Δημήτρης Χαρίτος: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»
Δημήτρης Χαρίτος: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»

Δημήτρης Χαρίτος: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»

«-Μα για ποιον γράφουμε ποιήματα;
-Για τους νεκρούς, του απαντώ με πείσμα»

Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Δημήτρη Χαρίτου είπα να τσακίσω τις σελίδες με τα ποιήματα που μου άρεσαν, που μου έλεγαν κάτι. Αυτό κατέληξε στο να είναι σχεδόν όλες οι σελίδες του βιβλίου τσακισμένες. Το βιβλίο είχε χοντρύνει πολύ, είχε φουσκώσει, σαν να ασφυκτιούσαν τα ποιήματα κι ήθελαν να βγουν στο φως...

Δεν είμαι φιλόλογος, ούτε κριτικός λογοτεχνίας – πολλώ δε μάλλον ποίησης. Είμαι ένας αναγνώστης, ένας καταναλωτής, ένας χρήστης της ποίησης, αν μπορώ να το πω αυτό. Εννοώ πως η ποίηση, η καλή εννοείται, η δυνατή, λειτουργεί κάπως σαν παραισθησιογόνο – τη διαβάζεις, κι αίφνης εκρήγνυται στο κεφάλι σου ένα μικρό σύμπαν ιδεών, συναισθημάτων και εικόνων.

Αίφνης – εδώ είναι το ωραίο. Αίφνης, γιατί στην πεζογραφία αυτό το βίωμα χτίζεται αργά, δομείται με κάθε πρόταση, στην ποίηση όμως ξαφνικά πέφτουν τα λέπια από τα μάτια της ψυχής, όπως έγινε και με τον Απόστολο Παύλο, και όλως αιφνιδίως θωρείς (δηλαδή θεωρείς) τον κόσμο με τα μάτια του ποιητή. Για λίγο, τουλάχιστον, νιώθεις τι τον βασανίζει, τι τον θλίβει, αλλά και τι τον κάνει να γουρλώνει άξαφνα τα μάτια του, ίσως αφήνοντας να πέσει κάτω το ποτήρι που κρατούσε στο χέρι. Κοινωνείς εκείνη την πάμφωτη στιγμή της έκλαμψης, της έμπνευσης, της Φώτισης, όπου η Ιδέα ατόφια, τέλεια, αστραφτερή, σκάει στο μυαλό του δέκτη. Καμιά φορά λοιπόν τη μοιράζεσαι αυτή τη μοναδική στιγμή μαζί του, μέσω των ποιημάτων του. Που, ναι, ενίοτε τα παίρνεις σαν να είναι τριπάκια, κάνεις χρήση ποιημάτων...

Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Δημήτρη Χαρίτου είπα να τσακίσω τις σελίδες με τα ποιήματα που μου άρεσαν, που μου έλεγαν κάτι. Αυτό κατέληξε στο να είναι σχεδόν όλες οι σελίδες του βιβλίου τσακισμένες. Το βιβλίο είχε χοντρύνει πολύ, είχε φουσκώσει, σαν να ασφυκτιούσαν τα ποιήματα κι ήθελαν να βγουν στο φως.

Ε, εγώ έκανα χρήση των ποιημάτων του Χαρίτου. Και για μέρες πολλές, γιατί δεν βιάστηκα να τα τελειώσω, τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, χωρίς να ξετσαλακώσω τις σελίδες τους. Για κάμποσο καιρό λοιπόν είχα ντυθεί, αν μου επιτρέπεται ο όρος, είχα ντυθεί τον Χαρίτο – τον είχα φορέσει κατάσαρκα.

Και κοίταζα, λέει, τον κόσμο από το σημείο που έχει φτάσει αυτός, μέσα από τους φεγγίτες των ματιών του. Από εκείνο το σημείο που η σοφία του δεν του απαγορεύει να γίνεται καμιά φορά υπέροχα χυδαίος, από εκεί που η κατανόηση και η αγάπη του για τον κόσμο δεν τον αποτρέπουν από το να είναι κομψότατα πικρόχολος, από εκεί που η απόγνωσή του δεν τον σταματά από το να δίνει φτερά στους άλλους με τους στίχους του. Ναι, έβλεπα τον κόσμο από την έπαλξη του Δημήτρη, από ένα νοητικό και ψυχικό επίπεδο, όπου η χειμέρια γαλήνη της ωριμότητας δεν εμποδίζει τον ποιητή να οργίζεται ή να ξεροκαβλώνει, και με το συμπάθιο. Να, ας πούμε στο ποίημα της 105ης ημέρας, ο Χαρίτος λέει:

...Χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε
Και στις ταβέρνες του Κολωνού
«Τα περιστέρια» και του «Σκρέκη»
Εφηβος μούστος βράζει
Στα βαρέλια και στο κορμί μας
Αλλά η Βάσω, με καμώματα και λιγώματα
Δεν μ’ αφήνει να μαλάξω τ’ άγουρα βυζιά της.

Ή, για την οργή, που έλεγα – στο 187ο ποίημα:

Και θα πρέπει, δηλαδή
Να καλύψω την από δω και πέρα
Που μου απομένει ζωή
Μοναχά γράφοντας λέξεις;

Μα με γεμίζεις ανείπωτη οργή, Θεέ μου!

...συμπληρώνει, με τον ακροτελεύτιο στίχο σαν σχόλιο στο ίδιο του το ποίημα. Σαν να είναι παρόντες, σε όλο το βιβλίο, συνδιαλεγόμενοι, και ο ποιητής και ο Χαρίτος, ο οποίος έχει την τελευταία λέξη, συνήθως ειρωνική.

Τριακόσια εξήντα πέντε ποιήματα λοιπόν, συν ένα για τα δίσεχτα χρόνια, λέει πονηρά ο ποιητής στον τίτλο, μ’ αυτό το ανεπανάληπτο υπομειδίαμα να αναβοσβήνει στην άκρη των χειλιών του, για να διευκρινίσει πειρακτικά, σαν παιδί που αστειεύεται: «ιδιωτική μυθολογία». Λες και υπήρχε περίπτωση να είναι δημόσια αυτή η ποιητική μυθολογία.

Ιδιωτική μυθολογία: είναι αυτή η Χαρίτειος μυθολογία που ακολουθεί τον βιολογικό κύκλο του ανθρώπου και των εποχών, με το Καλοκαίρι να διαδέχεται την Άνοιξη και το Φθινόπωρο να δίνει τη σκυτάλη στον Χειμώνα – καθώς ο άνθρωπος μεγαλώνει στην αρχή, όταν είναι ακόμη νέος, και μετά γερνά όταν το τέλος πλησιάζει, όταν το τέλος το αναπόδραστο μετατρέπει την προσωπική μας ιστορία σε μύθο, κι αυτόν σε θρύλο.

Όπως όλοι μας, έτσι κι ο Χαρίτος πλησιάζει προς το τέλος, βρίσκεται σε οριζόντια πτώση, όπως έλεγε κι ο Μπαρτ, αλλά ενώ εμείς κοιτάμε δεξιά κι αριστερά από τα παράθυρα του οχήματος της ζωής μας, ο ποιητής πλέον κοιτά μόνο εμπρός, συμβουλευόμενος συχνά το καθρεφτάκι που δείχνει το παρελθόν του. Εμείς περί πολλών τυρβάζουμε – ο Χαρίτος εκδίδει ποιητικές συλλογές.

Ο Χαρίτος γράφει υπέροχη ποίηση για την ίδια την ποίηση και για τον Ποιητή, με πι κεφαλαίο, αυτόν τον θηλυκό ή αρσενικό άνθρωπο, που στα καλά καθούμενα το κεφάλι του παίρνει φωτιά, αναγκάζοντάς τον να τρέξει να βρει το κοντινότερο παλιόχαρτο ή λογαριασμό από τα ψώνια για να βγάλει από μέσα του αυτή τη φωτιά που τον τρώει.

Τα ποιήματά του, λοιπόν, είναι σπουδή θανάτου; Όχι. Ναι. Ίσως. Ερωτική σπουδή στον θάνατο, θα ήταν το πιο σωστό. Το ποίημα 113:

Ροκανίζω το υπόλοιπο αποταμίευμά μου
Κυρίως λέξεις εύκολες, μνήμες επίμονες
Σχέδια αραχνιασμένα και οπωσδήποτε
Υποσχέσεις ανεκπλήρωτες
Τα επιτόκια των ελπίδων καταρρέουν από καιρό
Κεφάλαιο μαζί και τόκοι
Δεν κάνουν ούτε έναν οργασμό.

Σπουδή ζωής ίσως, καθώς η ποιητική του Χαρίτου δεν είναι πλέον φλεγόμενη, όπως ας πούμε στους Άφαντους, την τελευταία ποιητική του συλλογή του 2014, αλλά διάπυρη σίγουρα. Η φωτιά του έχει χωνέψει, και τώρα, στα λευκοπυρωμένα κάρβουνα της τέχνης του, ο Χαρίτος μεταλλουργεί τους στίχους του σε μικρότερο καλούπι.

Αυτή η συγκλονιστική συντομία –τα περισσότερα δεν υπερβαίνουν τους τέσσερις στίχους– ασφαλώς θυμίζει χαϊκού. Αυτά λοιπόν τα έρρυθμα αποφθέγματα, αυτά τα έμμετρα επιγράμματα ξεσκίζουν, και να με συμπαθάτε, όλους τους κανόνες του ποιητικού, και καμιά φορά κοινωνικού, καθωσπρεπισμού.

Σαν να έχει λιγότερα πράγματα να χάσει, και σχεδόν τίποτα για να ντραπεί, ο Χαρίτος σ’ αυτό το βιβλίο είναι πιο τολμηρός, πιο αψύς, αλλά πότε πότε και πιο βελουδένια κοφτερός, αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο. Τίποτα δεν γλιτώνει από την ποίησή του – τίποτα. Πρώτα και κύρια ο εαυτός του ο ίδιος, με τον οποίο ο Χαρίτος έχει γελάσει, έχει διασκεδάσει, αλλά κι έχει τσαντιστεί πάρα πολύ καταπώς φαίνεται, ελέγχοντάς τον κυρίως όχι γιατί έκανε πράγματα που δεν έπρεπε, αλλά γιατί δεν έκανε τα πράγματα που λαχτάρησε να κάνει... Ο εαυτός του λοιπόν, μετά οι άνθρωποι που αγάπησε, οι φίλοι κι οι γυναίκες που άφησαν τη μυρωδιά και το σχήμα του κορμιού τους στα ψυχικά του σεντόνια. Ύστερα βέβαια η δουλειά, οι πολιτικοί, η πολιτική, η κοινωνία, και βέβαια οι ποιητές και η ποίηση.

Ο Χαρίτος γράφει υπέροχη ποίηση για την ίδια την ποίηση και για τον Ποιητή, με πι κεφαλαίο, αυτόν τον θηλυκό ή αρσενικό άνθρωπο, που στα καλά καθούμενα το κεφάλι του παίρνει φωτιά, αναγκάζοντάς τον να τρέξει να βρει το κοντινότερο παλιόχαρτο ή λογαριασμό από τα ψώνια για να βγάλει από μέσα του αυτή τη φωτιά που τον τρώει. Στην περίπτωση του Χαρίτου, η ποίηση είναι κάτι σαν μάγμα, που παράγεται στις μυστηριώδεις κοιλότητες του σώματός του. Αν και είναι μικρός το δέμας, και δεν του φαίνεται – πού χωράει όλη αυτή η ποίηση, αναρωτιέται κανείς.

Χέστες είναι οι αυτόχειρες.
Εγώ κι η σύφιλη που λέγεται ζωή
Είμαστε οι γενναίοι.

Γράφοντας ποίηση
Μ’ αηδόνια δανεικά

...λέει, στο ποίημα της 21ης μέρας, αλλά μονο δανεικά δεν είναι τα αηδόνια που κελαηδούν στο ποίημα 119:

Γυμνό και αγλαό το κορμί σου αναδύεται
Μέσα απ’ τα θραύσματα του θεοφόρου ήλιου
Και στην ιεροσύνη του φωτός πάλλεται.
Όνειρο που νείρεται μέσα σε άλλο όνειρο.

Πιο ώριμος από ποτέ, πιο συμπυκνωμένος, με το χιούμορ του να έχει τη στιλπνότητα, αλλά και την επικινδυνότητα δερμάτινου μαστιγίου, ο Χαρίτος, τώρα, στο χειμωνιάτικο πρωινό φως της δημιουργίας του, καθαρός πλέον, έχοντας κάψει όλες τις σκουριές του, έχει κερδίσει το δικαίωμα, μετά από τόσα ποιήματα, μετά από τόση δουλειά και τόσα παιδιά και τόσα γραφτά, να βαράει το χέρι του στο τραπέζι, μιλώντας για τη ζωή.

Το ποίημα της 191ης μέρας λέει:

Χέστες είναι οι αυτόχειρες.
Εγώ κι η σύφιλη που λέγεται ζωή
Είμαστε οι γενναίοι.

Και τίποτα άλλο να μην είχε γράψει ο Δημήτρης ο Χαρίτος, αυτή η συλλογή θα έφτανε για να τεκμηριωθεί η ποιητική του βαρύτητα. Όχι, όχι βαρύτητα – μάλλον αντιβαρύτητα, αυτή η μυστηριώδης δύναμη που κάνει τα ποιήματά του να ασφυκτιούν μέσα στις σελίδες του βιβλίου, να θέλουν να βγουν έξω στο φως και τον αέρα, για να αποικίσουν κι άλλα μυαλά, κι άλλες καρδιές.

 

Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια
(Ιδιωτική μυθολογία)
Δημήτρης Χαρίτος
Κίχλη
152 σελ.
ISBN 978-618-5004-59-0
Τιμή: €13,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Κ. Γ. Καρυωτάκης: «Ποιήματα και πεζά»

  Ο Δημήτρης Δημηρούλης με την επιμέλεια του τόμου Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, ολοκληρώνει τον κύκλο, του οποίου το κάθε τεταρτημόριο κατέχει ένας μεγάλος νεοέλληνας ποιητής. Οι τρεις άλλοι είναι ο Σολωμός, ο Κάλβος...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: