A+ A A-

ΜΕ ΛΕΝΕ ΚΑΙ ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ

του Ι. Γ. Δελλή

Με την έκδοση της δεύτερης αυτής ποιητικής συλλογής της, η Ευγενία Παπανδρέου επιβεβαιώνει τη δυναμική νεωτερική προοπτική, κατά το «είδος» και την «ύλη» (μορφή-περιεχόμενο), που είχε ανοίξει με την προ διετίας πρώτη συλλογή της. Στη νέα της σύνθεση, το ποιητικό της σύμπαν διευρύνεται με νέα σύμβολα-όρους και εμπλουτίζεται υποδόρια με την υποσήμανση φιλοσοφικών ερωτημάτων που βασανίζουν τον άνθρωπο που ζει τη δυστοπία και οραματίζεται την ουτοπία για να προσεγγίσει την ευτοπία. Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή υπερβαίνει η σύνθεσή της τον στωικής προέλευσης ορισμό της ποίησης πως «ποίημα εστί σημαντικόν μίμησιν περιέχον θείων και ανθρωπείων». Η «εύρυθμος ή έμμετρος κατασκευή» της ποίησης είναι βέβαια η «σκευή» της, αλλά το ζητούμενο που θέτει η ποιήτρια είναι ο «νους», γιατί η ποίηση δεν είναι μόνο «δια-σκέδαση», αλλά προβληματισμός, με αφετηρία τη συναισθηματική φόρτιση. Η παλιά διαμάχη φιλοσοφίας-ποίησης, που φαίνεται πως έχει την αφετηρία της στον Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε την ποίηση: απομίμηση της μιμήσεως στο πλαίσιο της φιλοσοφικής του θέσης, «είναι» και «γίγνεσθαι», αφού η ποίηση δέχτηκε, εκτός των άλλων, να βοηθήσει τη φιλοσοφία να κάνει κατανοητές τις ιδέες που προτείνει, έχει λήξει με τη συνεργασία τους.

Το πρώτο ποίημα, που είναι νοηματικά και αισθητικά πολυεπίπεδο, «Με λένε και Ειμαρμένη», τιτλοδοτεί τη συλλογή. Είναι μια σύνθεση απαιτητική στη νοηματική της σύλληψη και την αισθητική της ερμηνεία, αφού σ’ αυτή συμπλέκονται και διαλέγονται μυθολογικά-συμβολικά πρόσωπα με πολλά σημαινόμενα. Η Ειμαρμένη είναι ένα ανθρωπολογικό-μεταφυσικό σύμβολο που ερμηνεύθηκε από τη μια μεριά στον πλατωνικό Φαίδρο ως «λόγος θείος απαράβατος δι’ αιτίαν ανεμπόδιστον» και από την άλλη ως «σύμπασα ψυχή του κόσμου» μοιρασμένη στα τρία ως «απλανής και αμετάθετος μοίρα», ως «πλάνης» και ως «υπουράνιος περί γην υπάρχουσα», δηλαδή «σταθερότητα αστάθεια», και στα ανθρώπινα εμφώλευση. Ευρυδίκη-χορός-μοίρα διαλέγονται συγκαταβατικά, ενώ η τελευταία ομολογεί κάποια στιγμή στην εξέλιξη του πυκνού διαλόγου τους: «Με λένε και Ειμαρμένη», δηλαδή αυτοπροσδιορίζεται ως «λόγος καθ’ ον κόσμος διαλέγεται». Ο μύθος, ο λόγος και η απροσδιοριστία κατευθύνουν τα ανθρώπινα, η νομοτέλεια και η ελευθερία είναι το ανθρώπινο ριζικό και ο «δαίμων» της ανθρώπινης ύπαρξης που το βιώνει σε οριακές καταστάσεις και διλήμματα χωρίς την ασφάλεια ερμηνευτικών λύσεων. Η άγνοια πλαταίνει το αλώνι της ανελευθερίας, η γνώση το στενεύει και απομακρύνει τα νέφη και τη θολούρα του ανορθολογισμού. Η ευθύνη είναι ελευθερία και τούτη είναι επιλογή. «Η ζωή του καθενός δεν είναι σημαδεμένη»: «Μόνη δεν επιλέγετε; Μήπως δεν το πιστεύετε;» Τη ζωή καθενός σημαδεύει και καθορίζει η επιλογή του. Οι αδικαιολόγητες υπεκφυγές του γίνονται βέλη κατά της μοίρας, που του φαίνεται τάχα υπεύθυνη. Η Κλωθώ και Άτροπος δεν έρχονται μόνες τους. Η γνωστική τυφλότητα τις καλεί, η αδυναμία του ανθρώπου τις εμπλέκει στη ζωή του, ενώ οι ίδιες αγαπούν να διαφυλάσσουν την κοσμική ισορροπία, όταν υποδύονται το ρόλο του αναπόφευκτου, που τους αναθέτει ο άνθρωπος να παίξουν.

Ο θαυμασμός μπορεί αρχικά να είναι τέρψη, γεννά όμως στη συνέχεια την περιέργεια, με απότοκο τη γνώση, που τρέφει το νου και εντείνει το χρέος του να βρει τις αιτίες των πραγμάτων, για να μην πηγαίνει στα τυφλά και ν’ αποποιείται την ευθύνη του. Εδώ η ποίηση χορεύει με τη φιλοσοφία και την κάνει ανάλαφρη. Το κοσμολογικό πρόβλημα δεν είναι χωριστά από το ανθρώπινο, χωρίς καθένα ν’ απεμπολεί το ρόλο του πάνε να αλληλοπροσδιορισθούν μέσα σ' ένα χαλαρό σχήμα θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης. Η «φύση»-«κόσμος» έχει τη δική του «σοφία», που ο άνθρωπος προσεγγίζει στο βαθμό του εφικτού χωρίς να την κατακτά ολοκληρωτικά, για να μη χαθεί η σηματοδότρα περιέργεια, που γρηγορεί από τα ερωτήματα της άγνοιας.

Η γοητεία της φύσης μάς έλκει, μας ομορφαίνει τη ζωή, μας κεντρίζει τη φαντασία, μας οδηγεί σε μεταφυσικές απορίες και αναζητήσεις. Η θέα της μας γεννά κλίμακα συναισθημάτων και μας προτρέπει: «ένδον σκάπτε». «Αυγή», «ξημέρωμα», «φως», «ηλιοβασίλεμα», έκσταση στα «θάματα της φύσης». Η γραφή εντυπωσιάζει από πλευράς γλωσσικής ποικιλότητας, όπως ο χορός «οι κόρες των ματιών της λιάστηκαν και γιγάντωσαν στης προσμονής το χάδι», η Ευρυδίκη «Έχεις μια πλευρά που χάσκει εβένινη σιωπή», η Μοίρα «Είμαι σαν ένα στρώμα/ στο άπειρο αγκυροβολημένο». Η ποίηση της Ευγενίας Παπανδρέου είναι ελεύθερη, ωστόσο μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει παραδοσιακή στιχουργία, όπως τον παραδοσιακό δεκαπεντασύλλαβο: «Ήλιε, δώσε τη φλόγα σου, αστέρια τη θωριά σας/ να λάμψει μες στα πέπλα της για να σε συναντήσει». Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί κανείς να συναντήσει και ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή. Η εικονοπλασία της είναι ισοζυγισμένη ανάμεσα στο σουρεαλισμό και το νατουραλισμό, στην ιμπρεσιονιστική και εξπρεσιονιστική έκφραση. Ο κορμός της ποιητικής αυτής δοκιμής της Παπανδρέου δε διδάσκει, αλλά προβληματίζει. Δεν αποσκοπεί στη νουθεσία, αλλά στη σκέψη και στο στοχασμό, την έκσταση και τη φυγή από τη μιζέρια της καθημερινότητας.

Στο δεύτερο μέρος ακολουθούν τριάντα ένα ποιήματα μικρά-μεγάλα, στα οποία αντιπαλεύουν: προσδιορισμός και απροσδιοριστία, ανελευθερία και ελευθερία, φύση και ανθρώπινη γνώση. Όλα διαλέγονται, άλλοτε διαφωνούν και άλλοτε συμφωνούν. Η φύση είναι σοφή: ο άνθρωπος μπορεί να κατακτήσει τη γνώση της, χωρίς και αυτή να είναι βέβαιη και ασφαλής: «Το Χρέος», «Σκέψου πως ό,τι κινείται σε ένα αποβλέπει το θαυμασμό σου να έχει/ τη δική σου τέρψη να θρέψει».

Πράγματι, το απροσδιόριστο «γίγνεσθαι» γεννάει θαυμασμό και σκέψη, αφού ο θαυμασμός εξαιτίας του «γίγνεσθαι» γέννησε τη φιλοσοφία, βλ. το ποίημα «Χέρια δεμένα σφικτά»: «Μια τιτάνια μπουνιά από γλάρους μιας κατεύθυνσης/ με ευθυτενή, ζυγιασμένα/ μυστικά συντονισμένα βηματάκια/ περιχαρείς, λαλίστατοι ζωηρά κατηφορίζουν», μια εικόνα ομορφιάς και ζωής που μπορεί να δηλώνει τη γοητεία μιας χαμένης νιότης.

Το Ποίημα «Αντίστροφη μέτρηση» μας επαναφέρει στον προβληματισμό που μας γεννάει η φύση: «Φύση είναι και σοφή/ κομπορρημονεί πως πάντα αλλάζει ρότα η ζωή». Η φύση είναι τόσο σοφή, που δεν μπορούμε ν’ αποκαλύψουμε τα μυστικά της καθόσον κατά τον Ηράκλειτο «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί». Η γλωσσική έκφραση της Παπανδρέου είναι ευρεία, δυναμική και εντυπωσιακή, με άνεση μεταβαίνει από τη λέξη «ρέμπελα» στη λέξη «πασιφανές», από το «άνυδρος» στα «βινύλια». Επιδράσεις στην ποίησή της δύσκολα μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει. Κάθε ποιητής άδηλα μπορεί να επηρεάζεται. Τολμώ να πω πως αδιόρατα κάπου φαίνεται η ποίηση του Ρίτσου και του Καβάφη, όπως το ποίημα με τίτλο «Κεριά που σβήνουνε». Συνέπεια του αρχικού προβληματισμού, όπου η σκέψη αγνάντευε το άγνωστο να χάσκει, είναι η επιστροφή στα ανθρώπινα για να απαλυνθεί το δέος. Στη δεύτερη αδιόρατη ενότητα της ποιητικής συλλογής, η έμπνευση και η σύλληψη του ποιητικού λόγου είναι η απλή θέα της φύσης των πραγμάτων και των ανθρωπίνων σχέσεων.

Η νέα ποιητική παρουσία της Παπανδρέου ανοίγει αισιόδοξες προσδοκίες, όχι μόνο αισθητικές, αλλά ιδεολογικοφιλοσοφικές στο πλαίσιο της αριστοτελικής άποψης ότι η «ποίηση» είναι το «καθόλου». Τριάντα ώριμα ποιήματα, που δεν αρέσουν μόνον, αλλά ερεθίζουν τη σκέψη για την ανθρώπινη μοίρα και την αρμονία της φύσης.

Με λένε και Ειμαρμένη Ευγενία Παπανδρέου Γαβριηλίδης Με λένε και Ειμαρμένη
Ευγενία Παπανδρέου
Γαβριηλίδης
55 σελ.
Τιμή € 7,46

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr