A+ A A-

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ: ΣΙΜΟΝ κριτική της Καίτης Διαμαντάκου

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ: ΣΙΜΟΝ κριτική της Καίτης Διαμαντάκου
Γνώρισα αρχικά την Καίτη Βασιλάκου μονομερώς ως αναγνώστης, μονόδρομα ως άγνωστος αποδέκτης του θεατρικού μηνύματός της και διαμεσολαβημένα, μέσα από τον μυθοπλασιακό λόγο της και τα μυθοπλασιακά προσωπεία της στο πρώτο θεατρικό της έργο, το Σιμόν. Τη γνώρισα στην καμπή μιας προσωπικής διαδρομής, που φαίνεται να οδηγεί από την πεζογραφία στην ποίηση και από κει στο θέατρο, σε μια συστηματική και ζωτική για την ίδια –καθώς φαίνεται– αναζήτηση του Εαυτού και του Άλλου μέσα από τους ταχείς και συμπυκνωμένους δρόμους της τέχνης του λόγου.

Με αυτή την ιδιότητα, ως ένας περισσότερο ή λιγότερο αναμενόμενος, εγγεγραμμένος, επαρκής ή ιδανικός αναγνώστης (για να θυμηθούμε ορισμένες κατηγοριοποιήσεις του αναγνώστη από τη νεότερη θεωρία της πρόσληψης), ο οποίος, ως τρίτος πόλος, ολοκληρώνει την επικοινωνιακή διαδικασία που οικοδομήθηκε από την αποστολέα του μηνύματος και το ίδιο το μήνυμα, γράφω το κείμενο αυτό έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι η δική μου ανάγνωση είναι και θα παραμείνει ένα μικρό, ασήμαντο λιθαράκι στο ερμηνευτικό ψηφιδωτό που έχει ήδη αρχίσει να συντίθεται και θα συνεχίσει να συντίθεται από τις άλλες αναγνώσεις του συγγραφικού μηνύματος της Καίτης Βασιλάκου. Είτε αυτό το μήνυμα παραμείνει σε επίπεδο δραματικού κειμένου, είτε αυτό περάσει και μετουσιωθεί –πράγμα που εύχομαι θερμά– στο επίπεδο του σκηνικού κειμένου, γίνει δηλαδή θεατρική παράσταση, ένα νέο «μήνυμα» με ιδιαίτερο, πιο σύνθετο ακόμη κώδικα, με πρόσθετους αποστολείς τον σκηνοθέτη και τους άλλους θεατρικούς συντελεστές, και με πρόσθετους, ακόμη πιο περίεργους και απαιτητικούς αποδέκτες, τους θεατές.

 

Εμφανίσεις: 1599

Περισσότερα...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΡΟΣΑΚΗ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΡΟΣΑΚΗ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ
Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που έβγαλε αριστουργήματα στην κεραμική τέχνη, και όχι μόνο, δεν θα ήταν δυνατόν να μη δημιουργηθεί Σχολή και να μην έχει σημαντική θέση στην παγκόσμια δημιουργία. Η κεραμίστρια Ελευθερία Δροσάκη, λες και πήρε τη σκυτάλη κατευθείαν από τους προγόνους που της έδωσαν τα πρώτα ερεθίσματα, μνημονεύει τα νησιά Σάμο, Τήνο, Φολέγανδρο, Ύδρα στους γεννήτορές της. Και πολύ σωστά πράττει, αφού τα έργα της τέχνης της σ' αυτή τη γη γεννήθηκαν και στολίζουν τα μεγάλα μουσεία του κόσμου. Αυτής της γενιάς και της αγωνίας, επί εβδομήντα χρόνια, απότοκος είναι το παρόν βιβλίο, το αυτοπροσδιοριζόμενο πραγματικά και αυτοσυστηνόμενο συναισθηματικά από τον τίτλο του 70 χρόνια αγωνίας για την Κεραμική Τέχνη, τη Ζωγραφική και τη Λογοτεχνία. Τη φροντίδα για τη μελέτη-πορτρέτο ανέλαβε ο ειδικός επί του θέματος Γιάννης Παπανικολάου, ο οποίος κατατάσσει στην Εισαγωγή του την ελληνική Κεραμική στην ίδια θέση με τα δύο Νόμπελ μας στη Λογοτεχνία, με τη Μουσική των Γερμανών, τη Ζωγραφική και την Όπερα των Ιταλών. Δεν θα ήταν υπερβολή να εμπλουτίσουμε τον κατάλογο των ελληνικών επιτευγμάτων με τη Γλυπτική και την Αρχιτεκτονική, για να είμαστε δίκαιοι με τους προγόνους μας.

Η Δροσάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Η καταγωγή της είναι από τη Σμύρνη, η ίδια όμως θεωρεί πατρίδα της το Αιγαίο, όπου γεννήθηκε η Τέχνη της. Εκείνη γεννήθηκε τον 20ό αιώνα, ο οποίος την προίκισε με πολλές και ποικίλες εμπειρίες. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος την πρόλαβε στην αρχή της εφηβείας της, τον οποίο βίωσε, καθώς επίσης και την Κατοχή και τον Εμφύλιο που ακολούθησαν. Οι εθνικές περιπέτειες όμως δεν έριξαν στη λήθη τις παραινέσεις του παππού της, οι οποίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να ριζώσουν και να καρποφορήσουν. Γιατί ο χρόνος που κύλησε δικαίωσε τη δουλειά της και τις προσδοκίες των γεννητόρων της, στους οποίους, πέραν των προαναφερθέντων, συμποσούνται και οι μακρινοί παππούδες, τα κυκλαδικά ειδώλια, οι αμαζόνες, η κομψά στολισμένη Σμυρνιά γιαγιά της, ο μπάρμπα Μηνάς Αβραμίδης – ο Θεόφιλος της παραδοσιακής μας Κεραμικής. Η Δροσάκη για κάθε πρόγονο-δάσκαλο έχει μια αφόρμηση, η οποία πηγάζει άλλοτε από τη μελέτη της ιστορίας του είδους που καλλιεργεί, άλλοτε από βίωμα, προσωπικό και οδυνηρό, και άλλοτε από απροσδιόριστη καταγωγική έλξη.

 

Εμφανίσεις: 1494

Περισσότερα...

ΚΑΙΤΗ ΜΕΣΣΗΝΕΖΗ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ κριτική της Ελένης Σαραντίτη

ΚΑΙΤΗ ΜΕΣΣΗΝΕΖΗ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ κριτική της Ελένης Σαραντίτη
«Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει...»

Όχι βέβαια ότι αναίτια μου ήλθαν στον νου οι στίχοι του μέγιστου Διονυσίου Σολωμού κοιτώντας και αποθαυμάζοντας τις πέτρες στο ευφρόσυνο βιβλίο της Καίτης Μεσσηνέζη, όπου τα πάντα λαλούν με χίλιες φωνές και χιλιάδες ήχους. Γλυκολάλητο βιβλίο.

Γεννήματα της φύσης· της στεριάς και της θάλασσας θρέμματα. Του ήλιου ψυχοπαίδια, του αγέρα τα χαϊδεμένα που περίμεναν μάτια γνωστικά να τα ξεχωρίσουν, χέρια στοργικά να τα θωπεύσουν· εξάλλου, ποιος να ξέρει πόσους χρόνους, ποιους καιρούς αμέτρητους βρίσκονταν στην αναμονή ως να σκύψει επάνω τους ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, να τα ζεστάνει με τα επιδέξια δάχτυλα και να αρχίσει μαζί τους να συνομιλεί μυστικά ως να τα μετατρέψει σε έργα τέχνης.

Μιλούν οι πέτρες; ίσως κάποιος σκεφτεί. Ασφαλώς και μιλούν. Μονάχα που απευθύνουν τον λόγο τους σ' αυτόν που ξέρει να ακούει και να αποκρίνεται. Ένας από αυτούς είναι και η Καίτη Μεσσηνέζη. Όνομα γνωστό, αποδεκτό και αγαπητό στον χώρο των εικαστικών, γενικώς στον χώρο της τέχνης, το οποίο δημιούργησε υπέροχες ακουαρέλες όπου εικονίζονται τοπία της πατρίδας αλλά και της ψυχής μας.

Τώρα, λοιπόν, σε αυτή την εξαιρετική έκδοση της καινούργιας δουλειάς της, η Μεσσηνέζη δεν κάνει μετοικεσία, απλώς παρουσιάζει μιας άλλης μορφής δεξιότητες και ευαισθησίες. Βοτσαλωτά περίτεχνα. Πέτρες αδούλευτες και ηλιόφως. Πέτρες μεταμορφωμένες σε γυναίκες και παιδιά. Ζώα μυθικά και ζώα σύντροφοι. Πουλιά. Αυλές του δειλινού και πεζούλες-κοσμήματα. Στιλπνά όλα· φωτεινά και φτιαγμένα με μεράκι και σαγήνη. Καλλιτεχνήματα σε ένα βιβλίο μιας γυναίκας που από μικρή διακονεί την τέχνη και τέρπει αλλά και τέρπεται.

 

Εμφανίσεις: 1605

Περισσότερα...

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ: ΑΜΛΕΤ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ: ΑΜΛΕΤ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ
Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Όνομα εμβληματικό. Αυτομάτως μας έρχεται στον νου ένας καταρράκτης τίτλων και, εν πρώτοις, ο πιο προβεβλημένος ήρωάς του, ο Άμλετ, ο νεαρός πρίγκιπας που με ένα βιβλίο στο χέρι φιλοσοφεί: «Να ζει κανείς ή να μη ζει, ιδού η απορία» και ένα κρανίο σαν φόντο, που θα φανεί, προϊούσης της εξέλιξης του έργου, ότι ήταν προδήλωση του θανάτου που θα κατακυριεύσει τη σκηνή. Οι δύο «φίλοι» του Άμλετ –ο Ρόζενκρατς και ο Γκίλντεστερν– έπεσαν οι ίδιοι στην παγίδα που του ετοίμαζαν, επειδή θέλησαν να παίξουν το παιχνίδι του Κλαύδιου σε βάρος του «τρελού» φίλου τους. Όμως, κατά τα λεγόμενα του «τρελού», «τρελός είμαι μονάχα όταν ο άνεμος φυσάει βόρειο-βορειοδυτικά./ Όταν ο άνεμος είναι από τον νοτιά, ξεχωρίζω γεράκι από ερωδιό» και σύντομα θα το αποδείξει. Η μητέρα του, η Γερτρούδη, που χήρεψε ξαφνικά, ξαναπαντρεύτηκε, επειδή «κάποιος διάβολος την ξεγέλασε στην τυφλόμυγα», στον μήνα απάνω, τόσο γρήγορα, που «τα ψητά κρέατα της παρηγοριάς σερβιρίστηκαν κρύα στα τραπέζια του γάμου». Τώρα απολαμβάνει τα «αγαθά» της νεόνυμφης, έτσι για να επιβεβαιώσει τον Σαίξπηρ ότι το όνομα της γυναίκας «είναι αδυναμία» (στα καθ' ημάς ισχύει το των κακεντρεχών «στις εννιά του μακαρίτη άλλος μπαίνει μες στο σπίτι») και η ζωή συνεχίζεται, χωρίς η Βασίλισσα να δείχνει ότι συμμερίζεται τις διαθέσεις του γιου της. Ο Κλαύδιος, αδελφός του νεκρού, σύζυγος και κουνιάδος της Γερτρούδης, θείος και πατριός του Άμλετ, στις προγραμματικές εξαγγελίες του δικαιολογεί τη βιασύνη, ξεκάθαρα∙ δεν θέλει να είναι «το βασίλειο [...] σαν ένα κούτελο από θλίψη [...] ζαρωμένο» και, λογικά σκεπτόμενος, παντρεύτηκε τη χήρα του αδελφού του, που αυτός δολοφόνησε, στέλνοντας μήνυμα με τον γάμο προς κάθε κατεύθυνση ότι αυτός έχει τον πρώτο λόγο, θυμίζοντάς μας, ολίγον τι, την Κλυταιμνήστρα, όταν της αναγγέλλεται ότι επιστρέφει ο Αγαμέμνων από την Τροία.

 

Εμφανίσεις: 3133

Περισσότερα...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΙΟΥΡΤΣΑΚΗΣ: Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ κριτική της Νένας Κοκκινάκη

Ο νεοελληνικός διχασμός και το μυστήριο της τέχνης
Καρπό πνευματικής και καλλιτεχνικής συνάντησης συνιστούν τα δύο δοκίμια του Γιάννη Κιουρτσάκη στον τόμο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη. Τα δύο δοκίμια, εμπνευσμένα από τις δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη, επιχειρούν μια προσωπική κριτική προσέγγιση, όπου ο συγγραφέας φωτίζει το έργο του σκηνοθέτη αντλώντας από τις ταινίες του τη δυνατότητα να εμβαθύνει στο ίδιο του το έργο. Οι ταινίες επηρεάζουν ιδιαίτερα τον δοκιμιογράφο, καθώς ο στοχασμός του πατά στο ίδιο έδαφος με αυτόν του σκηνοθέτη: αμφότεροι παρακολουθούν τον διχασμό του νεοελληνικού κόσμου ανάμεσα στον λαϊκό και τον αστικό πολιτισμό του, αποκαλύπτοντας ο καθένας με τον τρόπο του τον πυρήνα της Ιστορίας και κατ' επέκταση τον πυρήνα της έμπνευσης.

 

Εμφανίσεις: 1606

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr