A+ A A-

Ο ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Έχουν πει πως «Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση». Ναι, αλλά. Και συνυπολογιζομένων των ιδιαιτεροτήτων, ο αναγνώστης, που δεν έχει τη δυνατότητα να απολαύσει την πρωτότυπη εκδοχή, αρκείται στη μεταφρασμένη. Διαβάζοντας κατά καιρούς ποιήματα επιφανών σε μετάφραση, πολλές φορές και σε νέα, και σε νεότερη, διαπιστώνουμε ελαφρές παραλλαγές της μιας από την άλλη. Το θέμα παραμένει, αυτό κερδίζει πλέον, αλλά και μια αίσθηση καλλιτεχνική αιωρείται για να κάνει τη διαφορά.

Για να έλθουμε στο προκείμενο, ο Σάντρο Πέννα, μεταφρασμένος από τον Ερρίκο Σοφρά δίνει αμέσως το χέρι στον αναγνώστη. Ανοίγει «τα γκρίζα παραθυρόφυλλά του» για να τον δούμε. Μας χαιρετά, μας εξομολογείται, μας ανοίγει την καρδιά του, μας μιλά για τον έρωτά του και για το ποτάμι του, τον Τίβερη.

Ο Ερρίκος Σοφράς έχει επιμεληθεί με πολλή αγάπη τον τόμο με τη χειροποίητη βιβλιοδεσία, σαν να ήθελε να βάλει τα χέρια του επί τον τύπον των ήλων. Έχει συνθέσει μια εμπεριστατωμένη ενημερωτική εισαγωγή, έχει μεταφράσει με αίσθημα ευθύνης και ποιητική ευαισθησία, έχει αναρτήσει πίνακα με φωτογραφίες του ποιητή από την παιδική του ηλικία και την ώριμη. Όλα, και στίχοι και εικόνες, μεταφέρουν άρωμα Μεσογείου και κλίμα μιας άλλης εποχής. Και στις εικόνες ο ποιητής με τους επιφανείς και μυθικούς ομοτέχνους του, στο Καφέ Γκρέκο και αλλού.

Ο Πέννα έχει μια ιδιόρρυθμη ψυχοσύνθεση, ανάλογη ζωή, μεγάλη τρυφερότητα και οξυμμένη ευαισθησία. Γράφει ποίηση με πάθος, κάνει θεό του τον Ρεμπό και όπως ειλικρινέστατα εξομολογείται: «Αισθάνομαι την ανάγκη να γυμνώσω τελείως το σώμα και την ψυχή μου και να ξαπλώσω στον ήλιο». Κυκλοφορεί τις νύχτες στη Ρώμη, περιπλανιέται στο σκοτάδι, αναζητεί τη λύση του μυστηρίου της ύπαρξής του:

Νύχτα: όνειρο με σκορπιστά

μισόφωτα παράθυρα.

Της θάλασσας η καθαρή φωνή.

Οι λέξεις που αφανίζονται

βιβλίου που αγάπησες…

Ω εσείς τροχιές των αστεριών

ο έρωτας για τη ζωή!

«Ζωή… είναι να θυμάσαι». Θέμα του ο έρωτας, που τον θυμάται με τις αισθήσεις και με το μυαλό, που ζει ερωτικά, ανορθόδοξα, γι’ αυτό και αποφεύγει το πρόσωπο που αγαπά.

Ζωή είναι να θυμάσαι ένα ξύπνημα

[…]

Μα ακόμα πιο γλυκό είναι να θυμάσαι

την αιφνίδια λύτρωση: στο πλάι μου

ένας ναύτης νεαρός: το βαθυγάλαζο

και το άσπρο της στολής του, κι απ’ έξω

κάποια θάλασσα τόσο νωπή στο χρώμα.

Είναι αρκετοί οι φίλοι του που θα εκφραστούν θετικά. Ο Παζολίνι, για παράδειγμα, γράφει:

«Τρέφω λατρεία για σένα. Και όπως με όλες τις λατρείες, μου γεννιούνται τύψεις πως δεν είμαι τόσο δυνατός και πιστός για να τις υπηρετήσω επάξια […] Σε τι συνίσταται η αγιοσύνη σου; Στη σιωπηλή σου παραίτηση από τη ζωή και την απόλαυσή της». Για την ποίησή του λέει πως έχει μια «ωριμότητα, απόλυτη και πικρή». Γιατί και η ζωή του είναι πικρή. Γι’ αυτό και τα παραθυρόφυλλα κάποτε κλείνουν για πάντα.

Όλα κι όλα τα ποιήματα του Πέννα είναι 450 και όλα, όπως είπαμε, για τον έρωτα. Στο κέντρο πάντα ο έφηβος που κάποτε αγάπησε και τον είδαν «σαν παραγνωρισμένη ουσία του κόσμου». Δεν ξέρω αν κάνω λάθος, αλλά αυτή η άποψη, με λίγη μετατόπιση στην ηλικία, είναι η άποψη του Ηράκλειτου. Ο αιών, η ζωή, είναι ένα αγόρι που παίζει πεσσούς. Όταν το αγόρι φύγει, έχει φύγει ο έρωτας. Και τότε η ζωή δεν έχει νόημα:

Έρωτας για τους έφηβους ίσως να είναι

η αίσθηση πως τους εξουσιάζει ο ήλιος

ακίνητους στην πυρωμένη άμμο.

Ο μεταφραστής συγκρίνει τα ποιήματά του με αυτά της Σαπφούς για την Ανακτορία και τη Μίκα. Θα έλεγα πως παράδειγμα ευκρινές αποτελεί το ακόλουθο:

Μες στα βουνά και τις κοιλάδες

γεύση πικρή είχα στο στόμα

που δεν γνωρίζουν τα βουνά

πως ο έρωτάς μου καίει ακόμα.

Ή πάλι μοιάζουν σαν αυτά της Παλατινής Ανθολογίας ή των Περσικών Ωδών. Ο Πέννα τόλμησε να μιλήσει ρεαλιστικά, δεν φοβήθηκε να μείνει έξω από τον κύκλο της γενικής αποδοχής, να εκθειάσει πρόσωπα του καθημερινού μόχθου, λαϊκά παιδιά σαν αυτά που τραγούδησε ο δικός μας ο Καβάφης και ζωγράφισε ο Τσαρούχης:

Το αγόρι μου έχει ανάλαφρες φτερούγες.

Έχει φωνή ζωηρή κι ευγενική.

Στα μάτια του η χαμένη άνοιξή μου

Μια αγάπη του ζητάω ιδανική.

Και αφού ο Πέννα ανήκει στη Μεσόγειο, είναι της ίδιας ιδιαίτερής μας γης και θάλασσας παιδί, φυσικό είναι να μοιάζει και με άλλους δικούς μας ποιητές. Ο στίχος «μια μύγα πιασμένη στο μέλι…» μας δίνει, πιστεύω, μια γεύση από Γιώργο Σεφέρη:

Η μικρή κουκουβάγια ήταν πάντα εκεί

σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,

παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου…

(«Λεπτομέρειες στην Κύπρο»)

Κι ένα στοιχείο συγγενικό, αντλημένο από τη σωματική επαφή μας φέρνει στον Οδυσσέα Ελύτη. Λέει ο Πέννα:

Στο στόμα φίλησέ με, τελευταίο καλοκαίρι.

Πες μου πως δεν θα πας πολύ μακριά.

Γύρισε με τον έρωτα στους ώμους,

κι ανώφελο το βάρος σου δε θα ’ναι πια.

Και εδώ ο Έλληνας αναγνώστης δεν μπορεί παρά να ακούσει τα «κοσκινιστά δισύλλαβα» του Έλληνα ποιητή: «Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω», στίχο που έχουμε ξαναβρεί (Τρία ποιήματα, «Ad libitum, 6). Τη φωνή του Ελύτη θα την ακούσουμε και στο ποίημα του Πέννα «Ερωτικό», ειδικά στους δύο πρώτους στίχους:

Αυτό το σώμα που το σφίγγω (και με σφίγγει!)

Έχει μια γεύση από λάσπη κι αστέρια…

Αφήνοντας τη «γεύση τρικυμίας στα χείλη» της ηρωίδας, στο ποίημα η «Μαρίνα των βράχων», πάμε στο σώμα, στην «Ηλικία της γλαυκής θύμησης»:

Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα

Ήτανε η οδύνη-

Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το

ανθρώπινο βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό και αμαρτία.

Νομίζω πως και τα δύο ποιήματα μεταφέρουν μια συγγενή σωματική, ερωτική, υπαρξιακή αίσθηση.

Το ποτάμι και ο Ηράκλειτος, ο έρωτας και η ζωή, το αγόρι που ήταν κάποτε και ο ώριμος που κατέληξε τώρα και αναπολεί τα περασμένα χρόνια, σαν μια ευχή του απραγματοποίητου πηγάζει από τους στίχους:

Ας γύριζα κι εγώ μες στα κουρέλια. Ας είχα

τα είκοσί μου χρόνια. Ας ήμουν

γλυκός όπως εσύ. 

Κι ο χωρίς έρωτα άνθρωπος είναι αυτός που έχει γεράσει, ο σκονισμένος ποδηλάτης:

Ο Έρωτάς μου ήταν γυμνός

στην άκρη κάποιας θάλασσας βουερής.

Δίπλα του είχαμε σταθεί –ευνοϊκοί, γαλήνιοι–

Εγώ κι ο χρόνος.

 

Μετά τον έκλεψε ένα σπίτι.

Ένα μελάνι μου τον λέκιασε. Εγώ απομένω

στην άκρη κάποιας θάλασσας βουερής.

Δεσμώτης του χρόνου, ή του Κρόνου, πλάι στον Τίβερη όπου έζησε, με μια ποίηση γεμάτη θλίψη και πάθος ακολουθεί το ρεύμα αγέρωχα: 

Πάω κατά το ποτάμι καβάλα στ’ άλογο.

Ο σκονισμένος ποδηλάτηςΟ σκονισμένος ποδηλάτης
Ποιήματα 1928-1976
Sandro Penna
ανθολόγηση: Ερρίκος Σοφράς
μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς
Το Ροδακιό
142 σελ.
Τιμή € 19,17

 

Εμφανίσεις: 1622

ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΙΛΙΑ ΣΙΩΠΗ

της Ελένης Π. Καλογερίνη

Η Βέρα Πέτσα-Βασιλείου, σημαντική και αθόρυβη θα έλεγα λογοτέχνις, καταφέρνει με την πρώτη της κιόλας ποιητική συλλογή, Σαράντα μίλια σιωπή, να χαρτογραφήσει αλλά και να ανασυντάξει αξιόμαχα τη θεματική του Χρόνου και της Σιωπής. Το άφατο και το οριακό. Τις ρωγμές ανάμεσα στα θέλω και στα πρέπει – σύμβολα ενός αγώνα εσωτερικού χωρίς βερμπαλισμούς και παραληρηματικές εκστάσεις. Ποίηση οντολογική, με κλητικές και ερωτηματικά, έρχεται να δώσει σχήμα στη σιωπή, να μεταμορφώσει τη ρευστότητά της, να φωτίσει έκκεντρα τα πρόσωπα και τα σώματα που «καίγονται» στην απουσία του Χρόνου – εκείνου που αξιωθήκαμε να χάσουμε, αλλά και εκείνου που μόνο ως διαρκή και ενεργό παρουσία μπορούμε να τον αρθρώσουμε.

Παρών πάντα ο χρόνος-θάλασσα, ο οποίος λειτουργεί όχι μόνο ως σύμβολο που επιτείνει τους φόβους –«πως εμπιστεύτηκα τη θάλασσα/ πως παγιδεύτηκα στην πέτρα»– αλλά και ως αξιόπιστη οθόνη προβολής της συνείδησης, προκειμένου η ποιήτρια να φτάσει στο δικό της εσωτερικό Τοπίο, σε αυτό που λένε πως ονομάζεται αλήθεια. Κυρίως όμως λειτουργεί ως κοίτη ροής του χρόνου, όπου όλα συνδιαλέγονται ακατάπαυτα σε ένα ενιαίο σύνολο πραγματικοτήτων. «Σαράντα μίλια σιωπή» δεν φθάνουν όμως για να επιστρέψει στον απωλεσθέντα παράδεισο της αθωότητας, γι’ αυτό προτρέπει στο όνειρο –τη μοναδική αλήθεια που λειτουργεί ως σύνοψη της αιωνιότητας– οξυγονώνοντας το ανέφικτο με μιαν ευχή: «Γιε μου/ Απ’ το παράθυρο αγνάντευε τα όνειρα/ και τις ελπίδες –που ολοένα έρχονται–/κι άμποτε/ με νικητήριες δάφνες/ από την πόρτα να περάσεις». Η αλήθεια όμως είναι πολυπρόσωπη, βρίσκεται πολύ κοντά στο εμπράγματο εδώ και η Βασιλείου προσπαθεί να τη διευρύνει, αλλά η ένταση της σιωπής παραμένει η ίδια. Από το άπειρο μικρό ως το απέραντο μεγάλο που είναι ο έρωτας. Ο έρωτας και οι σιωπές του, καθώς προσπαθεί «ανυποψίαστα» να καθρεφτιστεί στο πρόσωπο-φάντασμα του αγαπημένου άλλου.

«Τι ομορφιά όταν σωπαίνεις/ Ανυποψίαστα το βλέμμα σου εξομολογείται». Θα μπορούσε αυτός ο στίχος να είναι η άλλη όψη της ευτυχίας, εκείνης της μέθης της αιωνιότητας καθώς (μας) επιβάλλει το δικό της αναστάσιμο πένθος. Θα μπορούσε ίσως να είναι ο ορισμός μιας νέας αληθινής επανάστασης, εκείνης των βλεμμάτων. Θα μπορούσε ακόμα να ιστορεί τη χρησιμότητα της σιωπής. «Σιωπά όποιος το μάταιο γνωρίζει» προοικονομεί η ποιήτρια. Υπάρχει όμως ένα «αλλά». Μια λέξη απόλυτα ταυτισμένη με το χρόνο και την ενδελέχειά του: «ανυποψίαστα». Ανυποψίαστα, λοιπόν, μέχρι ο χρόνος να γίνει παρατατικός φορώντας τις προηγούμενες ομιλούσες σιωπές μας. Μέχρι να γίνουμε «ο ήχος της σιωπής» – πρόσωπα καθημερινά, μοναχικά, σαν τους ήρωες του Χάρολντ Πίντερ, σαν το τραγούδι των Σάιμον και Γκαρφάνκελ. Μέχρι να «γίνουμε αντίλαλοι, λήθη, τίποτα» όπως λέει ο Μπόρχες, μέχρι να γίνουμε «ξενιτιά» κατά τον Νερούντα, μέχρι να «βυθιστούμε στην Πέτρα» του Σεφέρη, μέχρι να χαθούμε στην ερημία των ανθρώπων.

«Για τη μεγάλη έρημο/ που μέλλεται να διασχίσεις να φοβάσαι/ αυτήν που προεκτείνεται/ δυτικά της αφιέρωσης «για πάντα μαζί»/ στον πίσω χάρτη μιας φωτογραφίας». Για αυτήν την ερημία αγωνιά η ποιήτρια, για την προβλέψιμότητά της, για το φόβο της, για τη σιωπή που βασιλεύει στον προσωπικό μας Άδη, το δέος και το χρόνο. Την αγωνία, εντέλει, μήπως και δεν καταφέρουμε να κερδίσουμε τη μάχη μαζί του, ώστε δοξαστικά να μπούμε στην κατευναστική κοινωνία της αγάπης: μήπως απορφανιστούμε, αποξενωθούμε, γίνουμε επαίτες, μήπως γίνουμε πληγή. Οι λέξεις όμως αγωνιούν, πάσχουν, αναζητούν την ανθρώπινη συνθήκη κι ας γνωρίζουν την παγίδα της ερήμου. Γι’ αυτό φωνάζουν: «Πληγή ας είσαι./ Μόνο εδώ να είσαι».

Ωστόσο, η αίσθηση του χρόνου είναι παρούσα και στο προηγούμενο εγχείρημά της, πεζό αυτή τη φορά: Μην περάσεις το ποτάμι ο τίτλος του, όπου η ηρωίδα έχει να αντιπαλέψει όχι μόνο με την εικονογραφία τής τότε μετεμφυλιακής Ελλάδας, αλλά κυρίως με τους δικούς της φόβους, οι οποίοι συμβολίζονται και εδώ με το υδάτινο στοιχείο. Ο έρωτας όμως είναι αυτός που θα δημιουργήσει μέσα της ένα χώρο ενέργειας και ουσίας, γι’ αυτό (μετέπειτα) θα γράψει στην προμετωπίδα της ποιητικής της συλλογής: «Ύστερα θα σου μιλήσω/ Για έναν άγριο άνεμο. Ανάστροφα γυρίζει τις σελίδες/ Του ημεροδείκτη/ Έρωτα τον ονομάζουν οι άνθρωποι».

Ο έρωτας όμως, όπως και ο χρόνος, έχει πάντα ένα κόστος. Όπως και η Ιστορία των πραγμάτων. Όπως και η ποίηση. Ο χρόνος πάλι φωνάζει, απειλεί επειδή τον υποθηκεύσαμε, τον εξαγοράσαμε, τον χρεώσαμε με πανάκριβα λύτρα πολιτικής και οικονομικής εξαθλίωσης. Τον καταργήσαμε, με άλλα λόγια. Γι’ αυτό η ποιήτρια, έχοντας επίγνωση της κυρίαρχης νοοτροπίας της εποχής, δεδομένου ότι ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά των γραφιάδων που έζησαν έστω και λειψά την πολιτιστική άνοιξη της μεταπολίτευσης, υπονομεύει την επικράτεια της σιωπής, ακροβατεί στην άκρη της και ανεβαίνει επιλεκτικά μία μία τις κλίμακες της σημερινής «μεταλλικής πραγματικότητας». Καλωδιώνεται, σερφάρει, συνομιλεί μαζί σας και μαζί μου, ενίοτε ώρες μεταμεσονύχτιες, και «εναρμονίζει το χθες στο σήμερα» στεριώνοντας στα πλήκτρα τις Κυριακές της ουτοπίας της με μια αισιόδοξη υπέρβαση: «Βουτηγμένη/ Στης Κυριακής τη θλίψη/ εκλιπαρώ/ το δευτεριάτικο πρωινό να γρηγορέψει. Ας πάρει μαζί του/ νάρδους να λούσω το κορμί μου/ μύρα και βάλσαμο να νίψω την ψυχή μου/ Δε μου ταιριάζει η λύπη».

Η Ελένη Π. Καλογερίνη είναι δημοσιογράφος.

Σαράντα μίλια σιωπήΣαράντα μίλια σιωπή
Βέρα Πέτσα-Βασιλείου
Ιωλκός
Σελ. 64
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1436

ΑΜΥΘΗΤΟΣ ΚΗΠΟΣ

του Κώστα Λάνταβου

Πριν μιλήσω για την τελευταία ποιητική συλλογή του Στέλιου Λουκά, θέλω να μιλήσω για τον ίδιο τον ποιητή. Τον γνωρίζω πολύ και ελάχιστα. Πολύ – γιατί γνωρίζω τη δουλειά του, παρακολουθώ την πορεία του στα γράμματα και στην ποίηση ειδικότερα. Λίγο – γιατί λίγες φορές τον συνάντησα και κατά συνέπεια δεν είχαμε την ευκαιρία να πούμε πολλά πράγματα. Αλλά αυτό που μπορώ να πω μετά βεβαιότητος είναι πως ο Στέλιος Λουκάς είναι ένας ποιητής δοσμένος, αφιερωμένος σ’ αυτό που επέλεξε να υπηρετήσει. Τον πονάει, τον καίει η υπόθεση της ποίησης – όχι της δικής του μόνο, αλλά η πορεία και η θέση της ποίησης στον κόσμο γενικότερα. Είναι ένας άνθρωπος που λατρεύει την ποίηση, παρακολουθεί την ποιητική δημιουργία εκ του σύνεγγυς και την προβάλλει μέσω της εκπομπής του. Την προβάλλει με θέρμη, συχνά με αγωνία, συνέχεια και συνέπεια εκπληκτική. Και γι’ αυτό εξελίσσεται ο ίδιος ως ποιητής. Και είναι αυτό φανερό από βιβλίο σε βιβλίο που εκδίδει. Ανήκει στους λιγοστούς νέους ποιητές μας που γίνονται καλύτεροι. Μου δίνει την εντύπωση πως μέρα τη μέρα, ποίημα το ποίημα κάνει κι ένα βήμα πιο μπρος, πιο πάνω. Τρανή απόδειξη το τελευταίο του βιβλίο, Αμύθητος κήπος.

Ο κόσμος του Στέλιου Λουκά είναι συμπαντικός. Εκτείνεται από τη φαινομενικά ασήμαντη καθημερινότητα και διατρέχει όλα τα μικρά και τα μεγάλα που αφορούν τη φύση, τον άνθρωπο, τις «αθέατες εκλάμψεις που φωτίζει η ζωή». Ο ποιητής παραμένει γήινος, δέκτης και πομπός ονείρων, προσδοκιών, συναισθημάτων, αφήνοντας «το φόβο ελεύθερο να γίνει ποίημα». Αυτή είναι η αποστολή του ποιητή: να μετατρέπει το αρνητικό σε θετικό, να μετουσιώνει την αδυναμία σε δύναμη για να «φτάσει στη χώρα του απίστευτου», κυνηγώντας παράλληλα μιαν «αθωότητα που πάντα θα ξεφεύγει».

Ο Στέλιος Λουκάς μάς προτρέπει άλλοτε με ειρωνεία και προφανή σαρκασμό, άλλοτε με περίτεχνο υπαινιγμό να ανακαλύψουμε τους αμύθητους κήπους που κρύβουμε μέσα μας, κυρίως, αλλά και αυτούς που μας περιτριγυρίζουν έξω μας (και δεν τους βλέπουμε), και μας καλεί, μάλλον μας προκαλεί να τους ξανακοιτάξουμε για να δούμε το φως του προσώπου μας, αυτό το απερινόητο φως που αποκαθαίρει την καρδιά μας και τα πράγματα γύρω μας και μας οδηγεί «εις νήψιν ψυχής». Ο ποιητής μάς προτρέπει να φεύγουμε μακριά από την απληστία («εκεί όπου νηστεύουν την απληστία/ εκεί να πας»), εννοώντας βέβαια τη μανική συλλογή υλικών αγαθών. Αντίθετα, μας συνιστά να ονειρευόμαστε αλλά όχι «όνειρα/ που κυοφορούν προσδοκίες». Μας λέγει ακόμα πως και η νοσταλγία είναι επικίνδυνη όταν «γίνεται σαράκι».

Διαψευσμένος μάλλον από τις ουτοπίες που κυνηγούν ή επαγγέλλονται αιωνίως οι άνθρωποι, κηρύσσει την «ανυπακοήν», υπακούοντας μόνο «στη γλώσσα των κήπων». Συνομιλεί με τη Φύση και σ’ αυτήν δείχνει εμπιστοσύνη, γιατί προφανώς μόνον αυτή δίνει πολλά, σχεδόν τα πάντα, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα –παρά μόνο το σεβασμό μας–, γιατί μόνον αυτή δεν τάζει ουτοπίες, αλλά είναι ο μόνος τόπος, η μόνη καταφυγή που προσφέρει γαλήνη. Ο Στέλιος Λουκάς σχεδόν ανεπαίσθητα προτείνει την επανένωση φύσης-ανθρώπων. Ο άνθρωπος άλλωστε αποτελεί οργανικό της κομμάτι, που επιμόνως και ανοήτως προσπάθησε να αποκοπεί και να πορευτεί χωρίς τη ζωογόνο παρουσία της.

Αλλά «κήπος» για τον ποιητή δεν είναι μόνον η φύση –«η γη που μας φιλοξενεί»–, κήπος είναι: η αγάπη, η μνήμη, τα δάκρυα, ο πόνος, οι μέρες που έρχονται και κυρίως και πάνω απ’ όλα «ό,τι γαληνεύει τη δική σας ψυχή».

Αναφέρθηκα στην αρχή στην εκπομπή του Στέλιου Λουκά εν συντομία. Θα ήθελα να προσθέσω λίγα λόγια ακόμη, γιατί είναι η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή για το βιβλίο και η μακροβιότερη. Έχει ξεπεράσει τα είκοσι χρόνια. Αλλά κυρίως θέλω να τονίσω την ποιότητά της, θέλω να σταθώ στο περιεχόμενό της. Η εκπομπή λοιπόν «Ένα βιβλίο, ένα ταξίδι» δεν είναι απλώς μοναδική στο είδος της, δεν είναι μόνον υψηλής ποιότητας, αλλά εξακολουθεί και παραμένει σταθερή, αμετακίνητη θα πρόσθετα, στο στόχο της, που δεν είναι άλλος παρά η προβολή του καλού βιβλίου. Είναι μια εκπομπή που επιλέγει ό,τι καλόν εμφανίζεται στην εκδοτική αγορά, χωρίς προτιμήσεις σε συγγραφείς, χωρίς υπόγειες και ανεπίτρεπτες διασυνδέσεις και, κυρίως, χωρίς υποχωρήσεις απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, χωρίς εντέλει ίχνος διαπλοκής. Κι αυτό είναι το μυστικό της υπέροχης νεανικότητας που εκπέμπει, της σφριγηλής μακροβιότητας που απολαμβάνει. Ο ίδιος δε ο δημιουργός και παρουσιαστής παρουσιάζεται έτοιμος απέναντι σε κάθε καλεσμένο, προσηνής, με φυσική ευγένεια, πράος και σταθερός, όμως ποτέ δεν κολακεύει, συνομιλεί με αρετή μεν, αλλά και με τόλμη, προσηνής προσπαθεί να αναδείξει όλες τις πλευρές των βιβλίων που παρουσιάζει και να φιλοτεχνήσει –μέσω της συνομιλίας– την προσωπικότητα του εκάστοτε καλεσμένου του.

Αμύθητος κήποςΑμύθητος κήπος
Στέλιος Λουκάς
Κέδρος
79 σελ.
Τιμή € 12,00

 

Εμφανίσεις: 1586

ΑΠΟ ΣΙΩΠΗ…

του Δημήτρη Βαρβαρήγου

Είναι δύσκολη η εκτίμηση ενός έργου – και σπάνια καταπιάνομαι με αυτό τον κίνδυνο, αλλά όχι στην παρούσα φάση με το συγκεκριμένο έργο, Από σιωπή…, της ποιήτριας Γεωργίας Παπαμιχαήλ, καθώς τα ποιήματά της έχουν μια σιγουριά, έχουν τη στόφα μιας απόλυτα τεκμηριωμένης ποιητικής ολότητας.

Πιστεύω πως όλοι μας έχουμε κάποια στιγμή νιώσει την απελπισία να μας κατακλύζει και να μη βρίσκουμε απαντήσεις στα προβλήματα και τις ερωτήσεις που θέτουμε στον εαυτό μας. Μια τέτοια στιγμή που έψαχνα να βρω διέξοδο, βρήκα στους στίχους της ζωντανές αλήθειες. Σαν ένα ευχάριστο ξύπνημα είδα το ασύνορο και το άχρονο της ζωής να εμφανίζονται αυτούσια. Τα κοίταξα με δέος, με έναν τρόπο που δεν τολμούσα πριν να κοιτάξω, γιατί δεν γνώριζα ίσως πως πέρα απ’ το φόβο σε κάποιες συγκεκριμένες αισθήσεις, υπάρχει ο πραγματικός παλμός της ζωής…

Μα ποιος;

Μεγάλοι τίτλοι!

Ταμπέλες μας φορέσανε

κι εμείς το βάρος σέρνουμε

των λογικών συμπερασμάτων.

Μα ποιος μας γνώρισε;

Εγώ δεν έχω συστηθεί.

Μα ποιος μας πόνεσε;

Αφού κι εσύ δακρύζεις μόνος.

Το ποίημα αυτό ήταν ένα σημάδι, μου έδειξε όλα όσα πρέπει να ακολουθεί ένας αληθινός ποιητής μέσα στην ευφρόσυνη θλίψη της πνευματικής του δημιουργίας, να φοβάται τη σιωπή και να κλαίει μόνον όταν αυτή γίνεται βία.

Να συζητάει με τρελούς, που συχνά λένε λόγια πιο σωστά από τους λογικούς.

Να λιώνει από ευαισθησία κάθε στιγμή της μέρας.

Να αφουγκράζεται τα μικρά – που, τελικά, είναι τα μεγαλειώδη.

Αυτά κι άλλα πολλά μου είπε η ποίησή της, κάτι μου έδειχνε… με έκανε να βυθιστώ μες στα φωτεινά μέρη του πνεύματός της.

Η ποιήτρια, γίνεται αμέσως αντιληπτό αυτό, παρουσιάζεται μέσα στα ποιήματά της ως τραγικό πρόσωπο που θέτει τη γραφίδα και τον οργανισμό της να αντιμετωπίσει ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα και ως συνείδηση διχάζεται ανάμεσα σε δυο στάσεις ζωής. Στην ορθότητά της και στη φαινομενικότητά της. Σαν να μας κοιτάζει κατάματα με ειλικρίνεια και να μας λέει πως δεν είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε το χάος της ψυχής μας, αρκεί μονάχα να χανόμαστε μέσα του.

με κορύ-φως…η

Για όσα δεν είπε η βροχή, δεν θα μιλήσω

Όμως, τι περισσότερο μπορεί να σε πληγώσει

από λόγια υγρά σε μάτια ψεύτικα;

Ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα θέατρο και καθένας στη ζωή του έχει πολλούς ρόλους να παίξει, και η ποιήτρια αυτούς τους ρόλους στηλιτεύει και προσπαθεί με σαφήνεια να ισορροπεί μεταξύ απτού και ιδεατού με στίχους μυστικούς και υπαινικτικούς, με ποιότητα σηματοδοτημένη από την περιεκτική λιτότητα μιας αριστοκρατικής αντίληψης για τα πράγματα, τον άνθρωπο και τις αισθήσεις του.

Αρκετά ποιήματά της έχουν ύφος απολογητικό, ίσως κι εξομολογητικό, όταν με ακρίβεια ενυπάρχει και αναλύεται μέσα από τις λέξεις ο δικός της συναισθηματικός κόσμος που της φωνάζει: Να ντύνεσαι μόνον Άνθρωπος.

Σε αρκετά ποιήματά της αναγνώρισα, σαν είδωλο μέσα σε καθρέφτη, το αψύ και ελεύθερο ύφος που είχε και το έργο της Βιρτζίνια Γουλφ, Ορλάντο. Στην εποχή μας, το να είναι κανείς σαφής στο λόγο του είναι σαν να ακολουθεί με πίστη τη ζωή και το έργο της. Ακριβώς αυτή είναι και η γραφή της Γεωργίας Παπαμιχαήλ. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει μακριά από αυτή την αλήθεια, όπως ακριβώς συμβαίνει η πραγματικότητα.

Οι λέξεις στη γραφίδα της σαν σκιά καταγράφουν και προσδίδουν τη μυθική διάσταση των πραγμάτων που μέσω της ύπαρξής της δίνει σημασία εν πολλοίς και στο ασήμαντο, καταγράφοντας με σαφήνεια τα πάντα μέσα στο χρόνο που περνάει.

Κοινή συνισταμένη στα έργα της είναι το απέριττο, το χωρίς επιτήδευση ύφος. Καταφέρνει να αποδίδει τον σωστό τόνο και την ανάλογη χροιά που ν’ ανταποκρίνεται στην κάθε της αναφορική περίσταση.

Διαβάζοντάς την, αισθάνθηκα να ξεφεύγω από τη δική μου κατάσταση… να εξαϋλώνεται γύρω μου η αίσθηση της πραγματικότητας. Αυτή είναι η δυναμική της γραφής της, καθώς αφήνει τον εαυτό της να ζει, να εισπράττει την εμπειρία, να επεξεργάζεται και να μεταδίδει με ευχέρεια, ερεθίσματα και εντυπώσεις.

Σε κάθε της ποίημα εκφράζεται με τον υποκειμενικό συναισθηματισμό της, δημιουργώντας μια ειδυλλιακή προσμονή γι’ αυτό που έπεται.

Δικαιολογίες του «απομυζώ»/ από τις κατά συνήθεια συνθήκες.

Το φαύλο εξιστορώ των εμπειριών μου/ εξοικονομώντας πάντα την καλύτερη γεύση για το τέλος, ανακυκλώνω αναμασώντας/ τους αήττητους φόβους μου…

Η ποιήτρια δεν παραλείπει να φανερώνει έντονα την ανάγκη της για ανθρωπιά, σεβασμό και αξιοπρέπεια. Στοιχεία αναγνωρίσιμα μέσα από την πίστη στον Άλλον, για έναν συγκροτημένο άνθρωπο, όπως διαφαίνεται μέσα από τα ποιήματά της, καθώς υπεισέρχεται στον κοινό τόπο που διαθέτει η ποίηση, με αστείρευτη ρομαντική κι άλλοτε επικριτική διάθεση, πάντα όμως με μια δυναμική ενέργεια που σμίγει το εφικτό με το ανέφικτο, χαρίζοντας στον αναγνώστη ποικίλες αισθήσεις για να αναγνωρίζει πως, τελικά, ποίηση είναι η ψυχή που γίνεται λέξεις.

Είμαι σίγουρος πως όσοι διαβάσουν ποιήματά της θα νιώσουν πνευματική ικανοποίηση, καθώς θα αντιληφθούν πως σε κάθε λέξη θριαμβεύει η γενεσιουργός Ιδέα.

Από σιωπή Γεωργία Παπαμιχαήλ Εκδόσεις Χρήστος Ε Δαρδανός  Από σιωπή...
Γεωργία Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Χρήστος Ε. Δαρδανός  
56 σελ.
Τιμή € 9,00

 

Εμφανίσεις: 1390

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ

του Γρηγόρη Τεχλεμετζή

Ποίηση του ανικανοποίητου έρωτα, υπό τη σκιά της ιδεαλιστικής τελειότητας, που στιγμιαία μόνο αγγίζεται από το υποκείμενο. Τα πρόσωπά της «αυτοκτονούν» συναισθηματικά γιατί δεν μπορούν να γευτούν το απόλυτο, σε μια ασυμβίβαστη λογική (π.χ. «Ιερή πέτρα»).

Ο έρωτας είναι δισυπόστατος, κρύβει μια αγγελική και μια σκοτεινή μύχια πλευρά, που καραδοκεί έτοιμη να ξεχυθεί («Λευκό γάντι», «Κρύα ψάρια»). Ζει μέσα στο όνειρο ιδανικός («Η τέλεια μέρα»), φλερτάρει, αλλά κατά βάση αποχωρεί ανεκπλήρωτος ή ανολοκλήρωτος και αυτό είναι το κλειδί της κινητήριας δύναμης των ποιημάτων της. Η πραγματικότητα ωχριά, μοιάζει ψεύτικη, οι εραστές γυρνούν με μάσκες («Η παράσταση») και δεν ικανοποιούν τη βαθύτερη επιθυμία για το απόλυτο, το οποίο είναι διαρκώς ζητούμενο. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με το τέλος, τον θάνατό του, την απώλεια και η θετική του όψη μένει στη σφαίρα της φαντασίας. Η επιθυμία παραμένει καθοριστική, η θλίψη και η προδοσία επικρατούν (σσ. 31, 32).

Συχνά μέσα από μια σειρά μυθικών συμβόλων, Αριάδνη, Θησέας (σελ. 32), Αδάμ, Εύα, Λίλιθ (σελ. 51), Πηνελόπη (σελ. 47, 57) ή ακόμα και την Αλίκη του παραμυθιού (σελ. 43), αντλεί σύμβολα και συναισθηματική φόρτιση, χρησιμοποιώντας τα ως πηγές μυθικής αντικειμενικής συστοιχίας. Τα σύμβολα αυτά διαχέονται και στις προηγούμενες συλλογές της και τείνουν να γίνουν συναισθηματικά μοτίβα, με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Χρησιμοποιεί μάλιστα και τον αύξοντα λατινικό αριθμό για να ξεχωρίσει το ποίημα από τα άλλα με τον ίδιο τίτλο, εντός της ίδιας ή άλλων συλλογών («Πηνελόπη III» «Αντιγόνη IV», «Πηνελόπη IV»). Οι χαρακτήρες πιστοποιούν και επαναφέρουν συμπεριφορές σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές. Χειρίζεται όμως πολύ ελεύθερα τις ιστορίες, ποιητική αδεία, πολλές φορές συστρέφοντας ή ακόμα και ανατρέποντάς τες (π.χ. «Η Αλίκη κερδίζει»). Βέβαια, συγκρινόμενη η μέθοδός της με αυτή του μεγάλου Γιώργου Σεφέρη –που πρώτος τεκμηρίωσε τον όρο μαζί με τον Έλιοτ–, διακρίνουμε εδώ ότι κατευθύνεται προς τον ψυχολογικό και ερωτικό τομέα και όχι προς τον ιστορικό ή κοινωνικό και τα «προσωπεία» συχνά ανταποκρίνονται σε διαχρονικές καταστάσεις, με αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία («Ιερή πέτρα», «Η συγνώμη», «Στο βυζαντινό μουσείο»).

Η ποιήτρια είναι το ποίημα («Τα ποιήματα γερνούν»), πληγώνεται και τεμαχίζεται λυρικά μπροστά μας, χωρίς εκκωφαντικές εξάρσεις, με μια περιγραφή λιτή, απλή, άμεση, μέσα από εικόνες και επενέργειες συναισθηματικής αλληλουχίας, νοηματικής συνάφειας, με συγκεκριμένη δομή και κατεύθυνση, γι' αυτό δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σουρεαλιστική, ακόμα και αν μερικές στιγμές, υπό το κράτος της συναισθηματικής καταβολής, σπάει ο λογικός μίτος. Νόημα, συνέχεια και αίσθηση υπάρχουν, συνήθως με εσκεμμένη ελλειμματικότητα, που αυξάνει την ποιητικότητα και απομακρύνεται από την απλή αποτύπωση. Παρουσιάζονται, βέβαια, και εξαιρέσεις: «Η θυσία» και «Στη στάση», όπου τα υπερρεαλιστικά στοιχεία είναι εμφανή και επικρατούν.

Συνολικά μπορώ να παρατηρήσω ότι το υπαρξιακό, κυρίως ερωτικό –γιατί αυτή η ανικανοποίητη έλλειψη υπαινίσσεται ένα αδιαμφισβήτητο κενό–, αλλά όχι μόνο («Το είδωλο»), είναι αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη.

Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς Χλόη Κουτσουμπέλη Γαβριηλίδης Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς
Χλόη Κουτσουμπέλη
Γαβριηλίδης
60 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1499

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr