Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα»

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα»

Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο. Αν οι αποστάσεις, ο χρόνος, οι δυνατότητες χωρίζουν τους αναγνώστες από τους ποιητές και ως υποκατάστατο επαφής μένουν τα βιβλία, ένας τρόπος υπάρχει για να μη γίνουν αυτά απολιθωμένη ή ψυχρή μεταφορά του ζωντανού λόγου. Οι εσωτερικοί μας δεσμοί με το έργο, η πνοή της άμεσης προσέγγισης που θα δώσει ζωή στις λέξεις για ν’ αντικρίσουμε την ουσία που βρίσκεται πέρα απ’ αυτές, η ενορατική ματιά με την οποία ανασυνθέτουμε σε κάθε ανάγνωση στίχο με στίχο την αλήθεια που ενώνει τέχνη και ζωή. 

Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθώα αμεριμνησία των όντων, η ύπαρξη είναι ενοχή, όπως από τα χρόνια των προσωκρατικών γνωρίζουμε.

Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου ανήκει σ’ εκείνο τον όχι μεγάλο αριθμό γνήσιων φωνών που, από ικανού χρόνου, με συνέπεια και αρτιότητα αισθητική υπηρετεί στην ποίηση του καιρού μας τη συνέχεια μιας μεγάλης λυρικής παράδοσης με έναν διακριτό τρόπο που την κάνει να ξεχωρίζει. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς για την καταιγιστική εικονοποιία της ποίησής της, για τη σύνθεση μεταφυσικής και φυσικού κάλλους ώστε να σχηματιστεί η καθολική εικόνα του κόσμου. Η ύπαρξη που υψώνεται μέσα από κάθε ποίημα δεν επιτρέπει αισθητικές αναψυχές, φέρει το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας που έχει πάντα προδιαγεγραμμένο τέλος. Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθώα αμεριμνησία των όντων, η ύπαρξη είναι ενοχή, όπως από τα χρόνια των προσωκρατικών γνωρίζουμε. Αν όμως η ύλη είναι κατοικητήριο θανάτου, η ομορφιά μαρτυρεί, λάμπει, απαθανατίζει το πρόσλημμα απαιτώντας την αναγνώριση της αισθητικής της δόξας.

Τα Αφόρετα θαύματα αρχίζουν, προγραμματικά θα τολμούσα να πω, με το ποίημα «Κάτω απ’ το νερό», ως άσκηση αναπνοής, ως διελκυστίνδα ηδονής και οδύνης. Με τη θέρμη που σχηματίζει «σταγόνες υδρατμών παραδομένες / σε οροφές που αναμετρούν μια γύμνια που ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη», με μιαν υπόκρουση αγκαθωτού νερού. Η παραφορά, ακόμη και σαν ηχογράφηση παλιά, όπως ακούει και ψιθυρίζει η Λουκίδου για να τη διασώσει, γράφει μιαν άλλη ιστορία που συγκρατεί το αθέατο και αναγγέλλει τη διάλυση πριν καταχνιά θρηνητική σκεπάσει όχι μονάχα το λουτρό μα τον κόσμο ολόκληρο, που είναι από αιώνων εν ύδασι κρεμασμένος, ραγίζοντας την όραση για να φανεί η άλλη παιδικότητα, τότε που οι λέξεις δεν πενθούσαν, τότε που η ποιήτρια ήταν υπαρχηγός – και δεν υπάρχει νομίζω πιο ευγενικό αξίωμα από αυτό του υπαρχηγού που θέλει να συνδέει τον αρχηγό με τους μαχητές, που θέλει να ηγείται αλλά και να τελεί υπό τη σκέπη μιας αρχής, μιας αιτίας, ενός νοήματος.

Αυτή την αρχή αναζητεί με συνέπεια στην ποίησή της η Λουκίδου έχοντας συλλάβει την τόσο απλή μα τόσο σπάνια στον καιρό μας αλήθεια πως η απώλεια του νοήματος δεν είναι αφορμή χαράς μα αιτία θλίψης, δεν είναι αίσθημα ελευθερίας μα συνείδηση οριστικής κάθειρξης. Κι είναι αυτή η κάθειρξη η πηγή κάθε αληθινής ποίησης που υμνεί σκιές ενωμένες μα πριονισμένες, σφάγια ιερά που δεν ανήκουν σε κανένα. Αυτό είναι λοιπόν το τίμημα της αληθινής ποίησης; «Μια εκλογή αναπάντεχη / μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα» όπως γράφει η Λουκίδου, μια μάχη ανάμεσα στη λήθη και την απώλεια, στη φυγή και στον πόνο, σε αναζήτηση μιας αθωότητας που είναι τελικά το μόνο δώρο του θανάτου;

«Τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε / και στο φριχτά πονούμε / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο» γράφει.

Μέχρι εκείνη την ορισμένη ώρα της αθωότητας, όμως, που βρίσκεται πέραν των προβλέψεών μας, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε με την ενοχή, είτε εμείς την αναλαμβάνουμε είτε οι άλλοι μας την επιφορτίζουν. Υπ’ αυτή την καταδίκη και αυτή την ποινή εκτίοντας, φυλακισμένος στην ποίηση, ο ποιητής μοιραία κάνει δεύτερες σκέψεις. Να οι εξαίσιες «Δεύτερες σκέψεις» της Λουκίδου:

«Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά / με μια πειθώ δημαγωγού / και ασφαλιστή συγχρόνως / ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας…».

Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την ποίηση, στον σύγχρονο κόσμο, τον κόσμο του ξεριζωμού και της αλλοτρίωσης, όπου όλες οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, για να αντιληφθούμε πως η ζωή αξίζει στο μέτρο που είναι εύρεση, συνάντηση, συμφιλίωση με την απώλεια. Καθώς ακολουθούμε την ποιήτρια να βρίσκει τον εαυτό της σε μιαν άρρηκτη αλυσίδα πραγμάτων, ζητημάτων και κυρίως ανθρώπων, αιφνίδια και χωρίς να χάνουμε χρόνο αναζητώντας τις αιτίες που κανείς δεν ξέρει, ανακαλύπτουμε έναν χώρο στον οποίο πρέπει να κινηθούμε χωρίς να τον έχουμε προβλέψει. Ζωή δεν είναι η βιολογική λειτουργία αλλά η ζωτική σχέση με την ουσία των πραγμάτων. Να ζεις σημαίνει να είσαι ανέκκλητα βυθισμένος στο αινιγματικό.

Η Λουκίδου το γνωρίζει και γι’ αυτό ζει πολύ πιο έντονα από κάθε φαινομενικά έντονη ζωή. Δεν αισθάνεται να είναι προκαθορισμένες οι ενέργειές της αλλά να έχουν τον χαρακτήρα μιας αναίτιας απόφασης. Η ελευθερία εν πεπρωμένω μπορεί να συνθέτει την ανασφάλεια με την πίστη, τον κίνδυνο με τη γαλήνη, τη διαφυγή αλλά και τη μνήμη. Κι η ποίηση της Λουκίδου έχει θεμέλια, συνείδηση από πού έρχεται, από ποια βασιλεύουσα πόλη, από ποια βοσπορίτισσα αύρα, από ποιο παρευξείνιο ξεροβόρι που σφραγίζει μια ταυτότητα ασφράγιστη.

«Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ / ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει».

Υπάρχουν πόλεις που τις κουβαλάμε διά βίου. Που δεν μας ακολουθούν κατά την καβαφική έννοια μα εμείς τις ακολουθούμε κι ας τις νομίζουμε ακίνητες. Πόλεις που τις καθορίζει η ρυμοτομία των ψυχών μας. Η ζωή βέβαια θα πάρει τον δρόμο της, κάποια ανάγκη θα μας εγκλωβίσει σ’ αυτόν, μα ο ξεριζωμένος όσα χρόνια κι αν περάσουν, όπου κι αν γεννηθεί, δεν θα παύει να ζητά «στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα» («Σελανίκ Ι»).

Σκοπεύοντας άριστα το απρόοπτο, η Λουκίδου εξαλείφει την οξύτητα της ζωής με μιαν ιδανική σε αναλογίες λυρική τρυφερότητα, η οποία ενθαρρύνει την αντοχή του ανθρώπου για να συνεχίσει να υπάρχει. Μια άλλη γραφή «που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει…» για να απομείνει μόνο αυτή «σαν δόξα ξημερώματος», «σαν άχραντη βελούδινη γυμνότητα». Είτε από εδάφη ερημικά περνά, είτε για μια ξέγνοιαστη εκδρομή στα Λεύκαρα ξεκινά, είτε στον μονόλογο της ερχομένης παραδίδεται, αναζητεί τη χάρη μιας ομορφιάς που σπαταλιέται αναπόφευκτα:

«Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται».

Στην ποίηση αυτή είναι προφανές ότι το καθήκον επιβάλλεται στα πάθη αλλά και η ειλικρίνεια επικρατεί των καθηκόντων. Να είμαστε ειλικρινείς δεν σημαίνει ν’ αποδεχόμαστε απλώς την αλήθεια αλλά να προσχωρούμε καθολικά και χωρίς υστεροβουλίες σε ό, τι επιχειρούμε. Με την αγωνία που μόνο η πρόγευση του απόλυτου αγνώστου, του άσχετου και του μοναχικού χαρίζει, η ποίηση αυτή δεν επαναπαύεται σε μεταφυσικές βεβαιότητες και πνευματικές εξάρσεις. Με συνείδηση πως ζει σε ένα κόσμο ερημικό, όπου το παρελθόν έχει χάσει κάθε δυναμικότητα και πως η μετάνοια δεν έχει νόημα διότι δεν αποβλέπει στην απόσβεση του λάθους, αλλά στην ανάπαυση μιας ενοχής, η Λουκίδου αντιστέκεται, εγκαταλείπει [«Με χίλιους τρόπους άντεξα/ στην όποια εκπαίδευσή μου / ως και λευκή σημαία κούνησα / για να πειστούν ότι εγκαταλείπω»] μα και επιμένει. Και σ’ αυτή την επιμονή χρωστούμε κάποια από τα πιο όμορφα ποιήματα.

Σε μια εποχή που «κι οι λέξεις / ελάχιστη σημασία έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν» (όπως η ποιήτρια επισημαίνει), δεν ξέρω αν είναι το θέμα ή οι λέξεις που καθορίζουν κάθε φορά την πορεία της ύφανσης του ποιήματος, αν είναι σταθερό το σχέδιο του νοήματος ή αλλάζει καθ’ οδόν βρίσκοντας μιαν αιφνίδια τροπή για να περιγραφεί το αίτημα εκείνο που γέννησε την έμπνευση. Την έμπνευση που, για να χρησιμοποιήσω ένα ομώνυμο ποίημα, «εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες / κουρέλια αποκριάτικων στολών / γεμάτα μούχλα κι υγρασία / κι ίσως μιαν επιφύλαξη». 

Η απώλεια του νοήματος δεν είναι αφορμή χαράς μα αιτία θλίψης, δεν είναι αίσθημα ελευθερίας μα συνείδηση οριστικής κάθειρξης. Κι είναι αυτή η κάθειρξη η πηγή κάθε αληθινής ποίησης που υμνεί σκιές ενωμένες μα πριονισμένες, σφάγια ιερά που δεν ανήκουν σε κανένα.

Αν η ποίηση είναι μια διαρκής πνευματική ακροβασία, η ποίηση της Λουκίδου ισορροπεί περίτεχνα κρατώντας το ευπαθές νήμα ενός λόγου λυτρωτικού πένθους με γλώσσα που μετεωρίζεται και συγχρόνως σταθμίζει πότε και πώς θα προσεδαφιστεί και σε τι ποσοστό συγκερασμένη στην πραγματικότητα και την υπέρβασή της. Μια ξεχωριστή ποίηση που δεν ενδίδει σε καμιά διάλυση, παρά την εσωτερική σάρωση από την οποία διέρχεται ο φορέας της. Λύπη μα και φέγγος, μειώσεις μα και νόστος, ανθοφορία ως το τίποτα. Με πένθος που δεν καταφεύγει στην παρηγορία της χαρμολύπης αλλά μεταπλάθεται ως ποιητική ευσέβεια προς το άρρητο, στην υπαρκτική επίγνωση της απώλειας και της γυμνότητας, σε μιαν ερημιά όπου απεκδύεται κάθε φθαρτό για να ντυθεί το αναλλοίωτο.

Η φωνή της Λουκίδου είναι σήμερα μια από τις πιο σημαντικές της σύγχρονης ποίησής μας. Κι αν στο μεταξύ έρχεται η νύχτα, ξέρουμε πως η ζωή κρατάει όσο κρατάει η ποίηση. Και η ποίηση της Λουκίδου θα κρατά. Κι αν «κανείς δεν έμαθε ποτέ / πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός / τους ερχομούς στεριώνουν / ποια απόγνωση αδάκρυτη / βραδιάζει την αγάπη…», όπως γράφει στην «Πανσέληνη πλάνη», είναι η ίδια που έχει δώσει την απάντηση, στο ίδιο ποίημα-σπονδή στην αιώνια επιστροφή όσων ζήσαμε…

… «για την πανσέληνη έκπληξη / τότε στους κήπους του πασά / εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…/ να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη».

 

Αφόρετα θαύματα
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου
Κέδρος
112 σελ.
ISBN: 978-960-04-4776-7
Τιμή: €9,90
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Αντώνης Φωστιέρης: «Τοπία του Τίποτα»

Ο Αντώνης Φωστιέρης, μετά από εννέα ποιητικές συλλογές και εννέα περιδιαβάσεις σε ποιητικά τοπία, δικά του και σε πολλά άλλα άλλων, κατέπλευσε στα Τοπία του Τίποτα. Με έναν ελιγμό, στην Ουτοπία. Εκεί που...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Λεωνίδας Κακάρογλου: «Οι τίγρεις των δωματίων»

Οικιακή μνήμη Ο Λεωνίδας Κακάρογλου δεν ξεκίνησε χθες να γράφει ποιήματα. Το πιο παλιά γραμμένο, από τα δημοσιευμένα ποιήματά του που γνωρίζω εγώ τουλάχιστον, χρονολογείται το 1974, ενώ δημοσιεύει βιβλία εδώ και...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: