Κ. Γ. Καρυωτάκης: «Ποιήματα και πεζά»
Κ. Γ. Καρυωτάκης: «Ποιήματα και πεζά»

Κ. Γ. Καρυωτάκης: «Ποιήματα και πεζά»

 

Ο Δημήτρης Δημηρούλης με την επιμέλεια του τόμου Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, ολοκληρώνει τον κύκλο, του οποίου το κάθε τεταρτημόριο κατέχει ένας μεγάλος νεοέλληνας ποιητής. Οι τρεις άλλοι είναι ο Σολωμός, ο Κάλβος και ο Καβάφης. Ο νέος κύκλος που θα ανοίξει θα έχει θέμα του τον μοντερνισμό.

Στην Επιμέλεια του τόμου συμπεριλαμβάνεται η Εισαγωγή, το Χρονολόγιο, τα Σχόλια, το Παράρτημα πρόσθετων κειμένων και η Βιβλιογραφία. Εκείνο που από την αρχή πρέπει να πούμε είναι ότι ο επιμελημένος ογκώδης αυτός τόμος περιλαμβάνει πέρα από λογοτεχνικά κείμενα –ποιήματα και πεζά– και κάθε άλλο κείμενο που έγραψε ο ίδιος ο ποιητής ή έγραψαν άλλοι για το έργο του. Έτσι, μετά την εκατό και πλέον σελίδων Εισαγωγή και το λεπτομερές Χρονολόγιο ακολουθούν οι συλλογές Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων (1919), Νηπενθή (1921), Ελεγεία και Σάτιρες (1927) και οι μεταφράσεις, επίσης. Έπονται Τα τελευταία ποιήματα (1928), τα Αδέσποτα ποιήματα (1919-1924), τα Λογοτεχνικά πεζά (1920-1928), τα Μη λογοτεχνικά πεζά (1924-1928), το Παράρτημα με Επιστολές και Κρίσεις για το έργο του· εδώ το κεφάλαιο είναι τεράστιο, εφόσον περιέχει όλα όσα έχουν γραφτεί για τον Καρυωτάκη, από τον Τέλλο Άγρα μέχρι τον Σεφέρη και τον Ελύτη, συνολικά διακόσιες σελίδες κριτικά κείμενα. Ακόμα Ενδεικτική Βιβλιογραφία, και τέσσερα ευρετήρια τίτλων, πρώτων στίχων και ονομάτων, πράγματα χρήσιμα που κάνουν εύκολα αξιοποιήσιμο και λειτουργικό τον τόμο. Πανδέκτης, αλλιώς. Ό,τι υπάρχει για τον Καρυωτάκη βρίσκεται εδώ. 

Ο Καρυωτάκης είναι η ρωγμή ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, η γέφυρα ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον συμβολισμό από τη μία μεριά και το αίτημα του μοντερνισμού από την άλλη, η γέφυρα όμως που έγινε «μονοπάτι». Ο Καρυωτάκης «έκανε βήμα εμπρός» και ξεχώρισε από τη γενιά του, «κατόρθωσε να αλλάξει την πορεία της ελληνικής ποίησης» και συνέβαλε στο να εξετάζονται οι άλλοι σε σχέση με τον μύθο του.

Επί της ουσίας, τώρα· η Εισαγωγή επιμερίζεται σε εφτά κεφάλαια, στα οποία ο αναγνώστης θα βρει τι νέο κομίζει η νέα έκδοση, κριτική και ερμηνεία, διόρθωση εσφαλμένων απόψεων, σχολιασμό και επανατοποθέτηση. Δηλαδή, «για πρώτη φορά το έργο του Καρυωτάκη εκδίδεται με την πρόθεση να αποδοθεί, όσο γίνεται, ακριβέστερα, η μορφή του στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή», πράγμα το οποίο τεκμαίρεται ακόμα και από την τυπογραφική αποτύπωση των λέξεων, η οποία χάνεται λόγω εκσυγχρονισμού της γραφής. Επόμενο είναι ο συγγραφέας να κάνει σχόλιο ακόμα και τη μορφή του ποιήματος πριν μπει στη συλλογή. Όλα έχουν σημασία και για τον απλό αναγνώστη της ποίησης, τον εγκλωβισμένο σε μύθους, αλλά και για τον ειδικό μελετητή, περισσότερο, και όλα μετέχουν στην ερμηνεία.

Στα κεφάλαια της συστηματικής Εισαγωγής βρισκόμαστε «Στο κατώφλι του Καρυωτάκη», όπου τίθεται το ερώτημα: «τι σημαίνει το έργο του σήμερα», το οποίο σχετίζεται με δυο παραμέτρους. Η μία είναι η διαχρονία και η άλλη είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο κατανόησης του έργου του (κατατοπιστικό και σχόλιο του Τέλλου Άγρα: «μας εξεπέρασε όλους αμέσως και εξακολουθητικά… έγινεν αμέσως maître, απέκτησε καλούς μαθητάς και κακούς μιμητάς»).

Ο Δημηρούλης κάνει ανάλυση της ποίησης και της ποιητικής του Καρυωτάκη, συνυπολογίζει «υπό το όνομα Καρυωτάκης βιογραφικές ιδιαιτερότητες, λογοτεχνικές παραδόσεις, αισθητικές εξιδανικεύσεις και διαδεδομένες προκαταλήψεις», περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εν ολίγοις, κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα και όλα εκείνα τα οποία, συντονισμένα, δημιουργούν τον μύθο του, «ως συναίρεση του πραγματικού με το συμβολικό».

Κριτικό και οξύ ακούγεται το σχόλιο ότι «φιλόλογοι και κριτικοί … ατζέντηδες του πολιτισμού … ανακυκλώνουν τον ίδιο χιλιοπατημένο Καρυωτάκη». Με δύο λέξεις: «αυτοκτονία» και «Πολυδούρη». Είναι ο ποιητής που αυτοκτόνησε και που τον αγάπησε μια Πολυδούρη. Ο συγγραφέας όμως επισημαίνει ότι η αυτοκτονία προετοιμαζόταν εξ αρχής και ότι η ποίηση ήταν το όχημά της («το καταφύγιο που φθονούμε»;), ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τη ζωή με το έργο, ότι το «βιογραφικό ίχνος» βοηθάει αλλά μόνο «ως απείκασμα αλήθειας». Το ερωτικό στοιχείο πάλι προβάλλεται, αλλά «η ποίηση κατέστη δυνατή επειδή η συνύπαρξή τους [Καρυωτάκη-Πολυδούρη] στη ζωή κατέστη αδύνατη». Τα μελοποιημένα ποιήματα και ορισμένοι όροι, όπως παρακμή, απελπισία, θανατολογία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, δείχνουν την επιφάνεια και δεν οδηγούν στην ουσία της ποίησής του.

Ο Καρυωτάκης είναι η ρωγμή ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, η γέφυρα ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον συμβολισμό από τη μία μεριά και το αίτημα του μοντερνισμού από την άλλη, η γέφυρα όμως που έγινε «μονοπάτι». Ο Καρυωτάκης «έκανε βήμα εμπρός» και ξεχώρισε από τη γενιά του, «κατόρθωσε να αλλάξει την πορεία της ελληνικής ποίησης» και συνέβαλε στο να εξετάζονται οι άλλοι σε σχέση με τον μύθο του. Όσο για τον όρο «καρυωτακισμός», είναι όρος επινοημένος από τη γενιά του τριάντα, έχει ιδεολογική φόρτιση, με στόχο τον Καρυωτάκη, αλλά είναι και μια «μορφή λογοτεχνικής νόσου». Από άποψη επιδράσεων, ο Καρυωτάκης τρέφεται από τον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, όπως δείχνουν οι μεταφράσεις του των καταραμένων ποιητών (Décadence), κυρίως Γάλλων, αλλά και παλαιότερων.

Ο Δημηρούλης κάνει λόγο και για την πολιτική εκμετάλλευση του ποιητή «ως παραταξιακού ινδάλματος» από τους ρομαντικούς της ευρύτερης Αριστεράς, πράγμα που στερεί την κοινωνική κριτική από την ποίησή του, εφόσον ο Καρυωτάκης είναι κορυφαίος κοινωνικός και ανατρεπτικός ποιητής. Η κοινωνική κριτική είναι το ποιητικό μήνυμά του, η ποίησή του έχει κοινωνική στόχευση και τα μέσα για να αντιμετωπίσει την κοινωνική πραγματικότητα και να υπερβεί το επικαιρικό είναι η ειρωνεία, ο σαρκασμός και η σάτιρα, χωρίς κομματική στράτευση. 

Oι προηγούμενες εκδόσεις ήταν τα σκαλοπάτια για να λάμψει η παρούσα καλύτερη. Και, εν τέλει, είναι η γλώσσα, η αφήγηση, ο τρόπος προσφοράς της ουσίας του βιβλίου, για τον Καρυωτάκη ως άνθρωπο και ποιητή, που την κάνει απολαυστικό και συναρπαστικό αφήγημα… σαν μυθιστόρημα.

Στο «Βιογραφικό Σχεδίασμα» δίνονται οι πληροφορίες της ζωής του αλλά και η περίπτωση του φίλου του, του Σακελλαριάδη, ο οποίος έκανε την πρώτη έκδοση των ποιημάτων του Καρυωτάκη και προβλημάτισε τους μελετητές με τις απόψεις του για τον ποιητή, που τον παρουσιάζει ως άνθρωπο κρυμμένο κάτω από μια εξωτερική αξιοπρεπή εμφάνιση, γεμάτον αντιφάσεις και συμπλέγματα με τα οποία ο Δημηρούλης, μάλλον, συμφωνεί. Ωστόσο, για μια δεκαετία, οι δύο φίλοι είχαν διακόψει την επικοινωνία-αλληλογραφία και, όταν αργότερα ο Γ. Π. Σαββίδης ζήτησε τη συνεργασία του Σακελλαριάδη για τη δική του έκδοση, εκείνος αρνήθηκε να συνεργαστεί, επειδή τον έβλεπε σαν αντίζηλο και εκείνος, ο Σαββίδης, τον αποκάλεσε «αναξιόπιστο ταριχευτή» του ποιητή. Ακολουθεί το Ρομάντζο Καρυωτάκης-Πολυδούρη και σελίδες από τις σημειώσεις της Πολυδούρη, όπου φαίνεται κυρίως η δική της πλευρά, μετά έρχεται «Η αυτοκτονία ως κείμενο – Ο θάνατος ως μεταφορά».

Ο αγώνας του κάθε ποιητή, λέει ο Δημηρούλης, είναι να διακριθεί και «να μεταφέρει τη μοναδικότητά του», έστω και με την «παρέκκλιση» και όχι με τη «συμμόρφωση». Αυτές οι δύο «αναμετρώνται ακαταπαύστως» στο έργο του Καρυωτάκη. Σ’ αυτό το κλίμα μέσα έκανε τη διαφορά και μια «μικρή επανάσταση», και όχι ο Παπατσώνης, όπως ισχυρίζονται μερικοί, και δεν ήταν ο ελεύθερος στίχος το κριτήριο. Θυμίζω εδώ τα σχόλια του Γιάννη Κουβαρά που τον θεωρεί «Της μη συμμορφώσεως άγιο», που «παραμένει υπόγεια παρών παρά πάσαν απόπειραν ανανέωσης των ποιητικών μας πραγμάτων», «δραστικά παρών, καθότι φτάνει “από εκατό δρόμους” … δραματικά επίκαιρος όσο ο δημόσιος βίος χρήζει “Ανάγκης Χρηστότητος”» και ότι «εκκρεμεί το αίτημα “Καθάρσεώς” του», «το έργο του είναι κάτοπτρο εποχής», είναι «πρωτοποριακός», «“ξεχαρβάλωσε” την παράδοση για να ανακαλύψει νέους ήχους “παράφωνους”», είναι «ο πολιτικότερος ποιητής μας μετά τον Κάλβο» και «ίσως ο πιο “αποκριτικός” ποιητής μας μετά τον Καβάφη και τον Κάλβο» (Της μη συμμορφώσεως άγιοι, Εμπειρίκος Γκόρπας Καρυωτάκης, εκδόσεις Άγρα 2012).

Αποθησαυρίζω, ακόμη, επί τροχάδην: Μερικοί προσπαθούν, πλην ματαίως, να φέρουν τον ποιητή στα μέτρα των προκαταλήψεών τους. Το ερώτημα τι νέο έφερε ο Καρυωτάκης είναι δύσκολο να απαντηθεί χωρίς τη συνεκτίμηση πολλών παραγόντων, συνυπολογιζομένης της ελληνικής πραγματικότητας, της γαλλικής του επιρροής, της ροπής του προς τη μελαγχολία και θανατολογία και τα δεδομένα της εποχής. Ακόμα, πρέπει να συνυπολογιστεί και το ότι ο ποιητής «βίωσε ταυτόχρονα την κοινωνική και την προσωπική κρίση ως οριακές καταστάσεις» και «ήταν εκείνος που μπόρεσε να κατακτήσει τον καινούριο λόγο, μετατρέποντας την υπερβολή της εμπειρίας σε αναζήτηση ποιητικής πρωτοτυπίας».

Κρατώ για επίλογο τις ρήσεις: «Μια έκδοση πρέπει να διασφαλίζει εγκυρότητα, πληρότητα, σχολιασμό και κριτική», «Το εκδοτικό εγχείρημα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το κριτικό», «Μαθαίνει κανείς να τιμά την εργασία των άλλων ακόμα και όταν διαφωνεί», «Καμιά έκδοση δεν είναι αιώνια και καμιά δεν είναι αλάνθαστη».

Το σίγουρο πάντως είναι πως όλες οι προηγούμενες εκδόσεις ήταν τα σκαλοπάτια για να λάμψει η παρούσα καλύτερη. Και, εν τέλει, είναι η γλώσσα, η αφήγηση, ο τρόπος προσφοράς της ουσίας του βιβλίου, για τον Καρυωτάκη ως άνθρωπο και ποιητή, που την κάνει απολαυστικό και συναρπαστικό αφήγημα… σαν μυθιστόρημα.


Ποιήματα και πεζά
Κ. Γ. Καρυωτάκης
Επιμέλεια: Δημήτρης Δημηρούλης
Gutenberg
758 σελ.
ISBN: 978-960-0101-1882-7
Τιμή: €35
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Δημήτρης Χαρίτος: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»

«-Μα για ποιον γράφουμε ποιήματα;-Για τους νεκρούς, του απαντώ με πείσμα» Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Δημήτρη Χαρίτου είπα να τσακίσω τις σελίδες με τα ποιήματα που μου άρεσαν, που μου έλεγαν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: