A+ A A-

ΣΕ ΒΡΙΣΚΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

του Χρίστου Παπαγεωργίου

Αναμοχλεύοντας το πολιτικό ως μέρος του κοινωνικού γίγνεσθαι, ο μεγάλος μας ποιητής Τίτος Πατρίκιος, καταθέτει περιορισμένο αριθμό αναλυτικών ποιημάτων, τα οποία λειτουργούν και αυτόνομα και παράλληλα ως ενότητα, με την ίδια θεματική και συλλογιστική προοπτική. Ο Πατρίκιος όσο τα χρόνια περνάνε, τόσο πιο ενδιαφέρων γίνεται, τόσο πιο πειστικά ανταποκρίνεται, τόσο πιο σίγουρος αισθάνεται για τα γραπτά του, τα οποία υποστηρίζει μ’ έναν απλό και καταδεκτικό λόγο και μια γλώσσα απαλλαγμένη από κάθε είδους περιττό. Το Σε βρίσκει η ποίηση λοιπόν, χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής, αποτελεί την κορωνίδα του έργου του, καθώς ο ίδιος, τόσο ως ασυμβίβαστη προσωπικότητα, όσο και ως πολιτικοποιημένη συνείδηση, υπεραμύνεται της δικής του αντίληψης για το δίκαιο του κόσμου, τη δυναμική των οικονομικών παραμέτρων και την ισχύ των σοσιαλιστικών ιδεών, μένοντας μακριά από κομματικές εξαρτήσεις και πάντα ως φιλοσοφία ζωής, την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ. Ο Πατρίκιος πέρασε ολόκληρη τη ζωή του μαχόμενος για οράματα τα οποία έμειναν απραγματοποίητα, θα μπορούσε λοιπόν να αισθάνεται λύπη για την απόρριψη και θρήνο για την ήττα, όπως έκανε στα πρώτα του έργα στη δεκαετία του ’50 Αυτό όμως δεν καταβάλλει καθόλου τη διάθεσή του, ακόμη και σήμερα, για πολιτικούς αγώνες, που θα κάνουν τη ζήση μας πιο όμορφη, πιο ανεκτή, πιο πολύπλοκη.

Η τεχνική παράθεσης την οποία επιλέγει ο ποιητής προκειμένου να επικοινωνήσει αληθινά με τον αναγνώστη και όχι να τον στείλει «αδιάβαστο», όπως κάνουν πολλοί καινοφανείς ομότεχνοί του, είναι πάνω απ’ όλα η απλότητα. Πράγματι, απαλλαγμένοι οι στίχοι από οτιδήποτε το καλολογικό και δουλεμένοι στην καρδιά του ποιήματος γίνονται αμέσως ευκρινείς ως προς το θέμα, την έμπνευση αλλά και το μήνυμα, με τρόπο μάλιστα που δεν προάγει ούτε το εκκωφαντικό αποτέλεσμα, ούτε την υποχωρητικότητα του ποιητή, ούτε το σφυροκόπημα το λεκτικό αλλά το αντίθετο τη σταθερή, γνήσια και πολυσήμαντη σκέψη, θέση και άποψη δημιουργού. Ο Πατρίκιος μιλά ελληνικά, τελεία και παύλα. Βέβαια έχουν προηγηθεί πλήθος βιβλίων, ποιημάτων και πεζών, μεταφράσεων και δοκιμίων, έτσι που θα ήταν μάλλον άστοχο να σκεφτεί κανείς, ότι ένας τέτοιος πνευματικός άνθρωπος θα μπορούσε να μην κατέχει τα μυστικά της γλώσσας. Παρόλα αυτά, η μεμονωμένη κατάθεση κρίνεται και συγκρίνεται ως αυτούσια και πολλές φορές πέρα απ’ τα προηγούμενα έργα, για τα οποία άλλωστε μίλησαν πολύ καλύτερα από εμάς, ειδικοί της λογοτεχνίας, με κύρος και συνέπεια.

Το πιο πρόσφατο βιβλίο ποιημάτων του Τίτου Πατρίκιου λοιπόν, έρχεται να μας αποκαλύψει την ομορφιά του αγώνα, ακόμη και για πράγματα ουτοπικά, την ιδεολογική δοκιμασία που ενίοτε καταλήγει σε πένθος και τέλος την αγάπη στο συνάνθρωπο, απαραίτητο συστατικό μιας υγιούς κοινωνίας.

Σε βρίσκει η ποίηση Τίτος Πατρίκιος ΚίχληΣε βρίσκει η ποίηση
Τίτος Πατρίκιος
Κίχλη
24 σελ.
Τιμή € 7,50

 

Εμφανίσεις: 1574

ΞΥΛΟ ΞΑΝΘΟ Π’ ΑΦΡΑΤΕΨΕ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ

της Ελένης Χωρεάνθη

Σπάνια, τα τελευταία χρόνια βλέπουν το φως της δημοσιότητας ποιητικές συνθέσεις που αναδίνουν εύοσμη πνοή και ομορφαίνουν το αποδυναμωμένο τοπίο της ποιητικής έκφρασης. Έχει δημιουργηθεί τέτοια σύγχυση και τέτοια εκλαΐκευση, που έφτασε να θεωρείται και να προβάλλεται για ποίηση κάθε ανούσιο στιχούργημα, κάθε προχειρολόγημα.

Η επισήμανση του Ρ.Μ. Ρίλκε σε γράμμα του «Σε ένα νέο ποιητή» πως «Ένα έργο τέχνης είναι άξιο αν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη», μου ήρθε αυτομάτως στο νου μόλις τελείωσα την πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Βασίλη Ζηλάκου με τον πρωτόγνωρο, συμβολικό τίτλο Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη από εκείνη που δημιουργεί η έλλειψη επικοινωνίας και κοινωνίας με το αγαπημένο πλάσμα, όταν συμβεί η απώλεια που κάνει τον ή τους εναπομείναντες φτωχούς και ενδεείς, ώστε να νιώθουν ερημίτες, εξόριστοι και να βιώνουν στην ερήμωση της ψυχής τους τον πόνο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια;

Ο Βασίλης Ζηλάκος χαρακτηρίζει ευφυώς τα ποιήματα της δεύτερης ποιητικής του συλλογής «αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου» και τα παρουσιάζει σαν αποσπάσματα από σελίδες ημερολογίου ενός εξορίστου – του εαυτού του, φυσικά. Αυτός ο χαρακτηρισμός μαζί με το κείμενο που προτάσσει και το τελευταίο ποίημα της συλλογής δίνουν το στίγμα ετούτης της ολοκληρωμένης ποιητικής σύνθεσης όπου με αξιοσύνη, ευστοχία και μέτρο αφομοιώνει στην ποίησή του τις διάφορες και εμφανείς επιρροές και καταφέρνει να κάνει όλα τα στοιχεία καταδικά του.

Ο τίτλος παραπέμπει στην Π. Δ., στο Ξύλο, στο δέντρο της ζωής του Παραδείσου. Τελευταία με είχε απασχολήσει το γράμμα Ξ, ξ, η ξηρότητα και η χρήση του στην καθημερινότητά μας και ξαφνικά βρέθηκα μπροστά στη μεταφυσική του «αφρατεμένου στο στόμα ξύλου ξανθού». Δεν ξέρω αν τυχαία, σκόπιμα ή από ένστικτο εδώ το επίθετο κατέχει θέση κατηγορουμένου, συντακτικά εννοώ. Οπωσδήποτε, δεν δηλώνει σταθερό χαρακτηριστικό του ουσιαστικού ξύλο στο οποίο αναφέρεται και έχει σημασία. Αφορά συγκεκριμένη στιγμή και συγκεκριμένη κατάσταση, πρόσωπο, γεγονός ή ό,τι άλλο είχε στο νου του ο ποιητής.

Η ποίηση του Βασίλη Ζηλάκου κινείται σε υπερβατικό τοπίο, στον υποβλητικό χώρο των «Ψαλμών», του «Άσματος Ασμάτων», της «Αποκάλυψης του Ιωάννη» και της πολυσήμαντης ποιητικής δημιουργίας του Οδυσσέα Ελύτη. Όμως, ό,τι πορίζεται από τις πηγές του το ενσωματώνει στο δικό του αποκλειστικά έργο και κατορθώνει να δημιουργήσει ένα υπέροχο ποιητικό μόρφωμα χρησιμοποιώντας τρόπους και δρόμους συμβατούς και ασύμβατους με την παρούσα ποιητική πραγματικότητα, έξω και μακριά από την προχειρότητα και την κοινή λογική. Δίνει την εντύπωση πως βιώνει εσωτερικά μια πραγματικότητα που θέλει να δώσει χρησιμοποιώντας σύμβολα που δημιουργούν ατμόσφαιρα, καθορίζουν, δραματοποιούν το περιεχόμενο της ποίησης αυτής και σηματοδοτούν την προοπτική ενορατικής συνάντησης με το απόν πάθος σε αναστάσιμη εαρινή ισημερία ύστερα.

Αν και συχνά θυμίζει «Γεροντικό» και συνολικά το τοπίο είναι νεκρικό, μοιάζει με ατέλειωτη χοή, σπονδή νεκρική ψυχής ζώσας ακένωτης, ετούτη η ποίηση δεν λειτουργεί καταθλιπτικά, είναι ποίηση εξαγνιστική, λυτρωτική. Τα δυνατά δραματικά στοιχεία λειτουργούν θετικά και δημιουργούν στις απαράμιλλες συνθέσεις τοπία ιλαρά που απογειώνουν.

Συνηθίζω να ξεκινάω το ξεφύλλισμα όποιου βιβλίου έρχεται στα χέρια μου από το τέλος. Με ξάφνιασε περίεργα, ευχάριστα και λυπητερά μαζί το «τελετουργικό» όλης της ποίησης που κλείνει με την απεγνωσμένη επίκληση «Στην ψυχή μου»: «Στάσου, μικρή μου. Στάσου, για πού τώρα φεύγεις;». Με προκάλεσε και διάβασα με προσοχή όλη τη σύνθεση. Θα διακινδύνευα να ομολογήσω πως στα τόσα χρόνια που βρίσκομαι σε επαφή με ποιητικές μορφές έκφρασης του λόγου, δεν έχω συναντήσει τρυφερότερους στίχους και ευκρινέστερες, ιλαρές εικόνες, έξοχους πίνακες ζωγραφικής.

Ο ποιητής προσεγγίζει τα πράγματα που αφορούν το αντικείμενο της ποίησής του και στήνει υποβλητικές ποιητικές εικόνες, τοπία εύοσμα νεκρικών παραδείσων.

Βλέπει μια ψυχή που εγκαταλείπει το σώμα σαν μια μικρούλα, μια αέρινη παιδούλα που πάει ανέμελη, ανυποψίαστη στο μακρινό ταξίδι που δεν έχει επιστροφή ανεμίζοντας το μαντίλι του αποχωρισμού. Εκείνος την παρακαλεί να μείνει, να της μάθει τον κόσμο, να της δείξει τις ομορφιές της ζωής που δεν πρόφτασε να δει, να της γνωρίσει τη μεγάλη ανθισμένη πολιτεία με τα φώτα του ηλεκτρικού, να της δείξει αργά τη νύχτα όλα τα μνήματα «μετρώντας/ την απόσταση από τον έναν τόπο στον άλλο».

Αφού η επίκληση δεν εισακούεται, ο ποιητής παρηγορείται σκεπτόμενος πως το αντικείμενο της αγάπης του θα μείνει έτσι στη μνήμη του και στη μνήμη του κόσμου, μικρή, τρυφερή, πανέμορφη κι απείραχτη από του χρόνου την αδυσώπητη φθορά ύπαρξη. Και συνεχίζει να τη νοιάζεται καθώς εκείνη συνεχίζει το αιώνιο ταξίδι της έτσι μικρή, αθώα κι ανυποψίαστη: «Πάνω στις ράγες σου συνέχισε να σφυρίζεις/ πονεμένη τις ώρες του νερού και της ομίχλης»,/–γιατί «Μέρα με τη μέρα, μήτε ξερό μήτε μουσκεμένο/ αλλά σχεδόν αιώνιο είναι το ταξίδι αυτό!».

Έχει τις επιφυλάξεις του για το πόσο «αιώνιο» μπορεί να είναι το ταξίδι μιας ψυχής που αποχωρίζεται το σώμα και πάει για εκεί «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός αλλά ζωή… ατελεύτητος (;)». Γι’ αυτό κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τη σταματήσει, ας είναι και στα μισά του δρόμου: «Στάσου, μικρή μου. Στάσου, γιατί φεύγεις;». Δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια κι ας ξέρει πως ο αγώνας είναι μάταιος.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής, όλα τα μέρη μιας προσωπικής τραγωδίας, θα έλεγα, είναι σημαντικά και αποκαλυπτικά των δυνατοτήτων του ποιητή Βασίλη Ζηλάκου. Και, μολονότι το τοπίο προσομοιάζει με τοπίο Μεγάλης Εβδομάδας και δη Μεγάλης Παρασκευής με επιτάφια άνθη σκορπισμένα παντού, δεν ακούγονται θρήνοι, αλλά ρυθμοί ευανάγνωστα λυτρωτικοί, τα πάντα προμηνύουν κάτι ηθελημένα αναμενόμενο, κάποια ανάταση και ανάσταση. Ο ποιητής κατάφερε να μετουσιώσει τον πόνο και τον καημό του για ό,τι απωλέσθη όχι σε θρήνο, σε δυνατή ποίηση.

Η ποιητική συλλογή και τυπογραφικά είναι πανέμορφη. Τα χαρακτικά σχέδια και οι ζωγραφιές εκλεκτών καλλιτεχνών που την κοσμούν εξωτερικά και εσωτερικά λειτουργούν θετικά και δίνουν τη δική τους άποψη και διάσταση στην άρτια ποιητική σύνθεση.

Ξύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου Βασίλης Ζηλάκος Οδός ΠανόςΞύλο ξανθό π’ αφράτεψε στο στόμα
Αποσπάσματα από τις γραφές ενός Εξόριστου
Βασίλης Ζηλάκος
Οδός Πανός
69 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1397

ΜΕ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ

του Ι. Γ. Δελλή

Με την έκδοση της δεύτερης αυτής ποιητικής συλλογής της, η Ευγενία Παπανδρέου επιβεβαιώνει τη δυναμική νεωτερική προοπτική, κατά το «είδος» και την «ύλη» (μορφή-περιεχόμενο), που είχε ανοίξει με την προ διετίας πρώτη συλλογή της. Στη νέα της σύνθεση, το ποιητικό της σύμπαν διευρύνεται με νέα σύμβολα-όρους και εμπλουτίζεται υποδόρια με την υποσήμανση φιλοσοφικών ερωτημάτων που βασανίζουν τον άνθρωπο που ζει τη δυστοπία και οραματίζεται την ουτοπία για να προσεγγίσει την ευτοπία. Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή υπερβαίνει η σύνθεσή της τον στωικής προέλευσης ορισμό της ποίησης πως «ποίημα εστί σημαντικόν μίμησιν περιέχον θείων και ανθρωπείων». Η «εύρυθμος ή έμμετρος κατασκευή» της ποίησης είναι βέβαια η «σκευή» της, αλλά το ζητούμενο που θέτει η ποιήτρια είναι ο «νους», γιατί η ποίηση δεν είναι μόνο «δια-σκέδαση», αλλά προβληματισμός, με αφετηρία τη συναισθηματική φόρτιση. Η παλιά διαμάχη φιλοσοφίας-ποίησης, που φαίνεται πως έχει την αφετηρία της στον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε την ποίηση: απομίμηση της μιμήσεως στο πλαίσιο της φιλοσοφικής του θέσης, «είναι» και «γίγνεσθαι», αφού η ποίηση δέχτηκε, εκτός των άλλων, να βοηθήσει τη φιλοσοφία να κάνει κατανοητές τις ιδέες που προτείνει, έχει λήξει με τη συνεργασία τους.

Το πρώτο ποίημα, που είναι νοηματικά και αισθητικά πολυεπίπεδο, «Με λένε και Ειμαρμένη», τιτλοδοτεί τη συλλογή. Είναι μια σύνθεση απαιτητική στη νοηματική της σύλληψη και την αισθητική της ερμηνεία, αφού σ’ αυτή συμπλέκονται και διαλέγονται μυθολογικά-συμβολικά πρόσωπα με πολλά σημαινόμενα. Η Ειμαρμένη είναι ένα ανθρωπολογικό-μεταφυσικό σύμβολο που ερμηνεύθηκε από τη μια μεριά στον πλατωνικό Φαίδρο ως «λόγος θείος απαράβατος δι’ αιτίαν ανεμπόδιστον» και από την άλλη ως «σύμπασα ψυχή του κόσμου» μοιρασμένη στα τρία ως «απλανής και αμετάθετος μοίρα», ως «πλάνης» και ως «υπουράνιος περί γην υπάρχουσα», δηλαδή «σταθερότητα αστάθεια», και στα ανθρώπινα εμφώλευση. Ευρυδίκη-χορός-μοίρα διαλέγονται συγκαταβατικά, ενώ η τελευταία ομολογεί κάποια στιγμή στην εξέλιξη του πυκνού διαλόγου τους: «Με λένε και Ειμαρμένη», δηλαδή αυτοπροσδιορίζεται ως «λόγος καθ’ ον κόσμος διαλέγεται». Ο μύθος, ο λόγος και η απροσδιοριστία κατευθύνουν τα ανθρώπινα, η νομοτέλεια και η ελευθερία είναι το ανθρώπινο ριζικό και ο «δαίμων» της ανθρώπινης ύπαρξης που το βιώνει σε οριακές καταστάσεις και διλήμματα χωρίς την ασφάλεια ερμηνευτικών λύσεων. Η άγνοια πλαταίνει το αλώνι της ανελευθερίας, η γνώση το στενεύει και απομακρύνει τα νέφη και τη θολούρα του ανορθολογισμού. Η ευθύνη είναι ελευθερία και τούτη είναι επιλογή. «Η ζωή του καθενός δεν είναι σημαδεμένη»: «Μόνη δεν επιλέγετε; Μήπως δεν το πιστεύετε;» Τη ζωή καθενός σημαδεύει και καθορίζει η επιλογή του. Οι αδικαιολόγητες υπεκφυγές του γίνονται βέλη κατά της μοίρας, που του φαίνεται τάχα υπεύθυνη. Η Κλωθώ και Άτροπος δεν έρχονται μόνες τους. Η γνωστική τυφλότητα τις καλεί, η αδυναμία του ανθρώπου τις εμπλέκει στη ζωή του, ενώ οι ίδιες αγαπούν να διαφυλάσσουν την κοσμική ισορροπία, όταν υποδύονται το ρόλο του αναπόφευκτου, που τους αναθέτει ο άνθρωπος να παίξουν.

Ο θαυμασμός μπορεί αρχικά να είναι τέρψη, γεννά όμως στη συνέχεια την περιέργεια, με απότοκο τη γνώση, που τρέφει το νου και εντείνει το χρέος του να βρει τις αιτίες των πραγμάτων, για να μην πηγαίνει στα τυφλά και ν’ αποποιείται την ευθύνη του. Εδώ η ποίηση χορεύει με τη φιλοσοφία και την κάνει ανάλαφρη. Το κοσμολογικό πρόβλημα δεν είναι χωριστά από το ανθρώπινο, χωρίς καθένα ν’ απεμπολεί το ρόλο του πάνε να αλληλοπροσδιορισθούν μέσα σ' ένα χαλαρό σχήμα θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης. Η «φύση»-«κόσμος» έχει τη δική του «σοφία», που ο άνθρωπος προσεγγίζει στο βαθμό του εφικτού χωρίς να την κατακτά ολοκληρωτικά, για να μη χαθεί η σηματοδότρα περιέργεια, που γρηγορεί από τα ερωτήματα της άγνοιας.

Η γοητεία της φύσης μάς έλκει, μας ομορφαίνει τη ζωή, μας κεντρίζει τη φαντασία, μας οδηγεί σε μεταφυσικές απορίες και αναζητήσεις. Η θέα της μας γεννά κλίμακα συναισθημάτων και μας προτρέπει: «ένδον σκάπτε». «Αυγή», «ξημέρωμα», «φως», «ηλιοβασίλεμα», έκσταση στα «θάματα της φύσης». Η γραφή εντυπωσιάζει από πλευράς γλωσσικής ποικιλότητας, όπως ο χορός «οι κόρες των ματιών της λιάστηκαν και γιγάντωσαν στης προσμονής το χάδι», η Ευρυδίκη «Έχεις μια πλευρά που χάσκει εβένινη σιωπή», η Μοίρα «Είμαι σαν ένα στρώμα/ στο άπειρο αγκυροβολημένο». Η ποίηση της Ευγενίας Παπανδρέου είναι ελεύθερη, ωστόσο μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει παραδοσιακή στιχουργία, όπως τον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο: «Ήλιε, δώσε τη φλόγα σου, αστέρια τη θωριά σας/ να λάμψει μες στα πέπλα της για να σε συναντήσει». Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί κανείς να συναντήσει και ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή. Η εικονοπλασία της είναι ισοζυγισμένη ανάμεσα στο σουρεαλισμό και το νατουραλισμό, στην ιμπρεσιονιστική και εξπρεσιονιστική έκφραση. Ο κορμός της ποιητικής αυτής δοκιμής της Παπανδρέου δε διδάσκει, αλλά προβληματίζει. Δεν αποσκοπεί στη νουθεσία, αλλά στη σκέψη και στο στοχασμό, την έκσταση και τη φυγή από τη μιζέρια της καθημερινότητας.

Στο δεύτερο μέρος ακολουθούν τριάντα ένα ποιήματα μικρά-μεγάλα, στα οποία αντιπαλεύουν: προσδιορισμός και απροσδιοριστία, ανελευθερία και ελευθερία, φύση και ανθρώπινη γνώση. Όλα διαλέγονται, άλλοτε διαφωνούν και άλλοτε συμφωνούν. Η φύση είναι σοφή: ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει τη γνώση της, χωρίς και αυτή να είναι βέβαιη και ασφαλής: «Το Χρέος», «Σκέψου πως ό,τι κινείται σε ένα αποβλέπει το θαυμασμό σου να έχει/ τη δική σου τέρψη να θρέψει».

Πράγματι, το απροσδιόριστο «γίγνεσθαι» γεννάει θαυμασμό και σκέψη, αφού ο θαυμασμός εξαιτίας του «γίγνεσθαι» γέννησε τη φιλοσοφία, βλ. το ποίημα «Χέρια δεμένα σφικτά»: «Μια τιτάνια μπουνιά από γλάρους μιας κατεύθυνσης/ με ευθυτενή, ζυγιασμένα/ μυστικά συντονισμένα βηματάκια/ περιχαρείς, λαλίστατοι ζωηρά κατηφορίζουν», μια εικόνα ομορφιάς και ζωής που μπορεί να δηλώνει τη γοητεία μιας χαμένης νιότης.

Το Ποίημα «Αντίστροφη μέτρηση» μας επαναφέρει στον προβληματισμό που μας γεννάει η φύση: «Φύση είναι και σοφή/ κομπορρημονεί πως πάντα αλλάζει ρότα η ζωή». Η φύση είναι τόσο σοφή, που δεν μπορούμε ν’ αποκαλύψουμε τα μυστικά της καθόσον κατά τον Ηράκλειτο «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί». Η γλωσσική έκφραση της Παπανδρέου είναι ευρεία, δυναμική και εντυπωσιακή, με άνεση μεταβαίνει από τη λέξη «ρέμπελα» στη λέξη «πασιφανές», από το «άνυδρος» στα «βινύλια». Επιδράσεις στην ποίησή της δύσκολα μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει. Κάθε ποιητής άδηλα μπορεί να επηρεάζεται. Τολμώ να πω πως αδιόρατα κάπου φαίνεται η ποίηση του Ρίτσου και του Καβάφη, όπως το ποίημα με τίτλο «Κεριά που σβήνουνε». Συνέπεια του αρχικού προβληματισμού, όπου η σκέψη αγνάντευε το άγνωστο να χάσκει, είναι η επιστροφή στα ανθρώπινα για να απαλυνθεί το δέος. Στη δεύτερη αδιόρατη ενότητα της ποιητικής συλλογής, η έμπνευση και η σύλληψη του ποιητικού λόγου είναι η απλή θέα της φύσης των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων.

Η νέα ποιητική παρουσία της Παπανδρέου ανοίγει αισιόδοξες προσδοκίες, όχι μόνο αισθητικές, αλλά ιδεολογικοφιλοσοφικές στο πλαίσιο της αριστοτελικής άποψης ότι η «ποίηση» είναι το «καθόλου». Τριάντα ώριμα ποιήματα, που δεν αρέσουν μόνον, αλλά ερεθίζουν τη σκέψη για την ανθρώπινη μοίρα και την αρμονία της φύσης.

Με λένε και Ειμαρμένη Ευγενία Παπανδρέου Γαβριηλίδης Με λένε και Ειμαρμένη
Ευγενία Παπανδρέου
Γαβριηλίδης
55 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1839

ΤΟΣΑ ΛΟΓΙΑ

της Ανθούλας Δανιήλ

Τα Τόσα λόγια φαίνονται πάρα πολλά, αν και ταξινομημένα σε εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού. Με αυτά τα δεκαεπτασύλλαβα ποιήματα ο Άγης Μπράτσος γέμισε το καλάθι του. Και κάθε συλλαβή και μια σταλαγματιά στον πίθο των Δαναΐδων. Όπου Δαναΐς και ποιητής. Τι σημαίνει αυτό; Στην ατελείωτη σειρά του ποιήματος ιν πρόγκρες, του χαϊκού ιν πρόγκρες, ο Μπράτσος προσθέτει σταγόνες φως, σταγόνες ουσίας, σταγόνες σκέψεις και σταγόνες αισθήματα.

Αυτό το μικρό είδος, το εξ ανάγκης πυκνό και απλό και λιτό, αλλά και ουσιαστικό, που τέτοιο το ανέδειξε ο μεγάλος δάσκαλος του είδους Ματσούο Μπασό, με την εξαιρετικά εκλεπτυσμένη του μορφή, μοιάζει με το γρήγορο πέρασμα της ζωής που κάτι αφήνει πίσω της σαν ελαφρύ αεράκι, σαν τον έρωτα που και αυτός φεύγει και χάνεται, σαν την ομορφιά και τη νιότη.

Πολλά από τα χαϊκού του Μπασό ήταν η αρχική στροφή ενός αλυσιδωτού ποιήματος. Αρχίζοντας από μια αντικειμενική μορφή της φύσης ή ένα ρητά διατυπωμένο συναίσθημα, προχώρησε στη συνέχεια σε πιο διευρυμένη θεματολογία, αλλά καλλιτεχνικό χαρακτηριστικό του παρέμεινε το ότι εξέφρασε πολλά και υπέβαλε περισσότερα με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις. Οι δεκαεπτά συλλαβές του κανόνα συχνά παραβιάζεται.

Ο Μπράτσος τηρεί όλες τις ποικιλίες – και την αντικειμενική μορφή της φύσης, και το ρητά διατυπωμένο συναίσθημα, αλλά και υποβάλλει σκέψεις, διαθέσεις, στοχασμούς, συμπεράσματα, κατασταλάγματα εμπειρίας. Τυπολογία δεν μπορεί να γίνει. Αδρομερώς επιλέγουμε:

Ωραίοι θνητοί/ θα είμαστε μονάχα/ με την αγάπη.

Είμαστε; Υπάρχει και το μίσος.

Με εντυπώσεις που γεννά τυχαία το τοπίο:

Κάθε τοπίο/ χωρίς συντροφιά, γυμνό/ ανερμήνευτο.

Βροχή με ήλιο./ Το ουράνιο τόξο/ έξαφνα χάρη.

Ο ανθόκηπος/ πλήρης νοήματος/ ασυγκίνητος.

Με απόψεις:

Με τις αισθήσεις/ τρέφονται σώμα και νους./ Δυνάμωσέ τες.

Σαν καβαφικός ακούγεται ο στίχος, αλλά και γιατί όχι αριστοτελικός; Η εμπειρία είναι το πρώτο σκαλοπάτι, το σώμα είναι η αφορμή, ο νους θα χωνέψει το γεγονός.

Με στοχασμό:

Στο τέλος τέλος/ ο θάνατος μας ωθεί/ κάπως να ζούμε.

Με έκπληξη στη γλώσσα:

Ξημερώματα./ Σαν μια εξέγερση το/ μυριστικό φως.

Με πικρές διαπιστώσεις:

Άλυτο θέμα./ Οι εραστές γίνονται/ ξένοι ως ήταν.

Σαν πιστό σκυλί;/ Σαν όλους κι εσύ όλο/ μεγάλα λόγια.

Με τρυφερότητα:

Η πανσέληνος/ δωρεάν απόδοση/ μεγαλοσύνης.

Γελούν τα παιδιά./ Κι ο κόσμος απότομα/ σαν αναγκαίος.

Με απορία:

Μια εξίσωση/ ο έναστρος ουρανός/ ή θεώρημα;

Με διαπίστωση:

Στον ίδιο χρόνο/ συντονισμένοι όταν/ ερωτευμένοι.

Όταν πιστεύεις/ η ζωή σου τελικά/ σκέτο αίσθημα.

Και η αυτάρκεια:

Ας ερχότανε/ του γέλιου σου η άλως./ Κανένας άλλος.

Τελικά τα εκατόν σαράντα πέντε χαϊκού μοιάζουν με ποιητική δημιουργία σε αέναη εξέλιξη, διακεκομμένη, σαν σονάτα για βιολί, που δεν παίζει όμως το δοξάρι αλλά τα δάχτυλα –πιτσικάτο– για να κεντούν το πνεύμα και το συναίσθημα, αλλά και να παρέχουν ανάσες στον δημιουργό και σιωπές στον αναγνώστη για απόλαυση.

Τόσα λόγια Άγης Μπράτσος ΚέδροςΤόσα λόγια
Άγης Μπράτσος
Κέδρος
88 σελ.
Τιμή € 9,50

 

Εμφανίσεις: 1260

ΤΡΙΛΟΓΙΑ

του Σπύρου Αραβανή

Η ποίηση του Σωτήρη Παστάκα από το ξεκίνημά της, το 1986, με το Αθόρυβο γεγονός (Εκδ. Το Δέντρο), είναι γήινη, με άλλα λόγια πατά στέρεα στο βίωμα ως μορφή έκφρασης, αφήνοντας εκτός τις όποιες μεταφυσικές αγωνίες και ποιητικές ωραιοποιήσεις. Ο χώρος, ο χρόνος και οι άνθρωποι είναι όντα υπαρκτά, τα οποία διαθέτουν τη συμβολιστική δυναμική για να ξεπεράσουν την έννοια της καταγραφής των προσωπικών ιστορικών τους συμβάντων και να αποκτήσουν μια πιο γενική ταυτότητα, στην οποία το βίωμα του καθενός μας βρίσκει κάποια πλευρά του. Με το πέρασμα των χρόνων, ο Παστάκας απελευθερώνει και το βίωμά του και τη μορφή της έκφρασής του – το πρώτο γίνεται αυστηρά η βασική προϋπόθεση γραφής και η έκφρασή του αυστηρά καθοδηγείται από τις ανάγκες του και όχι από κάποιο political correct ποιητικής. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως παραβλέπει την αισθητική του αντικειμένου του, με άλλα λόγια ποιεί τέχνη, είτε αυτή εκφράζεται μέσω ολιγόστιχων ποιημάτων είτε μιας επικής αφήγησης. Είναι αξιοσημείωτη η εμμονή του στον πυρήνα του θέματός του, γύρω από τον οποίο δομεί το ποίημα με σταθερή γραμμικότητα, έτσι που η κατακλείδα του ποιήματος να λειτουργεί ως επιμύθιο άλλοτε πικρό, άλλοτε ειρωνικό και άλλοτε χαρμόλυπο. Είναι, επίσης, χαρακτηριστική η προσεκτική επιλογή των λέξεών του και η ευρηματική σύνθεσή τους (π.χ. «χαροπαίοντας») ως οργανικά μέρη του ποιήματος.

Ο Παστάκας μέσα στα ποιήματά του φωτίζει τις μικρές λεπτομέρειες των μεγάλων γεγονότων και στις μεγάλες λεπτομέρειες ανιχνεύει τα μικρά γεγονότα τους. Δεν έχει νόημα γι’ αυτόν η ποιητική καταγραφή, για παράδειγμα, του «καπιταλισμού» ή της εργατικής επανάστασης στο Σικάγο, αν δεν συνδέεται με την αγωνία του δρώντος προσώπου, του ποιητικού του υποκειμένου, αν δεν είναι, με άλλα λόγια, μέρος της ζωής του και κατ' επέκτασιν της ζωής μας. Το φίλτρο για τις ποιητικές του καταγραφές είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος και όχι η μοναξιά του ανθρώπου. Τα ποιήματα, δηλαδή, της Τριλογίας δεν τα υπαγορεύει η μοναξιά, αλλά η ανάγκη – και αυτό θα πρέπει να υπογραμμιστεί. Γιατί η μοναξιά όταν οδηγεί το χέρι αλλοιώνει τη σκέψη και το συναίσθημα. Ο Παστάκας στα ποιήματά του γράφει με σταθερό χέρι έχοντας εντοπίσει την ανάγκη του και δεν ολισθαίνει στον οίκτο του αναγνώστη ή στην προσωπική του εξομολόγηση εν είδει ημερολογιακής καταγραφής. Γράφει ως ποιητής, αισθάνεται ως άνθρωπος. Γι’ αυτό και τα ποιήματα της Τριλογίας δεν προσφέρονται για απαγγελία. Μειώνεται η δυναμική τους, αλλοιώνεται το πνεύμα τους. Δεν μπορούν να σταθούν σε αγοραίες συγκεντρώσεις, όπου το συλλογικό ασυνείδητο υπερισχύει. Τα ποιήματα της Τριλογίας είναι συνειδήσεις προσωπικές, βασισμένες στην εξωτερική παρατήρηση και στην εσωτερική εμπειρία που μόνο η κατ' ιδίαν ανάγνωση μπορεί να φωτίσει. Υπάρχουν δόξα τω Θεώ δεκάδες άλλοι ποιητές που εξυπηρετούν τον κοινωνικό λόγο διά βοής. Η ποιητική του Παστάκα είναι απτική. Σωματική. Έχει οσμή, γεύση, ακοή. Έχει συγκεκριμένο επώνυμο. Το όνομά της όμως μπορεί να είναι του καθενός μας. Κι αυτό είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα.

Τριλογία Σωτήρης Παστάκας ΠαρουσίαΤριλογία
Σωτήρης Παστάκας
Παρουσία
116 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1890

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr