Σπύρος Κατσίμης: «Η κούκλα»

Σπύρος Κατσίμης: «Η κούκλα»

Πιστεύοντας πως, αντί να λέμε πολλά λόγια που καμιά φορά μπερδεύουν παρά βοηθούν τον αναγνώστη να προσεγγίσει το ποίημα, είναι προτιμότερο ή εξίσου σημαντικό να παραθέτουμε ολόκληρα σύντομα ποιήματα ή καίρια αποσπάσματα από ποιήματα πολύστιχα, ξεκινώ την περιήγησή μου σε μια ενότητα ανθολογημένων από τον ίδιο τον ποιητή ποιημάτων και πινάκων ζωγραφικής του Σπύρου Κατσίμη με ήρωες παιδιά.

Πρόκειται για μια εξόχως σημαντική ποίηση που συνοδεύεται από θαυμάσιους πίνακες ζωγραφικής του ίδιου. Το κομψό στην απλότητα και λιτότητά του βιβλίο με τον μονοσύλλαβο, απογυμνωμένο και απαλλαγμένο από κάθε συμβατικό προσδιορισμό τίτλο Η κούκλα είναι μια σύντομη ανθολογία ποίησης και ζωγραφικής συγχρόνως. Κάθε ποίημα συνοδεύεται ερμηνευτικά ή συμπληρώνεται από έναν χαρακτηριστικό πίνακα ζωγραφικής, δημιουργώντας έτσι, κάθε φορά, ένα «σαλόνι», όπου αποτυπώνεται, ανάλογα με το αντικείμενο που σχολιάζουν αμφότερα, ποίημα και πίνακας ζωγραφικής, μια θαυμαστή καλλιτεχνική ενότητα, όπως για παράδειγμα στις σελίδες 52, 53.

Αριστερά, στη σ. 52, ο πίνακας, η παράγκα ντυμένη με τα ευαίσθητα, φωτεινά χρώματα που ξορκίζουν τη δυστυχία με ένα χαριτωμένο περιτύλιγμα, και δεξιά το σύντομο, περιεκτικό σε νοήματα και σημασίες, αποκαλυπτικό της δυστυχίας πίσω από το όμορφο σκηνικό, ποίημα:

«Η ταινία»

Όταν ξηλώσανε τα σκηνικά
του ευτυχισμένου τέλους
φάνηκαν οι παράγκες, τα κουρέλια, τα βρώμικα νερά
και ο «μικρός πρίγκιπας» έγινε πάλι
το παιδί της φτωχογειτονιάς.

Η «Κούκλα», το πρώτο ποίημα που έδωσε και τον τίτλο, διόλου τυχαία, στη διπλή συλλογή, καλύπτει όλο το περιεχόμενο του βιβλίου και θίγει συνολικά το πρόβλημα που απασχολεί τον ευαίσθητο ποιητή και τις κοινωνικές προεκτάσεις του.

Πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες, ο ποιητής Σπύρος Κατσίμης, με την επιλογή ποιημάτων του που αναφέρονται σε παιδιά μέσα σε κάποιες συλλογές ποιημάτων του, φέρνει «επί σκηνής» το διαχρονικό δράμα των παιδιών κρησαρισμένο μέσα από τη δική του ευαισθησία. Χωρίς κραυγές, χωρίς αισθηματικές εξάρσεις και κραυγαλέες αναφορές και ετυμηγορίες, παρουσιάζει τη σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία, ήτοι τα κοινωνικά και τα ανθρωπιστικά πράγματα σε τρεις εκδοχές, σύμφωνα με τις απόψεις των αρχαίων τραγικών: όπως είναι, όπως θα έπρεπε να είναι και όπως θα μπορούσε να είναι, επιλέγοντας σοφά, κατά την εκτίμησή μου, την κούκλα, ομοίωμα ανθρώπου και άθυρμα, τον άνθρωπο και την πλασματική του ύπαρξη.

«Η κούκλα»

Ι
Μας ήρθανε πιασμένοι απ’ το χέρι
πρόσφυγες από μακριά, μ’ ένα παιδί που έκλαιγε
βαστώντας πάνω του την κούκλα του σπασμένη.

Του αγόρασαν μια άλλη και την πέταξε
πήγαν να του την φτιάξουν και την έσφιξε
ακόμα πιο πολύ στην αγκαλιά του.

Αχ, να θυμόταν τις ημέρες που γερή
την χοροπήδαγε στα γόνατά του;

Αχ, να θυμόταν του σπιτιού του την αυλή;

Ποιος να την έσπασε, μα ποιος
σε τέτοιες ώρες θα λογάριαζε μια κούκλα;

 

Και όμως! «Σε τέτοιες ώρες», ένα παιδί «θα λογάριαζε μια κούκλα», γιατί το παιδί κρατώντας την κούκλα του είχε μέσα στα χέρια του κάτι αποκλειστικά δικό του, έναν θησαυρό. Ήταν η συντροφιά, η χαρά, το παιχνίδι, η απόλαυσή του, ήταν το βιος του, η επέκταση του συναισθήματος της μητρικής στοργής και της αγάπης, της προστασίας. Ακόμα και της ενοχής. Η κούκλα ήταν το παιδί της που δεν μπόρεσε να προστατέψει, ήταν το παν για τη μικρή, η ζωή της. 

Πίσω από τις λέξεις και τις εικόνες, ο ποιητής Σπύρος Κατσίμης, με την επιλογή ποιημάτων του που αναφέρονται σε παιδιά […] φέρνει «επί σκηνής» το διαχρονικό δράμα των παιδιών κρησαρισμένο μέσα από τη δική του ευαισθησία. Χωρίς κραυγές, χωρίς αισθηματικές εξάρσεις και κραυγαλέες αναφορές και ετυμηγορίες, παρουσιάζει τη σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία.

Τα μικρά παιδιά είναι συναισθηματικά δεμένα με το περιβάλλον, δεν ξεχωρίζουν τον εαυτό τους από τα πράγματα, δεν υπάρχουν γι’ αυτά έμψυχα όντα και άψυχα. Όλα έχουν ψυχή και ζωή, φωνή, αισθήματα και συναισθήματα. Στα παιγνίδια τους τα αθύρματα, το ίδιο και όλα τα αντικείμενα που παίρνουν μέρος με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε ρόλο, θεωρούνται και αντιμετωπίζονται ως ενεργοί, υπεύθυνοι παίκτες, είναι κανονικοί συμπαίκτες. Αμείβονται για τις καλές τους πράξεις και τιμωρούνται για τις παραβάσεις και τις παραβιάσεις των νόμων και των κανόνων του παιγνιδιού.

Με σταματάει αυτό το ποίημα και στις δύο παραμέτρους γιατί δίνει, μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, όλο το φάσμα και το δράμα της προσφυγιάς, του ξεριζωμού, φανερώνει τον πόνο του ακρωτηριασμού σώματος και της ψυχής, την ερημιά που φέρνει μαζί του ο πρόσφυγας κι εκείνη την απονιά που τον περιμένει στην ξένη γη, ανάμεσα σε άγνωστους κι «αλλόθροους», αλλόγλωσσους ανθρώπους, σαν αιώνιος περιπλανώμενος ομηρικός Οδυσσέας:

ΙΙ
Τώρα, στους δρόμους της πολιτείας
–με τους φτωχούς και τους τυφλούς μαζί–
θα τριγυρνάει πάντα κλαίγοντας
η μικρούλα με την κούκλα.

Θα τριγυρνάει σφίγγοντάς την πάνω της
φυλάγοντάς την απ’ τα ξένα χέρια και το κρύο
ίσαμε ν’ ακουστεί το «… επί γης ειρήνη
εν ανθρώποις ευδοκία».

Για να φτιάξουν τότε την κούκλα του παιδιού
τα χέρια ενός θεού.

Εδώ, φαίνεται και η κριτική διάθεση και κάποια αμφισβήτηση της εξ ουρανού σωτηρίας από μέρους του ποιητή, στην αντίφαση: Ενώ το κοριτσάκι με την ανάπηρη κούκλα προσβλέπει στην άνωθεν παραμυθία κι από κει προσδοκά την «εν ανθρώποις ευδοκία», ωστόσο: «Για να φτιάξουν τότε την κούκλα του παιδιού», περιμένει από «τα χέρια ενός θεού», πιθανώς ή προφανώς, ενός μικρού ανθρώπινου (μικρού) θεού να γιατρέψουν την ανάπηρη κούκλα, όπως και όλες τις πληγές και τις αναπηρίες των σύγχρονων δυστυχισμένων ανθρώπων, των εχόντων ανάγκη, «των φτωχών και των τυφλών μαζί». 

Εκατομμύρια παιδιά δυστυχισμένα, σκόρπια στους παγωμένους δρόμους του πολιτισμένου κόσμου μας που θα «ήθελαν / να ’βρουν τ’ ουρανού την προστασία σ’ εκείνον» τυραννούν τη σκέψη του ποιητή. Κι εκείνα τα γελούμενα «ξυπόλυτα» παιδιά με τα παγωμένα μέλη που προσπαθούν «να ελευθερώσουν τη χαρά των Χριστουγέννων απ’ τις βιτρίνες των ονείρων τους…» και μένουν «με τη γλυκιά ψευδαίσθηση …» ώσπου, έρημα και ξεπαγιασμένα, να «κοιμηθούν» για πάντα σε μια παγωμένη γωνιά του αδιάφορου κόσμου που δεν είναι παρά μια «λαμπερή έρημος γεμάτη υποσχέσεις». Και μια άλλη πιο τραγική φιγούρα μικρού, έρημου παιδιού:

«Στην αγορά»

Έμοιαζε παιγνίδι μεταχειρισμένο
κι ήταν ένα παιδί που δεν έπαιξε ποτέ
ντυμένο κούκλα, μια κούκλα ζωντανή
σε μια γωνιά του εμπορικού κέντρου
τόσο φτηνή για να την αγοράσουν
τόσο φτηνή για να την πετάξουν. (σ. 47)

Συγκλονιστικότερη εικόνα και περιγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας τόσο απλά, τόσο ουσιαστικά, επιγραμματικά δεν θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί διαφορετικά από εκείνη που παρουσιάζει ο υπέροχος πίνακας στην αντικρινή σελίδα (46). 

Δεν περιμένει και δεν προσδοκά τίποτα περισσότερο από τη ζωή πια, εκτός από ένα γελούμενο παιδί, μια ζωντανή συνέχεια της ζωής του, της ζωής που περνά φευγαλέα από τα μάτια του.

Ωστόσο, ο ποιητής δεν χάνεται μέσα στη δίνη ενός κόσμου που στροβιλίζεται γύρω στον εαυτό του, που αδιαφορεί για τον άνθρωπο κι αφήνει τα παιδιά στο έλεος των σκοτεινών δυνάμεων του κέρδους. Αντλεί δύναμη από τις καλές του αναμνήσεις, από τις όμορφες μέρες της ζωής του. Και αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια εξομολογείται απλά, με απόλυτη ειλικρίνεια, «εκτός κινδύνου», πειστικά:

«Εκτός κινδύνου»

Ήθελα να ξαναγίνω παιδί
να με κρατά η μάνα μου σφιχτά στην αγκαλιά της
άρρωστο και θερμασμένο
τρέχοντας για βοήθεια στα σοκάκια
και να ξυπνώ
γιατρεμένο.

Ή, τώρα πια που συμμαζεύει τη ζωή, που πάει να βάλει σε τάξη τα υπάρχοντά του, ό,τι απόμεινε από την περασμένη του ζωή, του φτάνει να δει:

Κι ένα μικρό παιδί –που– πέρασε
από το ανοιχτό παράθυρό του
και του χαμογέλασε.
(«Αισιοδοξία»)

Δεν περιμένει και δεν προσδοκά τίποτα περισσότερο από τη ζωή πια, εκτός από ένα γελούμενο παιδί, μια ζωντανή συνέχεια της ζωής του, της ζωής που περνά φευγαλέα από τα μάτια του. Όμως δεν θα κλείσω την τόσο ενδιαφέρουσα ξενάγηση στην αξιόλογη ανθολογημένη ποίηση και την τρυφερότατη ζωγραφική του Σπύρου Κατσίμη, όπως παρουσιάζεται στην πανέμορφη έκδοση από τις εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, χωρίς να μπω στη διαδικασία μιας αισιόδοξης παιδικής, χαρούμενης περιπέτειας, στη «Διαδήλωση»:

Θα ήθελα να βρεθώ κι εγώ
μετά το βουητό του μεσημεριού
στον έρημο δρόμο
με τα παιδιά και τα σκυλιά μαζί
και τη χαρά του παιχνιδιού, να σπάσω
τη θανατερή σιωπή.

Με ό,τι αν σημαίνουν και σηματοδοτούν αυτοί οι απλοί, απέριττοι στίχοι. Κι ας βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

 

Η κούκλα
Σπύρος Κατσίμης
Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
80 σελ.
ISBN 978-960-208-925-5
Τιμή: €15,90
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Γιάννης Τζανετάκης: «Θαμπή πατίνα»

Με το βιβλίο αυτό, που είναι η ένατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Τζανετάκη, γινόμαστε κοινωνοί μιας ιδιόμορφης προσωπικής φωνής, που ξεχωρίζει με την ποιότητα και την πρωτοτυπία της. Ο ποιητής βάζει μπροστά...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Νατάσα Χατζιδάκι: «Via Dolorosa»

άγρυπνη εν τη αγρυπνία μου Όταν η Νατάσα Χατζιδάκι καταγράφει πλεοναστικά την εγρήγορση με τον παραπάνω στίχο, δεν μπορώ να μη σταθώ και να προσεγγίσω μέσω αυτού ερμηνευτικά όλη την τελευταία συλλογή της με τον εμβληματικό...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: