A+ A A-

ΑΝΟΙΚΕΙΟΣ ΝΟΣΤΟΣ

της Πέμης Ζούνη

«Ανοίκειος νόστος» ο τίτλος. Πώς ένας γυρισμός μπορεί να είναι ανοίκειος; Πώς η όποια «επιστροφή» –στο παρελθόν; σε αγαπημένους; στον γενέθλιο τόπο;– μπορεί να συνδεθεί με ένα χαρακτηρισμό που δημιουργεί ανήσυχο περιβάλλον; Η επιστροφή είναι συνειδητή πρόθεση, είναι αποφασισμένο ταξίδι, είναι ανάγκη ψυχής. Ή μήπως όχι;… «Ανοίκειος» είναι η λέξη που τη συνοδεύει στο ταξίδι. Άγνωστος, ασυνήθιστος, ξένος, απόκοσμος, ίσως και τρομακτικός –για να θυμηθούμε και το πολλαπλά σημαίνον «ανοίκειο» του Φρόιντ. Μήπως υπαινίσσεται μια θαρραλέα καταβύθιση;… Ή μήπως είναι μια εμμονική σκέψη, που δεν μπορείς να της γλιτώσεις; Όλες οι εκδοχές ανοιχτές. Αλίμονο αν μας παραδινόταν μονοσήμαντα η απάντηση.

Κοιτάζεις τον τίτλο και τη φευγαλέα γυναικεία φιγούρα μέσα στο υδάτινο στοιχείο, στο εξώφυλλο. Χρώματα χωρίς σαφές περίγραμμα. Δυνατή όμως η παρουσία. Δυνατή και μόνη. Γυμνή. Και σαν να διαχέεται στο νερό. Σε προκαλεί να ανοίξεις την πόρτα, να διαβείς το κατώφλι και να περιπλανηθείς.

ΤΟ ΑΝΟΙΚΕΙΟ

Τα φαντάσματά της στον καθρέφτη διαστέλλονται

σφηνώνοντας γρίφους σε άγρυπνες συλλαβές.

Τότε κρύβεται σε ρόμβους από ασίγαστα ηφαίστεια

και σμαραγδένιους καταρράκτες.

Την κατακλύζει το ανοίκειο.

Αφήνεται.

Θυμάσαι πάλι το εξώφυλλο! Τη μικρή λεπτομέρεια που δεν πρόλαβες να καταγράψεις. Το είδωλο της γυναίκας, εκεί στη γωνίτσα… «Τα φαντάσματά της στον καθρέφτη διαστέλλονται». Θραύσματα του εαυτού της; Ή εικόνες άλλων; «Σφηνώνοντας γρίφους» – η πρώτη νύξη αυτοαναφορικότητας, που θα επανέρχεται σταθερά κατά καιρούς: «Τα ίχνη μου λαβύρινθος από λέξεις» ή «Μόνο τοπίο τα θραύσματα των λέξεων». Και οι συλλαβές «άγρυπνες». Σε έναν διαρκή χρόνο, που σε όλο το έργο δοκιμάζει τις αντοχές, δεν αφήνει περιθώρια για ανάπαυλα. Στις άγρυπνες συλλαβές σφηνώνονται οι γρίφοι. Με ένα ρήμα βίαιο, με μια κίνηση ακούσια, που δεν έχεις παρά να το δεχτείς. Φωτιά και νερό ακολουθούν, με την ίδια ορμή. «Την κατακλύζει το ανοίκειο». Δεν τίθεται θέμα άρνησης, υποχώρησης ή παραίτησης. «Αφήνεται». Ας έρθουν τα φαντάσματα της μνήμης. Καλοδεχούμενα. Η σύμβαση μόλις ορίστηκε.

Γυρνάς τις σελίδες, ξανοίγεσαι σ’ ένα ταξίδι λέξεων αιχμηρών και απαλών. Σώμα και φύση, χώρος και ψυχικό τοπίο εναλλάσσονται και μπλέκονται ελλειπτικά, με μια εικονοπλασία που δεν νοιάζεται για τους νόμους της λογικής αλληλουχίας.

Ακολουθώ ασθμαίνοντας

τους διαδρόμους του ύπνου:

το ουροβόρο ψ στρίβει ολοένα

τις κυψέλες της λευκής κερήθρας

μακριά από τον πυρετό της μέρας.

Είναι πολλές, και τόσο διαφορετικές, οι ταινίες που κλείνονται μέσα σ’ αυτές τις σελίδες. Κάθε μια σου αφήνει μια χαραμάδα, απ’ όπου μπορείς να γίνεις μάρτυρας όχι όλης της ιστορίας βέβαια, αλλά μιας πυκνής στιγμής της. Με συγκεκριμένο ηχητικό περιβάλλον. Με αίσθηση της αφής και ενίοτε της μυρωδιάς. Με τον υπαινιγμό ακόμα και της θερμοκρασίας.

Ο κόσμος πάντα αποσπασματικός. Το βίωμα της απουσίας και της ερημίας διαλυτικό. Η καταβύθιση στον Άλλον ηδονική και οδυνηρή… Η ερωτική έξαρση επανέρχεται σταθερά, εκλιπαρώντας σχεδόν για το απόλυτο του έρωτα. Την ίδια στιγμή που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το αμετάκλητο της φθοράς και της απουσίας.

Φυγή, όνειρο, σιωπή, μνήμη, λήθη, άρρητο.

Δεν έλκομαι από τις ρίζες μου

εκβάλλω στο φως

εικόνα μετέωρη

σε φόντο ασταθές,

έτοιμη να χαριστώ

στην κατάφαση των πραγμάτων,

να αποκοιμηθώ κατάκοπη

στη λήθη του άρρητου(...).

Σχεδόν παγιδεύτηκα στη γοητεία των λέξεων... Ας αφήσω όμως τους αναγνώστες να την ανακαλύψουν οι ίδιοι.

ΑΝΟΙΚΕΙΟΣ ΝΟΣΤΟΣΑνοίκειος νόστος
Ιωάννα Μουσελιμίδου
Ιωλκός
46 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1705

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

του Ιγνάτη Χουβαρδά

Οι «Λεπρές Ισορροπίες» του Γιάννη Στρούμπα, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, είναι ένα παιγνιώδες βιβλίο. Το πνεύμα αναζητά τις αναλογίες του στην πόλη, σε μια μάχη φαινομενικά χαμένη. Η θλίψη κι ο θυμός από την ιδιότυπη αυτοεξορία της ευαισθησίας από τη ρηχή πραγματικότητα δεν οδηγούν στην απόλυτη άρνηση αλλά στο φίνο χιούμορ, την ειρωνεία, το σαρκασμό κάποτε, όπως επίσης και σε μια καλά μελετημένη ανακατανομή εννοιών και μορφών με μια διάθεση αποδεικτική: ο ποιητής αναζητά την κρυμμένη αλήθεια, το νόημα που είναι θαμμένο, τη συγκίνηση που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να υπάρχει.

Το σχόλιο και το σκωπτικό χιούμορ, η παρατηρητικότητα στα σπάργανα της αστικής ζωής, το βαθύτερο ηθικό αίτημα μιας σωστής ιεράρχησης των αξιών (όπου το πνεύμα θα καθορίζει την ύλη κι όχι ανάποδα) εικονογραφούν στα ποιήματα της συλλογής έναν ψυχισμό λόγιο, αλλά όχι ακαδημαϊκό. Η κίνηση του ποιητικού υποκειμένου να αναζητά μια φόρμουλα αρμονικής συμβίωσης στην πόλη, με σκοπό να διαφυλαχθεί το κρυφό μαργαριτάρι του νοήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια στάση αμυντική, ένας μηχανισμός άμυνας. Όμως κάποιες λεπτές αποχρώσεις στους στίχους (για να αποκαταστήσω τον τίτλο του βιβλίου) δημιουργούν μια συνθήκη που ξεφεύγει από τη νομοτέλεια του αιτήματος μιας ανώτερης ποιότητας ζωής – κατά κάποιον τρόπο ο ποιητής, ενώ σχολιάζει και παρατηρεί, παράλληλα αργά αλλά σταθερά δημιουργεί ένα κλίμα ανατρεπτικό. Αυτό εντοπίζεται κυρίως στη νοερή αλλά διαρκώς παρούσα σκηνική παρουσία ενός κόσμου παλιομοδίτικου, ένα φάσμα θα έλεγα φαναριώτικο, η αύρα μιας ξεχασμένης ευγενικής καταγωγής με αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας και κρυμμένους θησαυρούς που από τη φύση τους έχουν ένα χαρακτήρα ιδιωτικό και απόκρυφο.

Ο Στρούμπας διαθέτει ενέργεια και ύφος. Το ποίημα «Κάδος Απορριμμάτων», δυναμικό και αντιπροσωπευτικό του βιβλίου, είναι νομίζω ο καλύτερος επίλογος γι' αυτή τη σύντομη παρουσίαση:

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς

λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες

που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·

τι και πόσο τρώει ο καθένας

τι εσώρουχα φορά

πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του

ποια η ερωτική ζωή του.

Και ψυχολογεί. Βαθιά·

πόσο καταδεκτικός είν’ ο ρακοσυλλέκτης

και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει

που μορφάζουν με αηδία όπως τον πιάνουν.

Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία

κλείνει τη μύτη του

για να γλιτώσει από την μπόχα τους.

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣΛεπρές ισορροπίες
Γιάννης Στρούμπας
Γαβριηλίδης
58 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1561

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗ

της Αγγελικής Κομποχόλη

Όλοι μας το ξέρουμε, το νιώσαμε βαθιά στο πετσί μας, οι καιροί που ζούμε σήμερα είναι αβέβαιοι, χαλεποί, το μέλλον μας σκαιό, κι όμως είναι σε τέτοιες ώρες, σε ώρες κρίσης και εξάρθρωσης, σε ώρες ξεπεσμού, που το στοχαστικό πνεύμα καρπίζει. «Την ώρα του δειλινού αρχίζει η γλαύκα της Αθήνας το φτερούγισμά της», μαρτυρεί ο Έγελος αιώνες πριν και η φιλοσοφική σκέψη, πανανθρώπινη δύναμη, εγκαρδιώνει το συναίσθημα και δημιουργεί την ποίηση. Γιατί έτσι ακριβώς στάθηκαν στον κόσμο οι πρώτες φιλοσοφίες, ποιητικά, κι είναι τούτη η τέχνη με την ακατάλυτη δύναμη των λέξεων και τη μαγεία της, το όργανο που στερεώνει το νου στο δέος και τον φτερουγίζει μακριά από τα σύνορα του φόβου. Είναι τότε που η ποίηση γίνεται «Ανατολή Ελευθερίας» κι «αναδιάταξη του πόνου σε φως» (σελ. 70), «βάλσαμο στις πληγές» μας» κι «απάντηση σε έναν εχθρό που δεν μας έχει ακόμα επιτεθεί» (σελ. 103), για να χρησιμοποιήσουμε, επίκαιρα, δάνεια από την τελευταία ποιητική γραφή του Κωνσταντίνου Μπούρα.

Και την καλωσορίζουμε, στο μέτρο που αυτή η γραφή μάς βοηθά να σταθούμε με παρρησία απέναντι στον εαυτό μας αντικρίζοντας κατάματα τις αλήθειες μας, στο χείλος ενός κόσμου παλαιού που καταρρέει και ενός νέου, άγνωστου, που σφυρηλατείται ανέσπερος στους λογισμούς μας και απειλητικός:

 

Μετά έρχεται το Άγνωστο

πριν πέσει η νύχτα

εκείνο που σε κάνει να ανατριχιάζεις

και να λουφάζεις

τρομαγμένος στη γωνιά σου…

…η λογική παραλύει

και τα όρια της Γνώσεως

Καταλύονται.

Τότε εύχεσαι να είχες

Δοκιμάσει βαθύτερα.

Τότε κλείνεις τα μάτια και βουτάς

Στην ανέγνωρη θάλασσα

Που τη διατρέχουν

Τιτάνια ρεύματα,

Ασύλληπτα στο ανθρώπινο

Μυαλό.

 

Είναι τούτη η «ανέγνωρη θάλασσα» που μας θυμίζει τους μαύρους αρχέγονους ωκεανούς των πρώτων Κοσμογονιών και των πρώτων θρησκειών, η σκοτεινή μήτρα του πνεύματος και της ουσίας του κόσμου, μέσα από την οποία σαν φως ξεπήδησε η ζωή σε κύματα. Είναι αυτή ακριβώς η αντίθεση, σκοτάδι-φως, κι η έντασή της, η βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και γιγαντώθηκε ο ανθρώπινος νους, δυαδικός στο ξεκίνημά του, κι η ανθρώπινη σκέψη, διαλεκτική στη σύνθεσή της. Από τούτα τα ανήλιαγα υφάδια του σκότους και της σκιάς, που συχνά στοιχειώνουν τις ζωές μας, όταν δεν φωτίζονται, ανασύρει με την ποίησή του ο Κωνσταντίνος Μπούρας πολύχρωμους ιριδισμούς, αναζητώντας «ήλιους που δεν εθώρησε» κανείς ακόμα κι αλήθειες που «οσμίζονται την αθανασία». Και αν «χρέος μοναδικό του ανθρώπου» είναι «να φιλιώσει τα αφιλίωτα», κατά τον Καζαντζάκη, και να μετουσιώσει «το πηχτό προγονικό σκοτάδι, όσο μπορεί, σε φως», είναι για άλλη μια φορά καλοδεχούμενη, γιατί είναι φιλάνθρωπη, η ποιητική εκείνη συνδρομή που υπενθυμίζει στην ύπαρξη τη φωτεινότητά της, βοηθώντας τη να σταθεί πλέρια στο όριο και «στη ρευστή ισορροπία» της, μη ξεστρατίζοντας από την ουσία της. Πολύ περισσότερο όταν αυτή η ποιητική συνδρομή προέρχεται από έναν ποιητή που την ανθρώπινη ζωή δεν την «οχυρώνει, μικρόψυχα, σε δοκιμασμένα καλούπια του παρελθόντος», για να χρησιμοποιήσω αγαπημένη φράση του βαθυστόχαστου φιλόσοφου Γιανναρά, μα την θεωρεί άκοπη αναζήτηση και κάθοδο, μαρτυρική οδοιπορία Οδυσσέα και, ελπιδοφόρα, συνειδητοποίηση και λύτρωση:

 

Μες στου ονείρου τις σκιές

Πλανιέμαι

Ψωμί γυρεύοντας των φαντασμάτων,

Άλας κρυσταλλικό,

Νερό που μόλις το αγγίξεις εξαχνούται.

Και διψασμένος μένω,

Νηστικός

Μακριά σταλμένος

Στον πηγαιμό των αδυνάτων

Που γενναίοι ήτανε θαρρείς

πριν ξεκινήσουν

και τώρα γυροφέρνουν

φυλακισμένες μέλισσες,

αναζητώντας τη χαραμάδα εκείνη

που οδηγεί στην ελευθερία

της πιο τριανταφυλλένιας

Ανατολής.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΕλευθερίας Ανατολή
Κωνσταντίνος Μπούρας
Μεταίχμιο
206 σελ.
Τιμή € 14,13

 

Εμφανίσεις: 1369

ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ

της Ελένης Χωρεάνθη

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι μια ξεχωριστή μορφή και περίπτωση στην ποίηση των εξαιρετικά δύσβατων και δύσκολων καιρών μας. Προέρχεται από επαρχία, αλλά μεγάλωσε, σπούδασε, εργάζεται και ζει στην Αθήνα των πέντε εκατομμυρίων ψυχών.

Λέω ψυχών, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ατόμων βρίσκονται εδώ μόνο με το σώμα τους, για διάφορους και για δικούς του λόγους ο καθένας.

Όταν ήρθε στην Αθήνα, έφηβος πια, έφερε μαζί του τον ανεκτίμητο πλούτο της απλής ελληνικής οικουμένης. Ήρθε γεμάτος φως και ομορφιά, ελληνική φύση και αγροτική ζωή, στοιχεία ζωηφόρα και αναλλοίωτα που εντάσσει και ενσωματώνει αριστοτεχνικά στο έργο που οικοδομεί με τα νέα στοιχεία που προσπορίζεται από το αστικό περιβάλλον και από έναν διαφορετικό κόσμο όπως διαμορφώνεται και σχηματοποιείται με την πολυμορφία της ολοένα αναπτυσσόμενης και διογκούμενης πρωτεύουσας και τη νέα του ζωή.

Έτσι η ποίησή του, ποίηση γενναία από τη φύση της και εύκοσμη, επιβλητικά αυστηρή εμπλουτίζεται και βαθαίνει καινούρια, κυρίως δραματικά στοιχεία που κοσμούν, οριοθετούν κατά κάποιον τρόπο, υποστυλώνουν και δίνουν ενδιαφέρουσες, τραγικά, διαστάσεις στο εύρωστο, στέρεο και πηγαίο, κατορθωμένο ποιητικό του έργο.

Ωστόσο, κάποια οριακή στιγμή της ζωής και της δημιουργίας του, έρχονται κακές καταστάσεις και γεγονότα που φαρμακώνουν τον πραγματικό και τον ποιητικό χρόνο του ποιητή, ο όμορφος κόσμος ανατρέπεται, οι παλιοί θαρραλέοι εαυτοί του εξαφανίζονται και μένει μόνος, περίλυπος, ή έτσι νιώθει, με την «άκτιστη ψυχή» του όταν η μοναξιά σε άσπρο χάος θεριεύει μέσα του και ολόγυρά του και η ποίησή του γίνεται όργανο έκφρασης του ψυχικού και του σωματικού πόνου καθώς ένα υφέρπον παράπονο/ κι ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,/ του κόβει τον κόσμο στα δύο» και ύπουλα τον διαβρώνει.

Στα έξι ποιήματα με τίτλο Νοσοκομείο, είναι ωμά και συγκλονιστικά ρεαλιστικός. Εκεί δεν χωράει καμιά επιείκεια, καμιά ποιητική ευαισθησία, οι λέξεις είναι σκληρές, όπως και οι πράξεις που γίνονται, όπως οι εικόνες που αφήνουν πίσω τους οι φορείς με τις άσπρες μπλούζες, κάθε στίχος είναι ένα δυσβάστακτο φορτίο επικείμενου ή πιθανού θανάτου, περιέχει μια οδυνηρή διαδικασία, προοίμιο οιονεί χειρουργείου: Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί/φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους/ (…) ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο(…), στο τραπέζι τους μεταφέρουν, το σιδερένιο. Και τότε, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι τα επίδοξα σφάγια, Αν και κοιμισμένοι θυμούνται επιθυμίες της ζωής τους αμυδρά ίσαμε τη στιγμή που σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος, τα φώτα ένα ένα του αίματος κι αρχίζει το μακελειό με τα νυστέρια/ χασαπομάχαιρα.

Εκεί δεν υπάρχει συμπόνια, δεν υπάρχει οίκτος, όλα είναι θλιβερή συνήθεια, όλα γίνονται επαγγελματικά, ακόμα και το ξόδι στο κοιμισμένο παρεκκλήσι, κι ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα./ Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ/ έφευγαν, έφευγαν οι νεκροφόρες.

Και όσοι τυχεροί άτυχοι βγαίνουν ζωντανοί με πίστωση, χρεωμένοι στο θάνατο χωρίς μαλλιά, σαν μαθητές ενός παλιού σχολείου ασπρόμαυρου, φορώντας πιτζάμες κι αντίς κολόνια κοβάλτιο, δεν είναι οι ίδιοι που μπήκαν, είναι άλλοι, αγνώριστοι…

Αλλά και η νύχτα του ασπασμού που ακολουθεί κι αναφέρεται στον τελευταίο αποχαιρετισμό του πατέρα είναι καταλυτικά λιτό με την ειλικρίνεια και την απλότητά του: Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη/ και δεν μπορώ πια να δακρύσω,/ γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο/ από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ. Πάντα ζούσε μέσα του αυτή την οδυνηρή αποχώρηση. Πάντα λέει, σε φανταζόμουν σε αποχώρηση,/χαρούμενος ήσουν κι εγώ στα μάτια σου έβλεπα. Ένα φως πόλεως -να μ’ αποχαιρετά- μακρινής/…την παντοτινή σου ζούσα την απουσία. Λες κι ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι πίσω από την πόρτα της καρδιάς του. Για να καταλήξει πως: Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα κι όσοι με αγάπησαν/ Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν/ άηχες μελωδίες./ Χιόνι./ Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση. (Νοσοκομείο, εν υστερογράφω, σ. 30).

Ζει μέσα του την απόλυτη μοναξιά. Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο. Πάει καιρός που ξέκοψε από τους άλλους αθόρυβα και πήγε απέναντι και από τότε παραμένει απών. Όλοι τον έχουν ξεχάσει, ή εκείνος νιώθει μόνος μέσα σε απόλυτη μοναξιά όπου κυριαρχεί απόλυτη σιωπή, η αδικημένη αδερφή της ομιλίας.

Στο ποίημα Περιφορά, όπου περιγράφει την περιφορά νεκρού παιδιού, ο ποιητής αποκαλύπτεται διαλυτικά τρυφερός, βλέπει λυπημένο, σιωπηλό, γερμένο ευλαβικά προς το μέρος του νεκρού παιδιού το μικρό σύμπαν που καλύπτει ο χώρος της περιφοράς του, ακόμα και τα σπίτια γέρνουν, ο άνεμος διαβαίνει σαν κλέφτης να πει το τελευταίο αντίο, να δώσει κρυφά τον τελευταίο του ασπασμό. Κι από φόβο η θάλασσα ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κυματάκια της, μην της τα πάρει ο θάνατος.

Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη. Το εικαστικό περιεχόμενο των ποιημάτων του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι πλούσιο. Τις σκληρές εικόνες διαδέχονται ιλαρά ανθρώπινα και φυσικά τοπία μνήμης. Η ανθρωπογεωγραφία του δεν περιορίζεται, φυσικά, στα νοσοκομεία και στις περιφορές νεκρών, αν και ο πυρήνας ετούτης της ποίησής του και οι παράμετροι πάνω στις οποίες κινείται, μπαίνω στη διαδικασία να υποψιάζομαι, πως είναι η αντινομία, η αδικία, το αναπότρεπτο του θανάτου και η τραγική μοίρα του ανθρώπου, o οποίος είναι το μόνο πλάσμα που γνωρίζει, όπως θεωρούμε, ότι πίσω από την πόρτα, στη φόδρα του πανωφοριού του, κάτω από το δέρμα του, υπάρχει τρυπωμένος και καιροφυλακτεί ο Θάνατός του. Ο ταλαίπωρος και άνθρωπος και δη ο ποιητής της ζωής και του θανάτου, γνωρίζει εκ των προτέρων το σίγουρο το τέλος του αιώνιου παιδιού που κουβαλάει μέσα του και που το συντηρεί με τις μνήμες και τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας του Μάγου.

Όμως αυτός ο απολεσθείς παράδεισος, η παιδική ηλικία του Μάγου, ο κόσμος ο αγνός, ο αναμάρτητος κόσμος της παιδικής αθωότητας και οι μνήμες από τη φυσική ζωή στην ύπαιθρο των πρώτων χρόνων, τον παρηγορούν και του παρίστανται στις άβολες ώρες του σωματικού μαρτυρίου και του ψυχικού συγκλονισμού. Ο παλιός εαυτός που ήταν έτοιμος για κάθε θυσία, για κάθε τολμηρή πράξη είναι που θα τον σώσει από το βάρος του πόνου  

Σηκώνοντας τον δικό του και τον ξένο πόνο, ο ποιητής ζητάει τη συμπόνια των άλλων: …λυπηθείτε αυτό τον άνθρωπο/ που τα μάτια του είναι παλαιά πολυβολεία/ και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών. Είναι από τις στιγμές που αισθάνεται πως η φύση όλη συμμερίζεται τον πόνο των πλασμάτων. Και το δικό του πόνο.

ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣΚρυφός κυνηγός
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κέδρος
54 σελ.
Τιμή € 9,59

 

Εμφανίσεις: 1879

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ της Νίκης Eideneier

Διαβάζοντας την πρώτη αυτή τυπωμένη συλλογή ποιημάτων του Αλέξιου Μάινα, άρχισα και πάλι ν’ αμφιβάλλω: Πώς διαβάζεται τελικά η ποίηση; Κάποτε η φίλη μου και συνοδοιπόρος Δανάη μού είχε δώσει την απλή, μα πολύ δραστική συμβουλή: «διαβάζοντας». Μα τώρα για να διαβάσω ένα ποίημα από τα ογδόντα εννιά, αν μετράω σωστά, της συλλογής χρειάζομαι, απερίσπαστη, μία μέρα. Ή θα έπρεπε να τα περάσω όλα μια φορά από την αρχή ως το τέλος και μετά να ξαναρχίσω με τη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, ή ανάκατα, να πηδάω δηλαδή από το ένα στο άλλο; Μα έλα που, πρώτον, το ίδιο το ποίημα δε σ’ αφήνει να το «περάσεις», έστω κι αν προτίθεσαι να το διαπεράσεις, γιατί σε μαγκώνει κατά κάποιον τρόπο και σου λέει: Εδώ, έχω κάτι ακόμα να σου πω, πού πας, τι κατάλαβες ή μάλλον τι ένιωσες από το «περιεχόμενο». Και, δεύτερον, πού ν’ αρχίσεις να σκέφτεσαι και το «υπόλοιπο» που νόμισες ότι καταρχήν συνέλαβες!

Κι όμως. Έτσι, όπως συνήθως διαβάζεις, στο βάθος συνέλαβες το πολύ λέξεις. Ωραίες λέξεις, μεγαλόπνοες, καμιά φορά εξεζητημένες ως ακατάληπτες, συχνά άπαξ, κατά τη γνώμη σου, λεγόμενες, κι αλίμονό σου αν αποφασίσεις να ανατρέξεις σε λεξικά. Λεξιθηρία; Ασφαλώς όχι, αλλά πάντα κάτι το αναπάντεχο, είτε πρόκειται για κοινές, κοινότατες λέξεις μέσα στο λόγιο ύφος κι άλλοτε για υπερλόγιες ή και φτιαχτές μέσα σε απλό, καθημερινό ύφος. Αν δεν είσαι ικανή να τις διαισθανθείς, άσ’ τες καλλίτερα να λειτουργούν όπως αυτές θέλουν ή κάθε φορά κι αλλιώς. Συχνά σκοντάφτεις σε μιαν εικόνα ή και σε περισσότερες, μονοδιάστατες ή πολυσύνθετες. Ποιο είναι όμως το νόημα του κάθε ποιήματος;

 

Εμφανίσεις: 1183

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr