Αργύρης Παλούκας: «Άνθρωποι που γελάνε»
Αργύρης Παλούκας: «Άνθρωποι που γελάνε»

Αργύρης Παλούκας: «Άνθρωποι που γελάνε»

Ο Αργύρης Παλούκας ξεκίνησε ως πολλά υποσχόμενος νέος και δικαίωσε όσους τον πίστεψαν. Γεννήθηκε το 1975 στην Ερμιόνη, σπούδασε Θεατρολογία, εξέδωσε ποιητικά βιβλία, γράφει και δημοσιεύει κείμενα, διακρίθηκε και τιμήθηκε για τα γραπτά του και συνεχίζει.

Η παρούσα ποιητική συλλογή με τον τίτλο Άνθρωποι που γελάνε παρουσιάζει μια παραδοξότητα. Μιλάει για ανθρώπους που γελάνε, αλλά τέτοιους η συλλογή δεν διαθέτει. Έχει όμως πολλά μικρά ποιήματα, γεμάτα από αγάπη για τη ζωή, για τη μεγάλη αξία που έχει η ζωή μας, για τη θεϊκή προσφορά που μας χαρίστηκε και εμείς μεμψιμοιρούμε κάθε μέρα με τα τρέχοντα, αυτά που πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν, ενώ εμείς θα έχουμε φύγει, χαραμίζοντας το αγαθό που μας δόθηκε άπαξ.

Παράλληλα, αναπτύσσεται στις σελίδες της συλλογής και κάτι σαν ελεγεία. Ένας χαμένος έρωτας έρχεται να μας δείξει πως στη διάρκεια του αγαθού της ζωής πάντα θα υπάρξει κάτι για να ραγίσει τον παράδεισό μας. Τίποτα να μην είναι άρτιο και πάντα να υπάρχει μια πληγή. Κι ακόμα πέρα από το αυστηρά προσωπικό, το υπαρξιακό, η ματιά του ποιητή απλώνεται στον κόσμο γύρω, αποταμιεύοντας εικόνες ανθρωπιάς, φυσικής ομορφιά, ανθρώπινης παρουσίας, απουσίας, ζωής με όλα όσα την αποτελούν.

Ο πρώτος στίχος –«Με το φως μας ανταμείβεις Θε μου»– στην εξέλιξή του στον δεύτερο στίχο έχει ένα ερωτηματικό. Εκλαμβάνω τον πρώτο σαν ευχαριστήρια δέηση προς τον Θεό και τον δεύτερο σαν απορία. Όπως ο αρχαίος ποιητής επικαλείται τη Μούσα, έτσι και ο σύγχρονος από τον Θεό αρχίζει τα πάθη της ζωής και της καρδιάς του. Και στρώνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα γεννηθεί το είμαι και το υπάρχω. Το φως της ανταμοιβής είναι φυσικά το φως της ζωής, της ύπαρξης, του ζω και υπάρχω και πράττω και αγαπώ. «Εδώ δεν μιλάω εγώ, μιλάνε όμως / όσα μπόρεσα να είμαι / κι όταν είμαι. Αυτό είν’ το ακριβότερο / απ’ την ανταμοιβή σου». Το «όταν είμαι / Αυτό είν’ το ακριβότερο» συνιστά όλα τα άλλα ρήματα: υπάρχω, αγαπώ, βλέπω το φως του ήλιου. «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» ο Νετκάρτ, βλέπω το φως, άρα υπάρχω ο ποιητής. Ταυτολογία, βεβαίως, αλλά συχνά ο άνθρωπος ξεχνά πως αυτό και μόνο το φως του ήλιου είναι η ζωή και δεν πρόκειται για μεταφορά.

«Κοιτάζω όσα ένιωσα / Είναι σαν ψηλό κυπαρίσσι… Πόσα πουλιά κουρνιάζουνε / στα σκοτάδια αυτού του δέντρου» λέει, και με μια εικόνα ενώνει τη ζωή και τον θάνατο, αυτά που ένιωσε με αυτά που λένε τα πουλιά του σκοτεινού δέντρου, δίνοντάς μας την εντύπωση πως πρόκειται για μια αναφορά στην αιωνιότητα της ζωής. Μπορεί το αιωνόβιο κυπαρίσσι να οριοθετεί έναν πένθιμο χώρο, είναι όμως χαρακτηριστικό της ελληνικής γης και συνάμα μια υπενθύμιση ότι τίποτα δεν ξεχνιέται.

Γενικώς όλη η συλλογή έχει ένα βαθύ αίσθημα θρησκευτικότητας, μια ανάσα ευγνωμοσύνης για τον δημιουργό που μας χάρισε τη ζωή, ανεξάρτητα από τυπικά και στερεότυπα. Ο Παλούκας νομίζω πως θρησκεύεται με μια θρησκευτικότητα που συναντάμε και στην ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Οδυσσέα Ελύτη, του Τάκη Παπατσώνη, του Γιάννη Ρίτσου˙ μια θρησκευτικότητα που πηγάζει από το αγαθό της ζωής που είναι «μέγα καλό και πρώτο» και παίρνει μορφές από την καθημερινή ζωή και τη φύση για να φανερωθεί η «δικαιοσύνη σαν αδέσποτο», στον δρόμο, να ονειρευτεί «σαν μεροκαματιάρης» που κοιμάται μες στο λεωφορείο και σαν ερωτευμένος που πάει να κόψει «μίσχο σε γκρεμό». Γιατί, κι αυτό το, έστω, ολιγόλεπτο όμορφο όνειρο μόνο ένας ζωντανός μπορεί να το έχει.

Όμως πιο κάτω η συλλογή αλλάζει, όπως είπαμε. Το κλίμα γίνεται ερωτικό, αλλά και πικρό. Ο ποιητής βιώνει μια απώλεια. Κοιτάζει τα μάτια. Μαζεύει τα δάκρυα «σ’ ένα κουτί στην αποθήκη με τα στενάχωρα», «Χτίσαμε ένα σπίτι μες στο συρτάρι» που κρυφό και αόρατο από τους άλλους, υποθέτω, ανθίζει κι ας μη φαίνεται. Δεν χωρίζουν εύκολα οι άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν, συμπεραίνω, άρα δεν ξεχνά. Όσο και να θες δεν ξεχωρίζονται αυτοί που κάποτε έσμιξαν. «Ξεθάβεις απ’ την άμμο κάτι καθαρό;» «Τα χέρια μου έχουν απομείνει σαν καλούπι χωρίς περιεχόμενο», κι αυτή είναι μια δραματική, απελπιστική στιγμή. Η αγκαλιά μου έχει πάρει το σχήμα σου, λέει άλλος ποιητής. Κι αυτή η αόρατη παρουσία κάνει τη ζωή πολύ δύσκολη. «Εκεί που τελειώνουν τα μαλλιά σου / ανοίγεται μια πεδιάδα / μερικά εκατοστά υπόθεση, μη νομίζεις / – φτάνει ως τη μπλούζα σου. / Κι έπειτα λίμνες και ψηλά βουνά. / Ο χρόνος τόσος που μου φτάνει / για να γεράσω δέκα φορές». Στο ελάχιστο μέσα βρίσκεται το πολύ, σαν ένα Άσμα ασμάτων ακούγονται οι στίχοι. Το τοπίο-γυναίκα είναι τοπίο παραδείσου. Ο τόπος και ο χρόνος όλος, εκείνη, αρχή και τέλος του κόσμου και του χρόνου, εκείνη. Κι όμως ο ποιητής βιώνει ένα ερωτικό πένθος, μια πληγή και μοναξιά αφόρητη: «Μόνος γυρίζει καθένας στη φωλιά του»˙ «καθένας μοναχός ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά του άλλου» λέει ο Γιώργος Σεφέρης. Γιατί η αλήθεια είναι πως η απώλεια, και κυρίως η ερωτική απώλεια, δεν μοιράζεται. Ο άνθρωπος που έχασε το αντικείμενο του πόθου του, της καρδιάς του, δεν παρηγοριέται από την παρουσία φίλων. «Μόνος δάγκωσα τον καιρό με δόντια πέτρινα» λέει ο Ελύτης, αποδίδοντας τη σκληράδα της μοναξιάς.

Αργύρης Παλούκας: «Άνθρωποι που γελάνε»Οδοστρωτήρας όμως η ζωή, σε τραβάει στα γρανάζια της, το καθετί συνηθίζεται «σαν παπούτσι που παίρνει το σχήμα του ποδιού μας», συνηθίζουν και «τα πράγματα που δεν ταίριαξες μαζί τους». Σαν να ακούγεται εδώ ο αυτόχειρας της Πρέβεζας, ο Κώστας Καρυωτάκης, με τον Πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων.

Ο ποιητής αναπέμπει ποιήματα δοξαστικά στο φως: «ο ουρανός … προσφέρεται απλόχερα». Θλίβεται από την ερωτική του διάψευση: «ούτε τη βροχή δεν εννοεί ο καιρός. Ανόρεχτα τη ρίχνει όπως εσύ το φιλί». Κοιτάζει σπλαχνικά τα κοινωνικά προβλήματα: «γυμνή κολυμπάει η ελπίδα ανάμεσα στους ντυμένους». Γίνεται αποφθεγματικός: «Από πού έρχεσαι ξένε; / Ξέρεις τίποτα για τη ζωή εδώ; / Ξασπρίζει αργά αργά σαν ρούχο / που κάποιος ξέχασε να μαζέψει».

Ο Παλούκας παλεύει με την ψυχή του, με την καρδιά του και διαλέγει με προσοχή «χώμα σωστό» για να σπείρει τους στίχους του.

 

Άνθρωποι που γελάνε
Αργύρης Παλούκας
Κριτική
40 σελ.
ISBN 978-960-586-230-5
Τιμή: €6,00
001 patakis eshop 


 

Τα σχόλια σας  

#1 Μαρία Βέρρου 31-03-2018 16:58
έχουν ερωτισμό τα ποιήματα του Αργύρη, και πόνο που κατάπεσε σαν αδέσποτο και ευαισθησία όπως ο ίδιος ο ποιητής, κι όταν τελειώσεις τούτο το μικρό βιβλιαράκι μένεις λίγος...
Παράθεση

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Ευθυμία Γιώσα: «Σώματα πτερόεντα»

Σώματα πτερόεντα! Αναμφίβολα προκλητικός και αναπόδραστα υπονομευτικός της κοινής αίσθησης και του κοινού νου ο τίτλος του καλαίσθητου βιβλίου και του συνάμα προκλητικού λογοτεχνήματος της Ευθυμίας Γιώσα...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Κώστας Μπουρναζάκης: «Πρόσωπα και δοκιμασίες»

Φύση, Μύθος, Ιστορία, Τέχνη, Έρωτας. Αυτοί είναι οι κεντρικοί «τόποι» της ποίησης του Κώστα Μπουρναζάκη. Από τα συναρπαστικά μυστικά ετούτων των κόσμων συγκροτεί μια Αλήθεια, ένα ποιητικό σύμπαν....

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
«Εκκλησιαστής»

Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου Υπάρχει μια άσκηση την οποία κάθε φιλόλογος που διδάσκει Έκθεση και σέβεται τον εαυτό του οφείλει να βάλει στους μαθητές, κι οι μαθητές που διδάσκονται Έκθεση και σέβονται το Νόημα οφείλουν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: