήμα βήμα κατάκτηση της συντηρητικής ενδοχώρας κ.ά.), εμβάθυνση στη στιχουργική του ποιητή Σπρίνγκστιν, υπέροχη σκιαγράφηση της θρυλικής E- Street Band, που τον συνοδεύει σχεδόν 40 χρόνια, και ανάλυση της δομής που έλαβε, κυρίως μετά το 1970, η αμερικανική δισκογραφική βιομηχανία.

Φυσικά, από ένα τέτοιο πόνημα δεν λείπουν οι σχέσεις του Σπρίνγκστιν με το γυναικείο φύλο, η σχέση του με την εργατική τάξη, η πολιτική στάση του ανά τις δεκαετίες· το βιβλίο είναι ένα δοκίμιο για τη σύγχρονη Αμερική κι όχι απλώς η βιογραφία ενός ροκά...

Το παιδί απ' το Νιου Τζέρσεϊ

Ο συγγραφέας ξεκινάει πολύ πριν από τη γέννηση του Μπρους Σπρίνγκστιν, πιάνοντας το νήμα από την εποχή της εγκατάστασης των παππούδων του στο Νιου Τζέρσεϊ τον 19ο αιώνα (ολλανδικές, ιταλικές και ιρλανδικές ρίζες), γενέθλιο τόπο και κεντρικό σημείο αναφοράς σε όλη τη ζωή του, και συνεχίζει με τα μαθητικά κι εφηβικά του χρόνια, τις σχέσεις με τους γονείς του, τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του στο φόντο μιας ευημερούσας μεν Αμερικής, αλλά με αρκετούς απόκληρους· η οικογένειά του δεν ήταν ποτέ εύπορη και η καθημερινότητα των Σπρίνγκστιν δεν ήταν αυτό που θα λέγαμε ειδυλλιακή.

Και μετά έρχεται η πρώτη κιθάρα (αγορασμένη από τη μαμά, φυσικά...), τα πρώτα συγκροτήματα, οι πρώτοι φίλοι από την ακμάζουσα μουσική κοινότητα της Νέας Υόρκης, οι πρώτες εμφανίσεις με την ορχήστρα του, τα πρώτα δολάρια στην τσέπη, που έφταναν μόνο για ένα χάμπουργκερ και μερικές μπίρες, το πρώτο συμβόλαιο με την Columbia και φυσικά ο πρώτος δίσκος, το θριαμβευτικό ακόμα και σήμερα Greetings From Asbury Park N.J. του 1973.

Η δομή του βιβλίου είναι ταυτόχρονα απλή και λειτουργική: ο συγγραφέας παρουσιάζει δίσκο προς δίσκο (και μετά περιοδεία ανά περιοδεία) τη μακρά πορεία του Σπρίνγκστιν από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ προς το παγκόσμιο ακροατήριο, και κάθε φορά αναλύει το κεντρικό στιχουργικό θέμα του δίσκου – διαφορετικό κάθε φορά. Ταυτόχρονα, αναλύει την ισορροπία του Σπρίνγκστιν με την πολυμελή μπάντα του, ρίχνει φως στον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο, κάνει αναφορές στην τρέχουσα κατάσταση της δισκογραφικής βιομηχανίας, έτσι ώστε ο αναγνώστης παρακολουθεί ταυτόχρονα δύο και τρεις ιστορίες: τον Μπρους να ωριμάζει, την μπάντα να γίνεται το alter ego του, τις μάχες με τους γραφειοκράτες των δισκογραφικών, τον πολιτικό αντίκτυπο της στάσης του, αλλά και τον προσωπικό του βίο, τον γεμάτο από εναλλαγές συναισθημάτων, εισόδους κι εξόδους γυναικών, μέχρι το Αφεντικό να βρει την οικογενειακή γαλήνη με την Πάτι Σκιάλφα.

Εικόνες της Αμερικής

Το Όσκαρ για το «Streets Of Philadelphia» (1994), το σοκ της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και η άμεση ανταπόκριση του συνθέτη στην έκκληση για ψυχολογική στήριξη του αμερικανικού λαού, η διαμάχη –στη συνέχεια– με τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους, που πήγε να καπηλευτεί τον έντονο πατριωτισμό του Σπρίνγκστιν, η υποστήριξη στον Μπαράκ Ομπάμα, η κόντρα του Αφεντικού με την αστυνομία και τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης για το συγκλονιστικό «American Skin [41 Shots]» (στο οποίο καυτηριάζει την αδικαιολόγητη δολοφονία με 41 σφαίρες ενός μετανάστη από αστυνομικούς με πολιτικά), οι σχέσεις του με τους μάνατζερ και τους παραγωγούς, είναι μερικά από τα κεφάλαια που θα συναρπάσουν τον αναγνώστη.

Αν και παρακολουθώ τον Σπρίνγκστιν εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες, αν κι έχω στη δισκοθήκη μου τα πάντα μέχρι το The Ghost Of Tom Joad (1995) κι έχω ακούσει όλα τα υπόλοιπα, «ξανάκουσα» και «ξαναδιάβασα» το Αφεντικό μέσα από το καταπληκτικό αυτό έργο. Είδα πτυχές της στιχουργικής του που μου είχαν διαφύγει κι άκουσα τη μουσική του με μια νέα διάθεση. Έμαθα την ιστορία πίσω από εμβληματικά τραγούδια που λάτρεψα, όπως το «The River» (1980), γνώρισα καλύτερα τους θρυλικούς συνεργάτες του, τους συγχωρεμένους Κλάρενς Κλέμονς (σαξόφωνο) και Ντάνι Φεντερίτσι (πλήκτρα), τον υπερ-cool Στιβ βαν Ζαντ (κιθάρα, ενορχήστρωση), τα θηρία Ρόι Μπίταν (πιάνο), Μαξ Γουάινμπεργκ (τύμπανα) και Γκάρι Τάλεντ (μπάσο)· είναι εντυπωσιακό το πόσο επιμένει ο συγγραφέας στη σκιαγράφηση αυτών των μουσικών γιγάντων, για να φιλοτεχνήσει το προφίλ του Μπρους.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η μετάφραση του Γιώργου Μιχαλόπουλου είναι άψογη, παρά τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής που χαρακτηρίζει τις μεγάλες πένες των New York Times, όπως ο Κάρλιν, ενώ ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στους (με πολλές μουσικές γνώσεις) Σταύρο Διοσκουρίδη και Παναγιώτη Μενέγο, τους επιμελητές του βιβλίου και της σειράς. Το βιβλίο, το οποίο περιέχει έγχρωμο φωτογραφικό υλικό, κλείνει με πλούσια βιβλιογραφία και βοηθητικό ελληνικό κι αγγλικό ευρετήριο. Πραγματικά σπουδαία έκδοση.

ΜπρουςΜπρους
Πίτερ Έιμς Κάρλιν
μετάφραση: Γιώργος Μιχαλόπουλος
Το Ροδακιό
656 σελ.
Τιμή € 26,63
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 1627

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Η έκδοση που αφορά τον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου είναι δίγλωσση (στην ελληνική και αγγλική γλώσσα), μεγαλόσχημη και επιβλητική, πολυτελής και αστραφτερή, τέτοια που να αρμόζει στο μέγα θέμα της και στον ιερό σκοπό της.

Το βιβλίο, η Βίβλος καλύτερα, «επανεξετάζει τις κυριότερες πηγές, βάσει των οποίων παλαιότεροι μελετητές [...] σκιαγράφησαν την αλληλουχία των διαδοχικών μετεγκαταστάσεων του Πατριαρχείου από το 1454 έως τις αρχές του 17ου αιώνα, δηλαδή από τους Αγίους Αποστόλους έως το Φανάρι». Πρόκειται δηλαδή για τη «στεγαστική περιπέτεια του Πατριαρχείου, πριν εγκατασταθεί οριστικώς στο Φανάρι».

Το συγγραφικό μέρος που αφορά το στεγαστικό πρόβλημα υπογράφει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, Δρ. Οικονομικής Ιστορίας. Το εικαστικό υπογράφει η καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου. Για τις εικόνες, συγκεκριμένα, του Πατριαρχικού Ναού γράφει η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μαρία Ι. Καζαμία-Τσέρνου. Προηγείται των επιστημονικών ενοτήτων ο πρόλογος του Νικολάου Ι. Μέρτζου, με γλώσσα και ύφος που αρμόζουν στην περίσταση, αλλά και του Νικολάου Εμμ. Μάνου, ο οποίος σε απλούστερη αλλά όχι απλή γλώσσα επίσης μας παρέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη σύνοψη.

Ο Χεκίμογλου εξετάζει και παρουσιάζει λεπτομερώς το στεγαστικό πρόβλημα που είχε το Πατριαρχείο και το οποίο, κατά τον Μελέτιο Πηγά, οφειλόταν στη διοικητική και οικονομική αταξία της ηγεσίας της Εκκλησίας. Ο ιεράρχης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα –«ημείς δε ουδέ το χαράτσιον της βασιλείας έχομεν δούναι»– και κτιριακά – «εις Πατριάρχου οίκησιν τη Εκκκλησία προσκτήσασθαι». Εκθέτει όλη την περιπέτεια του ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, των μεταβολών και των πληθυσμιακών μετακινήσεων, ανάλογα με τις διαθέσεις, τις αποφάσεις και τα συμφέροντα του Σουλτάνου, παράλληλα με τις έριδες των ενδοεκκλησιαστικών κύκλων. Εν πάση περιπτώσει και έπειτα από μακρά αναφορά στις μονές του Πέμπτου Λόφου, σε ναούς, σε έριδες, σε νόμους που καθορίζουν τα περί εγκατάστασης ή μετεγκατάστασης των χριστιανών σε περιοχές επιλεγμένες, για τις σχέσεις των ιεραρχών με την Αυλή, για το πλήθος και το είδος των ναών της Θεοτόκου και του Αγίου Γεωργίου, αλλά και άλλων, οι οποίοι ενδεχομένως θα μπορούσαν να στεγάσουν το Πατριαρχείο, φτάνουμε στον ναό του Αγίου Γεωργίου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Du Cange. Και το συμπέρασμα είναι ότι το 1593 πατριαρχικός ναός ήταν η μονή Προδρόμου. Το 1604 ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο Διπλοφανάριο. Τελικώς επιλέγεται το Φανάρι ως ιδεολογικός χώρος.

Η Θάλεια Μαντοπούλου μάς δίνει το ιστορικό της «σοφής επιλογής» του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου, που από απλός ενοριακός ναός εξελίχθηκε σε πατριαρχικό κυρίως λόγω θέσης. Πάνω στον Πέμπτο Λόφο, εκεί που το τείχος ήταν διπλό και εκτεινόταν από την παραλία μέχρι ψηλά στον λόφο, όπως φαίνεται από τον πανοραμικό χάρτη, κυρίως του Giovanni Andrea Vavassore. Μέσα στην ασφάλεια των τειχών, κοντά αλλά και σε απόσταση από τον αστικό ιστό, σε θέση που δεν προκαλούσε τους μουσουλμάνους, ασφαλισμένο με τρεις πύλες που κλείδωναν και άμεση πρόσβαση στη θάλασσα. Στη συνέχεια, επιφανείς ιεράρχες επεξέτειναν τον ναό, ο οποίος κατέληξε σε «τρίκλιτη βασιλική με ακανόνιστη κάτοψη που μαρτυρεί τη δύναμη της παράδοσης». Έχει μήκος που ξεπερνά τα τριάντα δύο μέτρα, πλάτος κάτι παραπάνω από είκοσι μέτρα και ύψος λίγο περισσότερο από δεκατέσσερα. Αποτελείται δηλαδή από έναν ορθογώνιο πυρήνα, στο κέντρο του οποίου υπάρχουν δυο παράλληλες κιονοστοιχίες, οι οποίες διαμορφώνουν τα κλίτη. Κίονες και ημικίονες γεφυρώνονται από τόξα. Οι αψίδες, τα παράθυρα, οι παράπλευρες κατασκευές, οι στοές, καθώς και το συνοδευτικό εικαστικό υλικό, με την πρόσοψη ναού αναπεπταμένη σε όλο της το μήκος, τα υαλοστάσια, τα διαφορετικού τύπου ανοίγματα, για να σηματοδοτούν και τη διαφορετική χρήση, όλα αποδεικνύουν το μεγαλείο του ναού και συμβάλλουν στην ανάδειξη της μεγαλοπρέπειάς του. Η καθηγήτρια μας παραθέτει λεπτομερώς και με πάσα ακρίβεια όλες τις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, κάνοντας τον αναγνώστη της περιγραφής θεατή και θαυμαστή του οικοδομήματος.

Η Μαρία Ι. Καζαμία μάς παρουσιάζει το εικαστικό μέρος του ναού, όπου έχουν θησαυριστεί «ορισμένες από τις σημαντικότερες φορητές εικόνες της βυζαντινής αλλά και της μεταβυζαντινής περιόδου», τις οποίες χαρακτηρίζει «πολύτιμα, ανεκτίμητα απομεινάρια της τέχνης που καρποφόρησε σε περιόδους δόξας και ευημερίας...». Οι εικόνες που κοσμούσαν τους χριστιανικούς ναούς ήταν το 1935 εκατόν τριάντα πέντε. Πολλές όμως από αυτές καταστράφηκαν από τον φανατισμό των ιστορικών περιπετειών του 1955 και 1964. Οι εικόνες όμως του πατριαρχικού ναού «διέλαθον της καταστροφής». Ανάμεσά τους υπάρχουν και ενυπόγραφες από δύο ζωγράφους: τον Κωνσταντίνο τον Αδριανοπολίτη και τον Ιερόθεο τον Πελοποννήσιο. Οι παλαιότερες είναι δύο ψηφιδωτές της Παναγίας Οδηγήτριας και του Ιωάννη του Προδρόμου, προερχόμενες από τη μονή της Παναγίας Παμμακαρίστου, πρώτου πατριαρχικού ναού. Εξέχουσα θέση έχει και η Παναγία Φανερωμένη από την Κύζικο. Οι υπόλοιπες, όπως μας πληροφορεί η καθηγήτρια, «εκπροσωπούν όλες τις φάσεις της μεταβυζαντινής περιόδου, από την πρώιμη του 16ου έως την όψιμη του 19ου αιώνα».
Στη συνέχεια προβαίνει σε λεπτομερή περιγραφή και παράθεση στοιχείων ιστορικών σχετικά με την κάθε εικόνα χωριστά, το μέρος του ναού όπου βρίσκεται, τα χρώματα και τους συμβολισμούς. Και, βέβαια, να μνημονεύσουμε ότι οι εικόνες βρίσκονται μέσα στο βιβλίο ολόκληρες αλλά και σε ζουμ για την επισήμανση της λεπτομέρειας.

Για ευνόητους λόγους θα σταθώ στην εικόνα του Αγίου Γεωργίου, την οποία υπογράφει ο Κωνσταντίνος Αδριανοπολίτης, έργο του 1746. Ο Άγιος, νέος, όμορφος με κοντά μαλλιά και μεγαλοπρεπή στρατιωτική στολή εικονίζεται, ως είθισται, έφιππος και δρακοντοκτόνος. Σκοτώνει τον δράκοντα και σώζει την κόρη. Και, βέβαια, είναι εμφανής η διαφορά μεγέθους. Ο Άγιος πάνω στο άλογο είναι δυσανάλογα μεγαλύτερος και από τον δράκοντα και την κόρη, αλλά και τον μικρό σκλάβο, Γεώργιο από τη Μυτιλήνη, που ελευθέρωσε από τους Σαρακηνούς και τώρα τον φέρει στα καπούλια του αλόγου του. Η εικόνα συμβολίζει την πάλη του Καλού με το Κακό. Η εικόνα του έφιππου Αγίου, μας πληροφορεί η καθηγήτρια, «διαμορφώθηκε τον 15ο αιώνα από τον Άγγελο Ακοτάντο». Βεβαίως, οι πληροφορίες για την εικόνα είναι πολλές και ειδικού ενδιαφέροντος. Θα ήθελα απλώς να υπενθυμίσω πως η εικόνα του έφιππου δρακοντοκτόνου έχει ως πρότυπό της τον Δεξίλεω στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με πλούσια βιβλιογραφία, καθώς και παράρτημα με μαρτυρίες ταξιδιωτών για τον Πατριαρχικό Ναό, με βιογραφικά σημειώματα και πορτρέτα.

Εντέλει, πρόκειται για ιστορικό, θρησκευτικό, αρχιτεκτονικό, εικαστικό, αλλά και γενικότερα καλλιτεχνικό γεγονός, για το οποίο αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές.

Ο πατριαρχικός ναός του Αγίου ΓεωργίουΟ πατριαρχικός ναός του Αγίου Γεωργίου: Η ιστορία, η αρχιτεκτονική και οι εικόνες του
Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου, Μαρία Ι. Καζαμία-Τσέρνου, Ευάγγελος Χεκίμογλου
επιμέλεια: Ευάγγελος Χεκίμογλου
Εκδόσεις Κυριακίδη
344 σελ.
Τιμή € 30,00
1-patakis-link

 

Εμφανίσεις: 956

ΝΙΚΟΣ ΚΑΚΑΔΙΑΡΗΣ: ΣΦΕΤΕΡΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου

 

Το νέο βιβλίο του καλού ζωγράφου και ποιητή Νίκου Κακαδιάρη, Σφετεριστές και τέχνη: Η ζωγραφική τον 10ο αιώνα στο Βυζάντιο, έρχεται να πλουτίσει τις γνώσεις μας όχι μόνο για την τέχνη της περιόδου αναφοράς, δηλαδή την ονομαζόμενη Μακεδονική αναγέννηση, αλλά και για τα αίτια γένεσης και ακμής ενός πολιτισμού που εν πολλοίς λάμπει ακόμη, του βυζαντινού, καθώς και τις επιδράσεις που αυτός άσκησε στη μετέπειτα Ιταλική αναγέννηση, στην ευρωπαϊκή τέχνη και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέσω της επανεμφάνισης στο ιστορικό προσκήνιο των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και της δημιουργίας ενός κράτους και μιας κοινωνίας με κορμό την ελληνική σκέψη.

Όπως δηλώνει ο Στίβεν Ράνσιμαν, με τα έργα της τέχνης του άφησε το Βυζάντιο στον κόσμο τη μεγαλοπρεπέστερη και διαρκέστερη κληρονομιά του. Τα έργα της τέχνης αυτής, τα οποία δεν φτιάχτηκαν προς δόξαν του κόσμου τούτου αλλά προς δόξαν Θεού, αποτελούν τα εξωτερικά φαινόμενα της μετάβασης, θρησκευτικής, κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής, από την αρχαιότητα στο σήμερα. Αποτελούν, δηλαδή, τον καθρέφτη της Ιστορίας και ως τέτοια τα μελετά και μας τα παρουσιάζει ο Νίκος Κακαδιάρης.

Η Μακεδονική αναγέννηση κληροδότησε στον σύγχρονο πολιτισμό τις απαρχές μιας ουμανιστικής θεώρησης του κόσμου και της πραγματικότητας. Αν η ρωμαϊκή τέχνη είναι η τέχνη των Ελλήνων στην αυτοκρατορική της φάση, τότε η βυζαντινή είναι η τέχνη των Ελλήνων στη χριστιανική της φάση. Ελάχιστα δείγματα ζωγραφικής σώζονται από εκείνη την περίοδο, του 10ου αι., όμως ο συγγραφέας, αξιοποιώντας τον σημαντικό οπλισμό των γνώσεών του ως απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και ως υπομονετικός μελέτης της τέχνης, με την ανάλυση παραστάσεων και μορφών και την ουσιαστική προσέγγιση της μέγιστης αξίας των μικρογραφιών των χειρογράφων, κατορθώνει να αναδείξει όλο το μεγαλείο και τη λάμψη της τέχνης της περιόδου αλλά και των καλλιτεχνών της που, εκείνη ακριβώς την εποχή, μας χαρίζουν και ενυπόγραφα τα σπουδαία δημιουργήματά τους.

Η γλώσσα του Νίκου Κακαδιάρη είναι πυκνή, γλαφυρή, κατανοητή και σαφής. Επικεντρώνοντας στο αντικείμενο της μελέτης του, δεν ξεχνά να μας ταξιδεύει σε τόπους οι οποίοι ακόμη κρατούν κάτι από την αίγλη και το αυτοκρατορικό φως τους.

Το ίδιο το βιβλίο αποτελεί από μόνο του στολίδι και χάρμα οφθαλμών με την ποιότητά του, την αισθητική του ισορροπία και αρτιότητα και τον εικονογραφικό του πλούτο.

Η παράθεση ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων και η ανάλυση του κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος, η αναφορά στις άλλες τέχνες αλλά και στην παράλληλη Ιστορία, καθώς και στα πρόσωπα τόσο της εξουσίας όσο και της πνευματικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθιστούν το βιβλίο αξιοδιάβαστο και σημαντικό εγχειρίδιο προσέγγισης και γνωριμίας του συνολικού περιγράμματος αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε βυζαντινό πολιτισμό.

Σφετεριστές και τέχνηΣφετεριστές και τέχνη
Η ζωγραφική τον 10ο αιώνα στο Βυζάντιο
Νίκος Κακαδιάρης
Εκδόσεις των Φίλων
160 σελ.
Τιμή € 18

 

Εμφανίσεις: 1674

ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ, ΑΠ’ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία, ο Μάνος Λοΐζος έγραψε τη δική του και ο ελληνικός λαός την τραγούδησε και την οικειοποιήθηκε, κι ο Θανάσης Συλιβός γράφει έναν συναισθηματικό απόλογο πάνω στη ζωή και τη δημιουργία του αγαπημένου και πρόωρα χαμένου τραγουδοποιού. Ο Συλιβός γνώρισε τον Λοΐζο από το ραδιόφωνο και, από κοντά, πρώτη και μοναδική φορά, στη Χώρα Μεσσηνίας το 1980 σε μια συναυλία. Δύο χρόνια μετά, ο Λοΐζος διέσχισε «καβάλα στο δελφίνι» ή με το «Παποράκι του Μπουρνόβα» την πλατιά θάλασσα για ταξίδι μακρινό ως την «Τζαμάικα» και άλλες ουράνιες πολιτείες.

Το βιβλίο αποτελεί ευλαβικό και συναισθηματικό αφιέρωμα στη μνήμη του αγαπημένου τραγουδοποιού, για τα τριάντα χρόνια που έκλεισαν από τον θάνατό του το 2012. Ο Θανάσης Συλιβός το επιμελήθηκε, επεξεργάστηκε, συγκέντρωσε το υλικό, το μοντάρισε και το εμπλούτισε με τις αναμνηστικές φωτογραφίες από συναυλίες, συνεργασίες, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και ποικίλες άλλες εμφανίσεις, προσφέροντάς μας μια πολύ ωραία εκδρομή στα χρόνια εκείνα όχι τα πολύ παλιά, αλλά τα νεανικά και δικά μας.

Μετά τον Πρόλογο ακολουθεί το Μουσικό Οδοιπορικό με αναφορά στα πρώτα χρόνια, τη γέννησή του στην Αλεξάνδρεια, την κυπριακή καταγωγή, τα σχολικά χρόνια. Ο Μάνος, «αν και δεν ήταν ιδιαίτερα καλός μαθητής και πρωτοστατούσε στις μαθητικές πλάκες και σκανταλιές, διάβαζε πολύ, κυρίως λογοτεχνία». Κατά κανόνα, κανείς από τους επιφανείς δεν έχει ποτέ καυχηθεί ότι ήταν «καλός μαθητής» σαν να είναι ιδιαίτερο προσόν της καλλιτεχνικής φύσης η απόκλιση από τον κανόνα που επιβάλλει το σχολείο. Έφηβος παρακολουθεί μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Αλεξανδρείας. «Ο Μάνος είχε το χάρισμα να σκαρώνει μελωδίες, δεν εννοούσε να στρωθεί», άφησε το βιολί και πήρε κιθάρα, αργότερα ο πατέρας του του πήρε και πιάνο για να παίζει τις μελωδίες του. Οι επιδράσεις του από την κλασική μουσική αλλά και από το ραδιόφωνο και τη λατέρνα, το ρεμπέτικο και το ταγκό, μπολιάζουν τις δημιουργίες του. Το 1954 ο Μάνος και οι φίλοι του έφτιαξαν μια μικρή κομπανία και έπαιζαν σε φιλικά σπίτια.

Το καλοκαίρι του 1955 φτάνει στην Αθήνα. Φοιτητής στη Φαρμακευτική, αρχικά, και στην Ανωτάτη Εμπορική στη συνέχεια, και ο φίλος του ο Φώτης στη Φιλοσοφική συγκατοικούν και παίζουν μουσική του Χατζιδάκι. Είναι η εποχή του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, των πολιτικοποιήσεων, της γνωριμίας με σπουδαία πρόσωπα του καλλιτεχνικού χώρου και προωθείται από τον Πλέσσα στη «Φιντέλιτυ» για να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι, «Το τραγούδι του δρόμου» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, που τραγούδησε ο Γιώργος Μούτσιος.

Ακολουθούν οι αγώνες για τη Δημοκρατία, οι συναυλίες, η δολοφονία του Λαμπράκη που συγκλόνισε τον πολιτικό κόσμο αλλά και τον λαό, η απαγόρευση των τραγουδιών του Μίκη και η αναχώρησή του στο εξωτερικό, αλλά και η δημιουργία του Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής. Διαμαρτυρίες για την απαγόρευση της μουσικής του Μίκη, συναυλία στο Ακροπόλ, 11 Μαρτίου 1963, με προλόγισμα του Μίκη, που ήρθε επί τούτο, και την παρουσία του Γιάννη Ρίτσου και Νικηφόρου Βρεττάκου, καθώς και μουσικών και στιχουργών που θα κάνουν αισθητότατη την παρουσία τους στο μουσικό στερέωμα. Ανάμεσά τους ο Χρήστος Λεοντής και ο Μάνος Ελευθερίου. Ακολούθησε η Όμορφη Πόλη του Μίκη και η Οδός Ονείρων του Μάνου, που οδήγησαν τους δύο καταξιωμένους μουσικούς μας στη Μαγική Πόλη. Στις 20 Ιουνίου, στο ιντερμέτζο της παράστασης ο Μάνος Χατζιδάκις θα παρουσιάσει τον Λοΐζο και τον Λεοντή από τη σκηνή του θεάτρου Παρκ, όπου θα παίξουν και θα διευθύνουν δικά τους τραγούδια.

Το 1964 δουλεύει με τον Διονύση Σαββόπουλο. Το 1965 παντρεύεται με τη Μάρω Λήμνου, που συνεργαζόταν ήδη μαζί του και του έγραφε και στίχους. Στίχους τού έδινε και η Κωστούλα Μητροπούλου. Το 1966 γεννιέται η κόρη του, η Μυρσίνη. Από εκείνη την εποχή ο Θάνος Μικρούτσικος θυμάται τη συνεργασία τους και την «ανακοπή» της λόγω 21ης Απριλίου 1967. Φυγή στο Λονδίνο, αρχές του 1968 επιστροφή στην Αθήνα. Νέες συνεργασίες με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τη Χαρούλα Αλεξίου, τον Γιάννη Καλαντζή, τον Γιώργο Νταλάρα. Τα τραγούδια του γνωρίζουν επιτυχία, η μουσική του επενδύει ταινίες, στο θέατρο και παντού ο Λοΐζος είναι ο άλλος πασίγνωστος Μάνος. Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» από την ομώνυμη ταινία του Αλέξη Δαμιανού θα σβήσει όλα τα άλλα που με τη σειρά τους είχαν γράψει ιστορία σε σχέση με τον συγκεκριμένο χορό.

Το 1974 είναι η σειρά του Ήλιου. «Θα τον μεθύσουμε τον Ήλιο». Το τραγούδι έκανε τεράστια επιτυχία και θριάμβευσε και ως ύμνος του ΠΑΣΟΚ, τον πρώτο καιρό, μέχρι που η Μυρσίνη, το 2011, με ανοιχτή επιστολή στον Γιώργο Παπανδρέου απαγόρευσε τη χρήση του τραγουδιού από τη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη.

Τα τραγούδια του Μάνου δεν έπαψαν να συγκινούν και για το πολιτικό μήνυμά τους, όπως «Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία» καθώς και το «Ακορντεόν», που ακόμα τραγουδιούνται πλάι στο Άξιον Εστί του Ελύτη στις σχολικές γιορτές. Αλλά και τα τραγούδια «Ο αρχηγός», ο «Στρατιώτης», «Μη με ρωτάς» αγαπήθηκαν από μικρούς και μεγάλους θαυμαστές του. Ο Μάνος δεν παύει να παίρνει ερεθίσματα από τα κοινωνικά προβλήματα και να γράφει τραγούδια που όλα γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Αλλά και η λογοκρισία δεν παύει να απαγορεύει τη μετάδοσή τους. Κι εκείνος με τους φίλους και συνεργάτες δεν παύει να διαμαρτύρεται «να πάψει το ραδιόφωνο να είναι κυβερνητικό [...] κακώς εννοούμενο κυβερνητικό», «η λογοκρισία γίνεται με πολιτικά και όχι με καλλιτεχνικά κριτήρια».

Έτσι, τα χρόνια περνούν και τα τραγούδια κερδίζουν και κρατάνε στον χρόνο. Κι αυτά που κάποτε εμποδίστηκαν, κι αυτά ήρθε καιρός και ακούστηκαν. «Τίποτα δεν πάει χαμένο». Κι ο Μάνος γράφει, συνεργάζεται, συμμετέχει, μάχεται. Πολλοί τάσσονται στο πλευρό του. Τεκμήρια μιας πλούσιας παραγωγής με τραγούδια ερωτικά, κοινωνικά, πολιτικά, και πλάι του, πέραν των άλλων που αναφέραμε, η Νίκη Τριανταφυλλίδη, ο Θάνος Μικρούτσικος, η Τζένη Καρέζη, η Μελίνα, ο Μάνος Κατράκης και άλλοι ομοϊδεάτες και συνοδοιπόροι.

Το 1981 αρρώστησε. Αρχικά νοσηλεύτηκε στο Γενικό Κρατικό και στη συνέχεια πήγε στη Μόσχα. Δεν έδωσε σημασία στις ιατρικές προειδοποιήσεις να προσέχει γιατί κινδυνεύει (όχι μόνο «αμελής» μαθητής αλλά και ασθενής). Μετά το πρώτο εγκεφαλικό φεύγει για τη Μόσχα πάλι, όπου τον χτυπά το δεύτερο και σε δέκα μέρες πεθαίνει.

17 Σεπτεμβρίου 1982 κλείνει ο φάκελος «ζωή». Και το βιβλίο με τη ζωή του Μάνου οδεύει και αυτό προς το τέλος του. Τι και ποιοι έγραψαν για τον Μάνο. Ο κατάλογος είναι μακρύς. Ακολουθούν με τη σειρά, οι συνεντεύξεις σε εφημερίδες και περιοδικά, οι στίχοι των τραγουδιών, η δισκογραφία –τα εξώφυλλα δίσκων–, οι συμμετοχές, τα τραγούδια του Μάνου σε άλλες εκτελέσεις, το ενημερωτικό Σημείωμα, η αφιέρωση από τον επιμελητή στους γονείς του και στην Εμμανουέλα, εγγονή του Μάνου.

Όταν συμπληρώθηκαν τριάντα δύο χρόνια από τη θλιβερή εκείνη μέρα του 1982, ο Ηλίας Κατσούλης έγραψε: «Ανήμερα: Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδας και Αγάπης, 17 Σεπτεμβρίου, ημέρα της αναχώρησής του. Ο Μάνος, πάντως, διαρκώς θα επιστρέφει εδώ που τον θυμόμαστε, ΕΔΩ ΠΟΥ ΟΛΑ ΤΟΝ ΘΥΜΙΖΟΥΝ».

Πολλοί από εκείνους που στέκουν δίπλα του στις φωτογραφίες έχουν επίσης αναχωρήσει κι έχουν αφήσει πίσω τους τη μάταιη και σύντομη ζωή. Κοιτώντας από ψηλά το φυλλομέτρημα του βιβλίου και σε αναμονή για τις νέες αφίξεις, θα πρέπει να νιώθουν ευχαριστημένοι για τον Μάνο. Και ο Μάνος ανάμεσά τους θα παίζει ακόμα στην κιθάρα του ταξίδια, έρωτες, επαναστάσεις και όλα εκείνα που «πέρασαν απ' τη μνήμη στην καρδιά».

Μάνος Λοΐζος Απ' τη μνήμη στην καρδιάΜάνος Λοΐζος
Απ' τη μνήμη στην καρδιά
επιμέλεια: Θανάσης Συλιβός
Μετρονόμος
296 σελ.
Τιμή € 17,04

 

Εμφανίσεις: 2274

MICΚ JAGGER

του Απόστολου Σπυράκη

Ο απόλυτος περφόρμερ ήταν για πάνω από τέσσερις δεκαετίες ο Μικ Τζάγκερ, επιβιώνοντας δοκιμασιών που δεν θα άντεχε οποιοσδήποτε, δίνοντας συναυλίες σε χώρους όπου χιλιάδες πνευμόνια σε υπερλειτουργία αποστράγγιζαν το οξυγόνο που υπήρχε, αντιμετωπίζοντας περισπασμούς που ελάχιστοι περφόρμερ έχουν ζήσει, όπως στο φεστιβάλ της πίστας αγώνων αυτοκινήτου στο Άλταμοντ της Καλιφόρνιας, δίχως επαρκή ασφάλεια δεχόταν γρονθοκοπήματα νεαρών αντιδραστικών, ομάδες μοτοσικλετιστών που ήταν γνωστοί ως «Άγγελοι της κόλασης» άρπαζαν όποτε ήθελαν το μικρόφωνο κι έσπερναν τον τρόμο στο πλήθος των τριακοσίων χιλιάδων θεατών, ένας άγριος γερμανικός ποιμενικός διέσχιζε τη σκηνή, ο καπνός απ’ τις φωτιές που είχαν ανάψει για να σπάσουν τη διαπεραστική ψύχρα της νύχτας αναμειγνυόταν με το κόκκινο σκηνικό του φωτισμού και μέσα σ’ όλα αυτά ο τραγουδιστής των Ρόλινγκ Στόουνς προσπαθούσε να λειτουργήσει έχοντας χάσει τον έλεγχο του πλήθους, με την ανεξέλεγκτη επιθετικότητα που ήταν διάχυτη παντού.

Μαζί με τον φίλο του, Κιθ Ρίτσαρντς, ξεκίνησαν από το Γουέστ Εντ του Λονδίνου, μιας πόλης σε υπερδιέγερση από την έκρηξη ευμάρειας της δεκαετίας του ’60, με τους ουρανοξύστες και τις περιελισσόμενες ανισόπεδες και υπόγειες διαβάσεις της, μπαίνοντας στα εργαστήρια των μουσικών καταστημάτων όπου φτιάχνονταν κατά παραγγελία οι κιθάρες για να εισπνεύσουν τα αρώματα του ακατέργαστου ροδόξυλου, του ρετσινιού και του βερνικιού, περιμένοντας από τη μαμά να τους αγοράσει μια κιθάρα των επτά λιρών από τον μισθό της στον φούρνο όπου δούλευε – για τον Κιθ Ρίτσαρντς μιλάμε βέβαια, ο Τζάγκερ δεν στερήθηκε ποτέ του τίποτα, όπως ίσως θα περίμενε κανείς από έναν μετέπειτα επαναστάτη.

Χρησιμοποιώντας ένα μάρκετινγκ άκρως επιθετικό, που εστίαζε στην πρόκληση και στο σκάνδαλο, δίχως ίχνος από τη φινέτσα του Τζον Λένον και του Πολ ΜακΚάρτνεϊ με τον ελαφρά παράτονο ήχο των τραγουδιών τους, τόσο διαφορετικό από τον λουστραρισμένο ήχο των Μπιτλς, έδειξαν τη χαμέρπεια της πραγματικής ζωής σε σύγκριση με τον άμωμο παράδεισο των παιδιών από το Λίβερπουλ κι έμειναν φίλοι αδερφικοί ακόμα κι όταν χρειάστηκε να οδηγηθούν σιδηροδέσμιοι στις φυλακές εκείνες όπου είχε κλειστεί πριν από χρόνια ο Μπέρτραντ Ράσελ ως αντιρρησίας συνείδησης στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Φίλιπ Νόρμαν, παιδί κι αυτός της εποχής που σφράγισε με την κουλτούρα της το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, παρουσιάζει την πορεία αυτού του απόλυτου περφόρμερ με ύφος νευρικό, γλαφυρό, αιχμηρό, χρησιμοποιώντας ενίοτε την ιδιότυπη εκείνη γλώσσα του δρόμου που διαπνέει την κουλτούρα του ροκ αλλά κι εκείνο το ιδιαίτερα σκληρό χιούμορ που έχουν οι Βρετανοί (έξοχη η απόδοση στα ελληνικά).

Καταρρίπτει δοξασίες και μύθους που θέλουν τον Τζάγκερ ανάλγητο, ιδιοτελή, άξεστο, ακόλαστο, φιλοτομαριστή και μύρια άλλα, δεν χαρίζεται όμως στον ήρωά του, που τον διέπνεε μια τρομερή επιθυμία προβολής, ένας πρωτόγονος φιληδονισμός αλλά και μια ανθεκτικότητα απίστευτη, που του επέτρεψε να ανέλθει θεαματικά στον αδίστακτα ακόρεστο κόσμο της μουσικής βιομηχανίας, που καταβροχθίζει αχόρταγα κάθε καινούργιο υλικό.

Δεν ήταν πάντα εύκολα τα πράγματα για τους Ρόλινγκ Στόουνς, το επιθετικό και προκλητικό τους στιλ συνάντησε λυσσαλέα αντίδραση, στις πρώτες περιοδείες τους στο Μάντσεστερ κανείς δεν τους έφερνε φαγητό στα κινέζικα εστιατόρια, στα αεροδρόμια εξαγριωμένοι ευυπόληπτοι πολίτες τούς γρονθοκοπούσαν χωρίς ενδοιασμό, στην πρώτη περιοδεία τους στη Νέα Υόρκη αναγκάστηκαν να καταλύσουν σε φτηνά δωμάτια, να κοιμηθούν σε καναπέδες, κι όταν δεν είχαν χρήματα για ταξί στο Μανχάταν κοιμήθηκαν κατάχαμα σ’ ένα διαμέρισμα φίλων, την ώρα που οι Μπιτλς με τον μάνατζερ και την πολυάριθμη ακολουθία τους διανυκτέρευαν σε διασυνδεδεμένες σουίτες πολυτελείας στον ψηλότερο όροφο του πιο μεγαλόπρεπου ξενοδοχείου, του Πλάζα, στην Πέμπτη Λεωφόρο στο Σέντραλ Παρκ.

Κι όμως, κατάφερε ν’ αντέξει αυτός ο γόνος μιας μικροαστικής οικογένειας και κατάφερε να εκφράσει το πνεύμα μιας εποχής που χαρακτηριζόταν όχι μόνο από αγάπη και ειρήνη, αλλά κι από ξεσπάσματα βίας, από την πανταχού παρουσία ουσιών παραισθησιογόνων κι από έναν ανορθολογισμό στα όρια της υστερίας. Κατάφερε ν’ αντέξει την έκρηξη ενέργειας που διαπέρασε τη νεανική κουλτούρα της δεκαετίας του ’70 με το κίνημα του πανκ συνεχίζοντας απτόητος, δεν είχε τη σιδερένια κράση του φίλου του, αλλά «...ποτέ δεν ανέβαινα στη σκηνή πιωμένος, ούτε μια φορά, πως θα μπορούσα!» όπως έχει πει, όταν όλα έμοιαζαν χαμένα κι η μπάντα έμοιαζε να αποσυναρμολογείται, να παλαντζάρει επικίνδυνα, να διαλύεται πάνω στη σκηνή, ήταν ο ηγέτης που φώναζε πίσω από την πλάτη των μουσικών: «Το τέμπο πιάστε, το τέμπο!»

Κι ήταν αυτός που ήξερε πώς να ελέγχει τον σφυγμό του πλήθους τις περισσότερες φορές, εκτός ίσως από κείνη την εφιαλτική συναυλία στην Καλιφόρνια που σφράγισε αρνητικά τη φήμη του συγκροτήματος. Ήταν ο απόλυτος περφόρμερ, αυτός ο πρώην σπουδαστής του LSE, της φημισμένης βρετανικής σχολής, αυτός ο άνθρωπος που χανόταν κατά καιρούς στην τεράστια βιβλιοθήκη του, αυτός που όταν είχε μπροστά του διακόσιες πενήντα χιλιάδες ανθρώπους στη συναυλία στο Χάιντ Παρκ του Λονδίνου, ένα Σάββατο του 1969, για να αποδώσουν φόρο τιμής στον Μπράιαν Τζόουνς, το μέλος του γκρουπ που είχε δώσει τέρμα στη ζωή του πέφτοντας στην πισίνα του διαμερίσματός του, καλμάροντας και ηρεμώντας το κοινό, σαν τον γονιό που κατευθύνει τα εξουθενωμένα παιδιά του, είπε: «Ώρα να πηγαίνουμε, περάσαμε ωραία, περάσαμε πολύ ωραία», και τότε το ζαβλακωμένο από τη ζέστη κοινό του ενός τετάρτου του εκατομμυρίου διαλύθηκε σιγά σιγά, με τάξη και ηρεμία, μαζεύοντας τους τόνους σκουπιδιών που είχαν σωρευτεί στο γρασίδι του πάρκου, αφήνοντας το μέρος πιο καθαρό από οποιοδήποτε άλλο Σάββατο.

Mick JaggerMick Jagger
Φίλιπ Νόρμαν
μετάφραση: Σέβη Σπυριδογιαννάκη
Ψυχογιός
642 σελ.
Τιμή € 19,90

 

Εμφανίσεις: 1745

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr