A+ A A-

ΣΥΡΕ ΚΑΛΕ ΤΗΝ ΑΛΥΣΟΝ

του Ιγνάτη Χουβαρδά

Το μικρό βιβλίο της Γλυκερίας Μπασδέκη Σύρε καλέ την άλυσον ακολουθεί τη συνήθεια των καταστασιακών να εγγράφουν τον ψυχισμό τους την ίδια χρονική στιγμή που αυτός κινείται και βρίσκει τις αναλογίες του με το περίγραμμα της πόλης. Εδώ πόλη είναι οι ανωφέρειες κι οι κατωφέρειες του χρόνου, το πνεύμα στιλπνό μοιάζει για μια στιγμή να σωματοποιείται στα στενά όρια του βιβλίου, πριν ξαναπετάξει υγρό και τοξικό στο μενεξελί βάθος ενός ονειρικού κόσμου. Το κάθε ποίημα είναι ριγωτό, αρωματικό, αλκοολούχο, παραισθησιογόνο. Η παιγνιώδης υφή του στίχου αποδίδει τιμές στον ποιητή Βασίλη Στεριάδη. Η Μπασδέκη δείχνει να ευφυολογεί, να κάνει μαύρο χιούμορ, να στήνει χαριτωμένες φάρσες. Αυτό είναι η απόληξη μιας βαθιάς ζύμωσης σ’ έναν ίλιγγο όπου το πνεύμα μεθάει, γίνεται οινόπνευμα.

Η κάμερα ολοένα στραμμένη προς τα πίσω, στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ’80, σε μια παρέα παιδιών που γαλουχήθηκαν από την έντονη και υποβλητική παρουσία του ποιητή Νίκου Καρούζου. Μέσα στη νύχτα η έμπνευση περίσσευε κι η δοκιμή μιας εμπλοκής στην αναδιοργάνωση του κόσμου με όρους καθαρά ποιητικούς έμοιαζε εφικτή. Η Μπασδέκη είναι μέλος αυτής της μυστικής φιλικής εταιρείας, κουβαλά έναν όρκο που τη χάραξε και τον τηρεί κατά γράμμα. Η ζωή έμοιαζε με μια πρόσκληση σ’ ένα θαύμα, το ζητούμενο ήταν να βρεθεί ο τρόπος για να βιωθεί αυτό το όνειρο. Η Μπασδέκη έρχεται αναλλοίωτη από εκείνη την εποχή, διαθέτει μια δυναμική όξινη, διαπεραστική, αντιστρέφει το βάρος των πραγμάτων, διακωμωδεί τον εφιάλτη, τον καλοπιάνει, τον μεταμορφώνει σε ύλη που πλάθεται, που υπακούει στην αιτιότητα της αληθινής ομορφιάς.

Πίσω από τα παιχνίδια του χρόνου (οι παρέες, οι φίλοι από παλιά, το άρωμα αλλοτινών στιγμών, τα ερωτικά τερτίπια, η ροπή στις καταχρήσεις), νομίζω όλα αναπλάθονται από μια συνθήκη που παραμένει στάσιμη, πεισματικά ριζωμένη σε ένα σημείο, κι αυτή είναι η συνθήκη της παιδικής ηλικίας. Ένα κορίτσι που παραμένει στάσιμο στην ηλικία της τρίτης δημοτικού:

είμαι εννιά/ πάω Τρίτη/ δεν πέθανε η μάνα μου, στο σπίτι μένουν

ζωντανοί (ακόμα)/ έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ’ αρέσει ο Δημήτρης

απ’ την Πέμπτη/ δε θα γεράσω σύντομα – θα πάρει χρόνια/ θα βγάλω

λύκειο, σχολές, Χριστούγεννα/ θα βγάλω γλώσσα, ρούχα, επετείους/

μα τώρα είμαι εννιά – δε φτάσαμε στα κλάσματα (ακόμα)

Βιώματα παλιά και σύγχρονα φιλτράρονται από ένα παιδί που δε θέλει να μεγαλώσει, νιώθει να απειλείται, είναι ώρες που φοβάται, αδυνατεί να κατανοήσει το θάνατο. Μια προστατευτική ομπρέλα για κάθε ικμάδα της παιδικής ηλικίας. Πίσω από το ευφυές χιούμορ η παιδική θλίψη για την ορφάνια, το κενό που αφήνει πίσω της η απώλεια αγαπημένων προσώπων.

Ο Βίτολντ Γκόμπροβιτς στο μυθιστόρημα Φερντυτούρκε είχε δοκιμάσει το πείραμα του ξαναμικραίματος, ο ήρωας από ενήλικας ξαναγίνεται παιδί κι ο κόσμος ξαναπλάθεται μέσα από μια διαδικασία αναπαρθένευσης του κόσμου. Εδώ η Μπασδέκη διαφοροποιείται ως προς τον τρόπο εκκίνησης του θέματος. Δεν εφαρμόζει την πρακτική του πειράματος πάνω στον κόσμο της ανωριμότητας, αλλά η ίδια ως ζωντανό ποίημα είναι αυτούσιο το παιδί. Η συνηθισμένη λογοτεχνική τεχνική της αναδρομής στο παρελθόν ανατρέπεται, γιατί το παρελθόν δεν υπάρχει σαν έννοια, από τη στιγμή που υφίσταται μια προβληματική στασιμότητα σε μια ηλικία, την ίδια στιγμή που ο χρόνος κυλάει. Μια εκτροπή από τη φυσική νομοτέλεια. Τώρα το βλέμμα εξασκείται σε αλλόκοτα φίλτρα, η σκέψη αφήνεται σε αιρετικούς μηχανισμούς συλλογισμών, ο ερωτισμός σε άλλα μονοπάτια, το χιούμορ απορρέει από μια πρισματική διάθλαση των πραγμάτων. Ένα συγγενές βιβλίο είναι η Πρώτη χρονιά στο νηπιαγωγείο της Πηνελόπης Συρμακέζη.

Ίσως δύο εικόνες μένουν πιο έντονες από το βιβλίο της Γλυκερίας Μπασδέκη: η ατμόσφαιρα των νοσοκομείων (οι λευκές ιατρικές στολές άλλοτε γίνονται γιρλάντες μιας παιδικής γιορτής και παρωδούνται, άλλοτε μυθοποιούνται με έναν υπόγειο κρυφό ερωτισμό) και κυρίως η μορφή της μητέρας. Κάθε αναφορά στη μητέρα κρύβει μιαν απερίγραπτη συγκίνηση, είναι η εικόνα ενός τσαχπίνικου και σπιρτόζου κοριτσιού που με το ζόρι και χωρίς να του δώσουν λόγο, του αφαιρέσαν τη μητέρα. Αυτή η ορφάνια είναι η καρδιά του βιβλίου που δεν οδηγεί στην ερήμωση, αλλά στην αναπλήρωση της απώλειας με τη σπινθηροβόλα πνοή της ποίησης.

ΣΥΡΕ ΚΑΛΕ ΤΗΝ ΑΛΥΣΟΝΣύρε καλέ την άλυσον
Γλυκερία Μπασδέκη
Ενδυμίων
30 σελ.
Τιμή € 5,00

 

Εμφανίσεις: 1996

ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ

του Γεράσιμου Δενδρινού

Ο Θοδωρής Σαμαράς, γνωστός ήδη από τις σποραδικές και δεκαπενταετίας δημοσιεύσεις του στο περιοδικό Οδός Πανός και αλλαχού, με εκείνο το ύφος το αποφατικά ασθμαίνον, με το οποίο έψαχνε μέσα στο έρεβος για να φέρει στο φως τα τιμαλφή του σύγχρονου ανθρώπου σκοτάδια, μας εκπλήσσει γοητευτικά με τα εκδοθέντα εγκαύματα. Ο Σαμαράς δημοσιεύει επίσημα, ύστερα από μακροχρόνια πάλη με τη γλώσσα και το υλικό του, και, ευτυχώς για μας, δεν ανήκει σε ποιητές που έχουν πρωτίστως διαβάσει και δευτερευόντως γράψει. Ίσως, γι’ αυτό, το έργο που καταθέτει είναι αγνό και δοσμένο με προσωπικό ύφος. Αναμφίβολα, τα εγκαύματα αποτελούν ακίδες του έρωτα (όπως και ο υπότιτλος της συλλογής ορίζει) που μας κεντρίζουν απροσδόκητα σε στιγμές ανύποπτες, διδάσκοντάς μας ταυτόχρονα πως ο έρωτας, εκτός από ενστικτώδες πάθος, είναι διά βίου ανησυχία, παιδευτική κυρίως, η οποία επιδρά πάνω στον χρώτα του δέρματος σαν πάχνη δροσερή. Ποιήματα σύντομα, χαϊκού και μη, με μια ενάργεια μοναδική μάς ξεκλειδώνουν τα μύχια ερωτικά μας ρυάκια – ρύακες μιας άλλης βιωτής.

Ανατρέχουμε εν σειρά την ποιητική αυτή προσφορά: Εικόνες λευκού άσπιλου δέρματος, ο περήφανος πετεινός και, στο τέλος, το σύμβολο ενός ανδρός Εσταυρωμένου (εν λευκώ). Στο οργωμένο χωράφι του έρωτα, ή της απραξίας, κάτι παραμένει ειρωνικό και, ίσως, ξένο, αφήνοντας τη μνήμη να αγγίζει το φεγγάρι λοξό στη δύση του (νυφιάτικοαντιστροφή). Ο σκύλος που ενσαρκώνει την ερωτική πράξη και η γάτα που αφορά τη δύναμη και την ισχύ του πάθους (εύρημα). Η φθορά του έρωτα που σε κάνει να επιστρέφεις σε μια υπερλελογισμένη πραγματικότητα, όντως ζοφερή, μιας και αυτή δεν ωφελεί, έστω και αν το έργο είναι ο μόνος της παρηγοριάς λύχνος (κοινότητα της αφής). Η εικόνα της φραγκοσυκιάς σε γκρεμό που φίλησε ταπεινά το χώμα, ο Έλληνας βοσκός σε αρχαία γη (Παιανία) που μεταμορφώνεται σε σύγχρονο εργάτη. Η πολιτισμικότητα δείχνει να βασανίζει τον ποιητή (παροξύτονο), ζώντας σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αφομοιώνονται και αλλάζουν επί τα χείρω. Αλλά η ακίδα του έρωτα αφορά τα πάντα – νοτίζει τόσο τη σκηνή στο τραίνο (ευρασία, με τον πλαγιότιτλο μάλιστα ίαμβος, που εκτός του μέτρου θα μπορούσε να υποδηλώνει και επισυμβαινόμενο μικρόν θρίαμβο) όσο και την εικόνα των χαμένων αγοριών στο λόφο (έπαρσις).

Ο ελαιώνας, η θάλασσα, η γη, η νύχτα, αναδίνουν έρωτα. Η περιπέτεια, λέξη δοσμένη με την αρχαιοελληνική της σημασία, αφιερωμένη πρόχειρα επί του πιεστηρίου στον πρόωρα χαμένο ζωγράφο Δημήτρη Λαλέτα (1964–2012), αν και σαφώς ομιλεί στα μύχια του εαυτού του ίδιου του ποιητή, ντυμένη, ακριβώς, στη θλίψη, γιατί η μεταβολή του σκοπού ή η κρυφή επιθυμία απέβη εναντία, αλλά και ο έλεος, η μοίρα, η καθολική φορά των πραγμάτων, μετατρέπουν τον ποιητή σε ταξίδι πελαργού προς το νότο, τα θερμά κλίματα (της βιωτής), αφήνοντας πίσω του μπλεγμένα κορμιά ως κλάδοι αενάως συμπλεκόμενοι επί τη βάσει πολυπλόκαμου δένδρου, συμβόλου του πατρός που ορίζει τη ζωή και τα θεμέλιά της.

Η δοκιμασία του έρωτα είναι ίδια με αυτή του πυγμάχου που σπάει από την ένταση. Η εικόνα της οικίας του λόρδου Βύρωνα στο miσο-longi αντιπροσωπεύει την ίδια τη φθορά της οικίας-σώματος, κάτι που παραπέμπει στον Κ. Καβάφη – σώματα που ήταν μια φορά (Απ’ τες εννιά). Το ελληνικό τοπίο έρχεται επανειλημμένα στα μάτια του απαιτούμενου αναγνώστη ως, τουλάχιστον, παρηγοριά. Απρίλιος, Πάσχα, το ασήμαντο μυρμήγκι, κάτω από την πέτρα εν εποχή της ανοίξεως χωρίς ένα χελιδόνι. Το ερώτημα για τον ποιητή παραμένει: Ποιο το καινούργιο; Το άλλο; Εμένα; Πού; Το αδιόρατο μέλλον, ως αιώνιο και πανανθρώπινο παράπονο. Ο έρωτας ως σέμα (: μνήμα) ενταφιάζεται ως μνήμη και ως τομή αχαμνών (αποστροφή). [Μήπως, τελικά, εκεί είναι η λύτρωσις;] Στην αντιστροφή ξανά, πάλι πρωτοστατεί το γυναικείο αιδοίο, σπαρταριστό μιλά και καλεί, αλλά και τα ερωτικά δίσημα χείλη, τα δοσμένα ως κερασιά πλημμυρίδα (ισόκωλον ιδιόλεκτον). Πόσα, αλήθεια, ονόματα φυτών και πουλιών παρελαύνουν στη λακωνική, σφιχτοδεμένη ποίηση του Σαμαρά! Και τα πρόσωπα της Ελληνικής Μυθολογίας, αιώνια σημαίνοντα σύμβολα, φορείς, όμως, καταστροφής (: με την αρχαιοελληνική και πάλι σημασία, δηλαδή: λύσης – μιας κάποιας λύσης).

Υπέροχη, όντως, η εικόνα του αγοριού που κατέβηκε από τη μηχανή του και μασά άτσαλα ώσπου να στριμώξει την πείνα του. Ο έρωτας καταντά αγωνία, κάτι κρυφό έως και πολύτιμο. Η γλώσσα του Σαμαρά, με ερανίσματα από την αρχαία ελληνική και βυζαντινή μούσα, με τη σύγχρονη όμως εκδοχή της, περίτεχνα αποδίδει τις διακυμάνσεις της ερωτικής αγωνίας που διαρκεί αέναα. Οι ερωτικοί χυμοί και το σπαρτάρισμα περιγράφονται με την ευγένεια του χρωστήρα ικανού ζωγράφου (ο Γλύπτης). Τα ποιήματα, όσο προχωρεί η ανάγνωση, γίνονται παραστατικές εικόνες και τα δάνεια λιγοστεύουν. Τα φανάρια και οι ελιές μετατρέπονται σε ερωτικά στοιχεία. Ο μάρτης παρουσιάζεται αντί του ερωτικού καλέσματος που ξέρει σαν δόκανο να πιάνει την ψυχή. Το αγόρι, με τα λυτά τα μαλλιά του στο τραίνο, έχει την ίδια απτή σημασία με τη χειρονομία του (ίδιου ή άλλου) ενώ μιλούσε για τα περίχωρα. Ο ατυχής έρως και ο μανικός έρως έχουν για τον ποιητή την ίδια ισχύ, σαν αιώνια συμφιλίωση. Τραγούδια, μουγκρίσματα τηλεφώνου, παραπέμπουν σε παράνομους έρωτες.

Ο έρωτας για τον ποιητή είναι παντού (τειχοσκοπία ακάθιστος) και προσφέρεται αφειδώς με εικόνες – Βρέφη, μνήμη δακρύων, κάκτοι, αγκάλες (κομμός που μου 'λεγες σ' αγαπώ), συμπληγάδες και η παρακάτω παράκληση-παράπονο (-τροπάριο, καταπώς το αποκαλεί ο ίδιος), κάτι μοναδικό για τη λογοτεχνία μας, θυμίζει και συνοψίζει ένα ποιοτικό-ποιητικό σύμπαν, ένα στιχάκι-σλόγκαν των απανταχού ευαίσθητων, το οποίο εύχομαι να τοποθετηθεί ως προμετωπίδα τρυφερότητας για όλες τις εποχές: πάρε με / αγκαλιά / και συλλάβισέ με / αδύνατο είμαι εξάλλου (: δημοτικός 21σύλλαβος). Κάτι σάμπως ομόλογο του αιτήματος του Ρεμπό: «Ο έρωτας πρέπει να ξαναεφευρεθεί».

Η σκηνή, τέλος, με τον πελαργό που επωάζει τα αβγά-βιβλία είναι η εικόνα της συρρίκνωσης της ψυχής που ξέρει να μετατρέπει σε ουσία το ερωτικό κάλεσμα ή την αποτυχία. Οι δύο εραστές (ποιητής και ψυχή) σε ρόλους Οδυσσέα-Σειρήνας. Μυρωδιά γιασεμιών, εικόνα κοριτσιού στην Αθήνα ντυμένου στα λευκά, το ρείθρο-κοίτη του μεγάλου, δίκην χάριτος, ποταμού Πάδου, οι πληγές ενός παλαιού δένδρου είναι όλα ενδείξεις / απτές αποδείξεις ερωτικού ιστού. Στο τέλος της συλλογής, επέρχονται καθαρτήρια δάκρυα ως σφραγίδα αυτού του κόσμου.

Ο Σαμαράς προσφέρει μια ποίηση μοναδική που εκφράζεται σε μια δική της γλώσσα, που μιλά για το αιώνιο με εικόνες καθημερινές, εφήμερες, καταφέρνοντας να περικλείσει επιτυχημένα το ερωτικό σύμπαν του σύγχρονου ανθρώπου. Και όσο για μας, ελπίζουμε και ευχόμαστε να υπάρξει μια ανάλογη συνέχεια.

Σημ.: Με πλάγια λέξεις από τη συλλογή του ποιητή.

ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ Εγκαύματα
Θοδωρής Σαμαράς
Οδός Πανός
92 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1570

ΑΝΟΙΚΕΙΟΣ ΝΟΣΤΟΣ

της Πέμης Ζούνη

«Ανοίκειος νόστος» ο τίτλος. Πώς ένας γυρισμός μπορεί να είναι ανοίκειος; Πώς η όποια «επιστροφή» –στο παρελθόν; σε αγαπημένους; στον γενέθλιο τόπο;– μπορεί να συνδεθεί με ένα χαρακτηρισμό που δημιουργεί ανήσυχο περιβάλλον; Η επιστροφή είναι συνειδητή πρόθεση, είναι αποφασισμένο ταξίδι, είναι ανάγκη ψυχής. Ή μήπως όχι;… «Ανοίκειος» είναι η λέξη που τη συνοδεύει στο ταξίδι. Άγνωστος, ασυνήθιστος, ξένος, απόκοσμος, ίσως και τρομακτικός –για να θυμηθούμε και το πολλαπλά σημαίνον «ανοίκειο» του Φρόιντ. Μήπως υπαινίσσεται μια θαρραλέα καταβύθιση;… Ή μήπως είναι μια εμμονική σκέψη, που δεν μπορείς να της γλιτώσεις; Όλες οι εκδοχές ανοιχτές. Αλίμονο αν μας παραδινόταν μονοσήμαντα η απάντηση.

Κοιτάζεις τον τίτλο και τη φευγαλέα γυναικεία φιγούρα μέσα στο υδάτινο στοιχείο, στο εξώφυλλο. Χρώματα χωρίς σαφές περίγραμμα. Δυνατή όμως η παρουσία. Δυνατή και μόνη. Γυμνή. Και σαν να διαχέεται στο νερό. Σε προκαλεί να ανοίξεις την πόρτα, να διαβείς το κατώφλι και να περιπλανηθείς.

ΤΟ ΑΝΟΙΚΕΙΟ

Τα φαντάσματά της στον καθρέφτη διαστέλλονται

σφηνώνοντας γρίφους σε άγρυπνες συλλαβές.

Τότε κρύβεται σε ρόμβους από ασίγαστα ηφαίστεια

και σμαραγδένιους καταρράκτες.

Την κατακλύζει το ανοίκειο.

Αφήνεται.

Θυμάσαι πάλι το εξώφυλλο! Τη μικρή λεπτομέρεια που δεν πρόλαβες να καταγράψεις. Το είδωλο της γυναίκας, εκεί στη γωνίτσα… «Τα φαντάσματά της στον καθρέφτη διαστέλλονται». Θραύσματα του εαυτού της; Ή εικόνες άλλων; «Σφηνώνοντας γρίφους» – η πρώτη νύξη αυτοαναφορικότητας, που θα επανέρχεται σταθερά κατά καιρούς: «Τα ίχνη μου λαβύρινθος από λέξεις» ή «Μόνο τοπίο τα θραύσματα των λέξεων». Και οι συλλαβές «άγρυπνες». Σε έναν διαρκή χρόνο, που σε όλο το έργο δοκιμάζει τις αντοχές, δεν αφήνει περιθώρια για ανάπαυλα. Στις άγρυπνες συλλαβές σφηνώνονται οι γρίφοι. Με ένα ρήμα βίαιο, με μια κίνηση ακούσια, που δεν έχεις παρά να το δεχτείς. Φωτιά και νερό ακολουθούν, με την ίδια ορμή. «Την κατακλύζει το ανοίκειο». Δεν τίθεται θέμα άρνησης, υποχώρησης ή παραίτησης. «Αφήνεται». Ας έρθουν τα φαντάσματα της μνήμης. Καλοδεχούμενα. Η σύμβαση μόλις ορίστηκε.

Γυρνάς τις σελίδες, ξανοίγεσαι σ’ ένα ταξίδι λέξεων αιχμηρών και απαλών. Σώμα και φύση, χώρος και ψυχικό τοπίο εναλλάσσονται και μπλέκονται ελλειπτικά, με μια εικονοπλασία που δεν νοιάζεται για τους νόμους της λογικής αλληλουχίας.

Ακολουθώ ασθμαίνοντας

τους διαδρόμους του ύπνου:

το ουροβόρο ψ στρίβει ολοένα

τις κυψέλες της λευκής κερήθρας

μακριά από τον πυρετό της μέρας.

Είναι πολλές, και τόσο διαφορετικές, οι ταινίες που κλείνονται μέσα σ’ αυτές τις σελίδες. Κάθε μια σου αφήνει μια χαραμάδα, απ’ όπου μπορείς να γίνεις μάρτυρας όχι όλης της ιστορίας βέβαια, αλλά μιας πυκνής στιγμής της. Με συγκεκριμένο ηχητικό περιβάλλον. Με αίσθηση της αφής και ενίοτε της μυρωδιάς. Με τον υπαινιγμό ακόμα και της θερμοκρασίας.

Ο κόσμος πάντα αποσπασματικός. Το βίωμα της απουσίας και της ερημίας διαλυτικό. Η καταβύθιση στον Άλλον ηδονική και οδυνηρή… Η ερωτική έξαρση επανέρχεται σταθερά, εκλιπαρώντας σχεδόν για το απόλυτο του έρωτα. Την ίδια στιγμή που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το αμετάκλητο της φθοράς και της απουσίας.

Φυγή, όνειρο, σιωπή, μνήμη, λήθη, άρρητο.

Δεν έλκομαι από τις ρίζες μου

εκβάλλω στο φως

εικόνα μετέωρη

σε φόντο ασταθές,

έτοιμη να χαριστώ

στην κατάφαση των πραγμάτων,

να αποκοιμηθώ κατάκοπη

στη λήθη του άρρητου(...).

Σχεδόν παγιδεύτηκα στη γοητεία των λέξεων... Ας αφήσω όμως τους αναγνώστες να την ανακαλύψουν οι ίδιοι.

ΑΝΟΙΚΕΙΟΣ ΝΟΣΤΟΣΑνοίκειος νόστος
Ιωάννα Μουσελιμίδου
Ιωλκός
46 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1673

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

του Ιγνάτη Χουβαρδά

Οι «Λεπρές Ισορροπίες» του Γιάννη Στρούμπα, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, είναι ένα παιγνιώδες βιβλίο. Το πνεύμα αναζητά τις αναλογίες του στην πόλη, σε μια μάχη φαινομενικά χαμένη. Η θλίψη κι ο θυμός από την ιδιότυπη αυτοεξορία της ευαισθησίας από τη ρηχή πραγματικότητα δεν οδηγούν στην απόλυτη άρνηση αλλά στο φίνο χιούμορ, την ειρωνεία, το σαρκασμό κάποτε, όπως επίσης και σε μια καλά μελετημένη ανακατανομή εννοιών και μορφών με μια διάθεση αποδεικτική: ο ποιητής αναζητά την κρυμμένη αλήθεια, το νόημα που είναι θαμμένο, τη συγκίνηση που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να υπάρχει.

Το σχόλιο και το σκωπτικό χιούμορ, η παρατηρητικότητα στα σπάργανα της αστικής ζωής, το βαθύτερο ηθικό αίτημα μιας σωστής ιεράρχησης των αξιών (όπου το πνεύμα θα καθορίζει την ύλη κι όχι ανάποδα) εικονογραφούν στα ποιήματα της συλλογής έναν ψυχισμό λόγιο, αλλά όχι ακαδημαϊκό. Η κίνηση του ποιητικού υποκειμένου να αναζητά μια φόρμουλα αρμονικής συμβίωσης στην πόλη, με σκοπό να διαφυλαχθεί το κρυφό μαργαριτάρι του νοήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια στάση αμυντική, ένας μηχανισμός άμυνας. Όμως κάποιες λεπτές αποχρώσεις στους στίχους (για να αποκαταστήσω τον τίτλο του βιβλίου) δημιουργούν μια συνθήκη που ξεφεύγει από τη νομοτέλεια του αιτήματος μιας ανώτερης ποιότητας ζωής – κατά κάποιον τρόπο ο ποιητής, ενώ σχολιάζει και παρατηρεί, παράλληλα αργά αλλά σταθερά δημιουργεί ένα κλίμα ανατρεπτικό. Αυτό εντοπίζεται κυρίως στη νοερή αλλά διαρκώς παρούσα σκηνική παρουσία ενός κόσμου παλιομοδίτικου, ένα φάσμα θα έλεγα φαναριώτικο, η αύρα μιας ξεχασμένης ευγενικής καταγωγής με αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας και κρυμμένους θησαυρούς που από τη φύση τους έχουν ένα χαρακτήρα ιδιωτικό και απόκρυφο.

Ο Στρούμπας διαθέτει ενέργεια και ύφος. Το ποίημα «Κάδος Απορριμμάτων», δυναμικό και αντιπροσωπευτικό του βιβλίου, είναι νομίζω ο καλύτερος επίλογος γι' αυτή τη σύντομη παρουσίαση:

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς

λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες

που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·

τι και πόσο τρώει ο καθένας

τι εσώρουχα φορά

πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του

ποια η ερωτική ζωή του.

Και ψυχολογεί. Βαθιά·

πόσο καταδεκτικός είν’ ο ρακοσυλλέκτης

και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει

που μορφάζουν με αηδία όπως τον πιάνουν.

Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία

κλείνει τη μύτη του

για να γλιτώσει από την μπόχα τους.

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣΛεπρές ισορροπίες
Γιάννης Στρούμπας
Γαβριηλίδης
58 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1528

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗ

της Αγγελικής Κομποχόλη

Όλοι μας το ξέρουμε, το νιώσαμε βαθιά στο πετσί μας, οι καιροί που ζούμε σήμερα είναι αβέβαιοι, χαλεποί, το μέλλον μας σκαιό, κι όμως είναι σε τέτοιες ώρες, σε ώρες κρίσης και εξάρθρωσης, σε ώρες ξεπεσμού, που το στοχαστικό πνεύμα καρπίζει. «Την ώρα του δειλινού αρχίζει η γλαύκα της Αθήνας το φτερούγισμά της», μαρτυρεί ο Έγελος αιώνες πριν και η φιλοσοφική σκέψη, πανανθρώπινη δύναμη, εγκαρδιώνει το συναίσθημα και δημιουργεί την ποίηση. Γιατί έτσι ακριβώς στάθηκαν στον κόσμο οι πρώτες φιλοσοφίες, ποιητικά, κι είναι τούτη η τέχνη με την ακατάλυτη δύναμη των λέξεων και τη μαγεία της, το όργανο που στερεώνει το νου στο δέος και τον φτερουγίζει μακριά από τα σύνορα του φόβου. Είναι τότε που η ποίηση γίνεται «Ανατολή Ελευθερίας» κι «αναδιάταξη του πόνου σε φως» (σελ. 70), «βάλσαμο στις πληγές» μας» κι «απάντηση σε έναν εχθρό που δεν μας έχει ακόμα επιτεθεί» (σελ. 103), για να χρησιμοποιήσουμε, επίκαιρα, δάνεια από την τελευταία ποιητική γραφή του Κωνσταντίνου Μπούρα.

Και την καλωσορίζουμε, στο μέτρο που αυτή η γραφή μάς βοηθά να σταθούμε με παρρησία απέναντι στον εαυτό μας αντικρίζοντας κατάματα τις αλήθειες μας, στο χείλος ενός κόσμου παλαιού που καταρρέει και ενός νέου, άγνωστου, που σφυρηλατείται ανέσπερος στους λογισμούς μας και απειλητικός:

 

Μετά έρχεται το Άγνωστο

πριν πέσει η νύχτα

εκείνο που σε κάνει να ανατριχιάζεις

και να λουφάζεις

τρομαγμένος στη γωνιά σου…

…η λογική παραλύει

και τα όρια της Γνώσεως

Καταλύονται.

Τότε εύχεσαι να είχες

Δοκιμάσει βαθύτερα.

Τότε κλείνεις τα μάτια και βουτάς

Στην ανέγνωρη θάλασσα

Που τη διατρέχουν

Τιτάνια ρεύματα,

Ασύλληπτα στο ανθρώπινο

Μυαλό.

 

Είναι τούτη η «ανέγνωρη θάλασσα» που μας θυμίζει τους μαύρους αρχέγονους ωκεανούς των πρώτων Κοσμογονιών και των πρώτων θρησκειών, η σκοτεινή μήτρα του πνεύματος και της ουσίας του κόσμου, μέσα από την οποία σαν φως ξεπήδησε η ζωή σε κύματα. Είναι αυτή ακριβώς η αντίθεση, σκοτάδι-φως, κι η έντασή της, η βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και γιγαντώθηκε ο ανθρώπινος νους, δυαδικός στο ξεκίνημά του, κι η ανθρώπινη σκέψη, διαλεκτική στη σύνθεσή της. Από τούτα τα ανήλιαγα υφάδια του σκότους και της σκιάς, που συχνά στοιχειώνουν τις ζωές μας, όταν δεν φωτίζονται, ανασύρει με την ποίησή του ο Κωνσταντίνος Μπούρας πολύχρωμους ιριδισμούς, αναζητώντας «ήλιους που δεν εθώρησε» κανείς ακόμα κι αλήθειες που «οσμίζονται την αθανασία». Και αν «χρέος μοναδικό του ανθρώπου» είναι «να φιλιώσει τα αφιλίωτα», κατά τον Καζαντζάκη, και να μετουσιώσει «το πηχτό προγονικό σκοτάδι, όσο μπορεί, σε φως», είναι για άλλη μια φορά καλοδεχούμενη, γιατί είναι φιλάνθρωπη, η ποιητική εκείνη συνδρομή που υπενθυμίζει στην ύπαρξη τη φωτεινότητά της, βοηθώντας τη να σταθεί πλέρια στο όριο και «στη ρευστή ισορροπία» της, μη ξεστρατίζοντας από την ουσία της. Πολύ περισσότερο όταν αυτή η ποιητική συνδρομή προέρχεται από έναν ποιητή που την ανθρώπινη ζωή δεν την «οχυρώνει, μικρόψυχα, σε δοκιμασμένα καλούπια του παρελθόντος», για να χρησιμοποιήσω αγαπημένη φράση του βαθυστόχαστου φιλόσοφου Γιανναρά, μα την θεωρεί άκοπη αναζήτηση και κάθοδο, μαρτυρική οδοιπορία Οδυσσέα και, ελπιδοφόρα, συνειδητοποίηση και λύτρωση:

 

Μες στου ονείρου τις σκιές

Πλανιέμαι

Ψωμί γυρεύοντας των φαντασμάτων,

Άλας κρυσταλλικό,

Νερό που μόλις το αγγίξεις εξαχνούται.

Και διψασμένος μένω,

Νηστικός

Μακριά σταλμένος

Στον πηγαιμό των αδυνάτων

Που γενναίοι ήτανε θαρρείς

πριν ξεκινήσουν

και τώρα γυροφέρνουν

φυλακισμένες μέλισσες,

αναζητώντας τη χαραμάδα εκείνη

που οδηγεί στην ελευθερία

της πιο τριανταφυλλένιας

Ανατολής.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΕλευθερίας Ανατολή
Κωνσταντίνος Μπούρας
Μεταίχμιο
206 σελ.
Τιμή € 14,13

 

Εμφανίσεις: 1341

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr