Γιάννης Αντιόχου: «Διάλυσις»

Γιάννης Αντιόχου: «Διάλυσις»

Θα ξεκινήσω ετούτο το σημείωμα κάπως ανορθόδοξα: Σε πρόσφατη συνέντευξή του (στο litart), τόσο η συντάκτρια (και χαρισματική νέα ποιήτρια) Μαίρη Κλιγκάτση όσο και ο ίδιος ο ποιητής υπαινίσσονται μια ενότητα της παρούσας σύνθεσης με τις δύο προηγούμενες, γεγονός που μας προτρέπει κατά κάποιον τρόπο να τις φανταστούμε, να τις διαβάσουμε ως ένα οιωνεί τρίπτυχο. Λυπάμαι αλλά θα διαφωνήσω εν μέρει μαζί τους, όσο και ν’ ακούγεται οξύμωρο να διαφωνείς με τον ίδιο τον δημιουργό, όσο κι αν στην παρούσα σύνθεση ενσωματώνει στίχους αυτούσιους από τις «Εισπνοές» (στο ποίημα «Marche Funebre», για παράδειγμα).

Κατά τη γνώμη μου οι δύο προηγούμενες συνθέσεις-βιβλία (ήτοι, το ζεύγος Εισπνοές-Εκπνοές) είχαν πράγματι μια ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ τους, όμως το παρόν βιβλίο δεν συνδέεται μ’ αυτά περισσότερο απ’ ό,τι με τα προηγούμενα. Γι’ αυτό και σπεύδω να συμφωνήσω, αυτή τη φορά, με τη Μαίρη Κλιγκάτση ότι «αν κάποιος θέλει να αναγνώσει το έργο του Αντιόχου, μόνο ως σκυταλοδρομία πρέπει να το δει». Προσωπικά στη Διάλυση συνάντησα ξανά τον ποιητή και του Στη γλώσσα μου, και του Curiculum Vitae αλλά και του πρώτου ακόμα βιβλίου του, Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα.

Αν και ο Αντιόχου, καταρχήν αλλά και σε μια πρώτη ανάγνωση, δεν εντάσσεται στο μετανεωτερικό πλαίσιο, είναι εντούτοις ένας κατεξοχήν μετανεωτερικός ποιητής, καθώς ανασκευάζει διαρρηγνύοντας (αλλά και τιμώντας) ολόκληρη την ποιητική παράδοση που προηγήθηκε.

Δεν είναι της παρούσης, ασφαλώς, να επεκταθώ σε μια συγκριτική ανάλυση ή και ανάγνωση όλων των έργων του Γιάννη Αντιόχου (αν και σας προτρέπω να το κάνετε μόνοι σας, καθώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά γοητευτικό ταξίδι). Το πρώτο που θα ήθελα να πω, όμως, για τη Διάλυση, είναι ότι εδώ συναντώνται το πάθος, η ζωντάνια και η ορμή ενός νέου, νεότατου ποιητή με τη γλώσσα και το στοχαστικό φορτίο ενός ώριμου δημιουργού και ανθρώπου. Κι αν ακόμα τούτο το βιβλίο πραγματεύεται τη φθορά και την παραδοχή της ως μοιραία για την ανθρώπινη κατάσταση συνολικά (και όχι μόνο την ανθρώπινη φύση), αυτό γίνεται με σφρίγος, με την επιθετικότητα της νεότητας και τη διαύγεια της ωριμότητας. Διαβάζουμε, π.χ., στον «Αποχαιρετισμό της φυσικής μου ύπαρξης»: «Με λιμουζίνα πάει κανείς στον άλλον κόσμο / Όχημα φέρον ασημένιους φανούς / Καθρέφτες / Και γυαλισμένους κηροστάτες / (…) Στο τέλος / Τον θάνατο κανείς / Με τα χέρια του ανοίγει / Παραμερίζοντας των σωμάτων φυλλωσιές / Των ανθρώπων βάτα θεριεμένα / Βράχια των οστών / Τη θαμπάδα των χλομών μαλλιών / (…) [να με θάψετε βαθιά, γιατί τα νύχια μου μακραίνουν τις νύχτες και σκάβουν

Σε όποιο σημείο της Διάλυσης κι αν σταθεί κανείς τυχαία, δεν θα βρει όχι μόνο ίχνος μιζέριας (αυτή την έχει αποδιώξει άλλωστε από νωρίς ο ποιητής) αλλά, θα τολμούσα να πω, ούτε απαισιοδοξίας. Γιατί, το «μαύρο» του Αντιόχου, ας είναι και κατάμαυρο, μας γλιτώνει από την ασφυξία της απτής καθημερινότητας, προσφέροντάς μας μια μετάφραση –δικής του, ασφαλώς, επινόησης– και μιαν ερμηνεία που εκτείνεται πέραν του ορατού. Κι όσο κι αν αυτή η μεταφορά μάς τοποθετεί αίφνης στο σκοτεινότερο έρεβος, μας έχει ήδη αποδείξει στην ουσία ότι υπάρχει η δυνατότητα μιας διαφυγής∙ ενδεχομένως, μάλιστα, με όχημα έναν φλεγόμενο κομήτη, σ’ ένα τοπίο όπου όλα είναι δυνατά.

Κάτω από τους ψηφιακούς θόλους / κανείς δεν θα φαντάζεται / πως κάποτε / ένας δρυοκολάπτης / τυμπάνισε με το ράμφος του / τη μεμβράνη του ήλιου / γεμίζοντας το στερέωμα μ’ άστρα ροκανίδια». («Θα ταξιδεύουμε»)

Αφού, όμως, δεν πρόκειται για ένα ταξίδι σ’ έναν φυσικό, σε γήινες κλίμακες μετρήσιμο προορισμό, δεν είναι μετρήσιμος μ’ αυτές ούτε κι ο διάλογός μας με τον ποιητή αλλά και με τον εαυτό μας, μέσω της ποίησής του, παρά τίθεται σε μια ολότελα διαφορετική βάση και διάσταση:

«Κι ανέβηκε η πανσέληνος ψηλά στους πύργους του Μανχάταν / αλλιώς, στο πλατύ οροπέδιο του στέρνου του. // Φεγγάρι ισχαιμικό καρδιά ασφυξίας για τον Τζον» («Αποχαιρετισμός του Τζον»)

Ο χώρος/τόπος που ο Γιάννης Αντιόχου κατοικεί/ενοικεί και μας προσκαλεί/προκαλεί να τον συναντήσουμε είναι –από την πρώτη του δημόσια ποιητική έκφραση– ο απολύτως οικείος μας, μεθερμηνευόμενος όμως συχνά στη μεταφυσική του διάσταση.

«Ως μία εξέλιξις βρυκολάκων / δυναμώνουμε τους σάπιους μας κυνόδοντες / σε οξέα και αλκάλια της λήθης / όλων όσοι / ακόμα υποκρίνονται / πως δεν ενθυμούνται / στη ζωή τους / παρόμοια διάλυση» («Ο βρικόλακας των Παρισίων») μας λέει στην παρούσα σύνθεση.

«Έγκλειστος στο οπτικό πεδίο ενός άλλου / Εκ των έσω αναβλύζω αιώνων δηλητήρια / Δυο φύσεις αντιμαχόμενες / Μια ουδέτερη κατάφαση / Το διάττον χαμόγελο ενός υπέργηρου νέου / Και είμαι αλήθεια ανέστιος / Κι ανώτερος του δαίμονα που πίσω μου αντικρίζεις» γράφει «Στη γλώσσα του».

«Κυλώντας χτες στο αεροδρόμιο / Την ανθεκτική πράσινη βαλίτσα μου / Κοντοστάθηκα να χαιρετίσω τον διάβολο / (…) Περιδινούσε και πάλι / Στο σκοτεινό λαρύγγι του / Τον παραπικρασμό της ζωής μου» αποφαίνεται στις «Εκπνοές».

Και πώς αλλιώς; Τι έχει άλλωστε να μας προσφέρει η τέχνη, εκτός από ένα παράλληλο τοπίο, ένα παραισθητικό σύμπαν, όπου όλα είναι δυνατά και μάλιστα η προσωπική, ιδιωτική μας περιπέτεια όχι μόνο χωρά αλλά έχει και ένα ουσιώδες αντίκρισμα; («Έλα γιατί θα σαπίσει το καλοκαίρι τούτο / κι ό,τι μας μείνει / μια στενή θάλασσα / η δύση της νύχτας / η αστεία έπαρση της αιωνιότητας / και η ανάφλεξις» «Ανάφλεξις».)

Έχω αναφερθεί και άλλοτε στην επιμονή του Γιάννη Αντιόχου να ανιχνεύει τα έγκυρα ακόμα στοιχεία τόσο των παραδοσιακών σχημάτων έκφρασης (π.χ. ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, σονέτο, ρίμα) όσο και των εγκαταλελειμμένων εν πολλοίς ιδεολογικών προσεγγίσεων (θρησκευτική, μεταφυσική, μυστικιστική αφήγηση), που συνήθως απορρίπτονται συλλήβδην ως αναξιόπιστα στη μετα-νεωτερική εποχή και την Τέχνη της. Δεν θα ’θελα, ως εκ τούτου, να αναφερθώ επί μακρόν σ’ αυτό. Θα ήθελα, ωστόσο, να επισημάνω κάτι που μου φανερώθηκε πρώτη φορά με τέτοια διαύγεια: Αν και ο Αντιόχου, καταρχήν αλλά και σε μια πρώτη ανάγνωση, δεν εντάσσεται στο μετανεωτερικό πλαίσιο, είναι εντούτοις ένας κατεξοχήν μετανεωτερικός ποιητής, καθώς ανασκευάζει διαρρηγνύοντας (αλλά και τιμώντας) ολόκληρη την ποιητική παράδοση που προηγήθηκε. Ενσωματώνοντας τα ευρήματά του από την επίμονη «ανασκαφή» στην ποιητική του γλώσσα, υπονομεύει και κατακερματίζει εκ των έσω την ενότητα του Λόγου και του Σώματος. Ασύνειδα το πιθανότερο και γι’ αυτό πετυχημένα, καταφέρνει να πραγματώσει, μεταξύ ελαχίστων, το αίτημα μιας νέας γλώσσας που δεν ξεχνά και δεν απαξιώνει την καταγωγή της. Τολμώντας ταυτοχρόνως να την αποδομήσει και να ξεσκονίσει από πάνω της το δέος που την περιβάλλει, προκειμένου να δημιουργήσει τη δική του εκφραστική σκευή.

Κι αν ακόμα τούτο το βιβλίο πραγματεύεται τη φθορά και την παραδοχή της ως μοιραία για την ανθρώπινη κατάσταση συνολικά (και όχι μόνο την ανθρώπινη φύση), αυτό γίνεται με σφρίγος, με την επιθετικότητα της νεότητας και τη διαύγεια της ωριμότητας.

«Ξυπνώντας σε αυτό το νάιλον σάβανο / διψασμένος στο σκοτάδι/ απομυζώ τον χυμό / του
ενθεογόνου μανιταριού / που άνθισε στη γλώσσα μου∙ / θεωρώ πως επιβάλλεται / ένα είδος επιβίωσης» («Παραίσθησις Δ’»)

Πίσω από τις λέξεις του ποιητή ακούγεται μια μουσική συμφωνία που μας παρηγορεί για όσα εκείνες καταμαρτυρούν: τη ματαιότητα του έρωτα και της ανθρώπινης ύπαρξης, ό,τι χάσαμε πριν καν το ζήσουμε κανονικά, μια νοσταλγία για την δεύτερη, τρίτη, τέταρτη κ.ο.κ. ζωή που θα μπορούσαμε, δίχως άλλο, να ζήσουμε, αν δεν ήμασταν αναγκασμένοι να επιλέξουμε και να περιοριστούμε σε μία.

«Όλη μου η αφή / μια πλαστική επιφάνεια/ που λειαίνεται από δάχτυλα φύλλων / που σαπίζουν σκεπάζοντάς με // Επιπλέον απουσιάζουν / η τραχύτητα του σώματος / η ελπίδα / και ο θάνατος / που με παραφύλαγε / στον πάνω κόσμο» («Παραίσθησις Δ’»)

Υπάρχει, τέλος, μια κρίσιμη κατά την άποψή μου διαφορά ετούτου του βιβλίου με τα προηγούμενα: Η αναφορά στον Άλλο. Και δεν εννοώ μόνο τις ρητές αναφορές και αφιερώσεις (στον Ίκαρο Μπαμπασάκη, την Ευτυχία Παναγιώτου, τον Βλαδίμηρο Νικολούζο κ.ά.) αλλά το γενικότερο πνεύμα του βιβλίου, ως προς τον Άλλον, που δεν είναι πια ο «διχοτομημένος άλλος» εαυτός με ίδιο πρόσωπο, αλλά ο/η αδερφός/ή, ο γιος, το alter ego, με το πρόσωπο, όμως, ενός ευδιάκριτου Άλλου, που έχει τη δυνατότητα αν μη τι άλλο να διαμεσολαβήσει, ως το θραύσμα ενός καθρέφτη, στη συνάντηση του ποιητικού υποκειμένου με τον «διχοτομημένο άλλο» των Εκπνοών (π.χ. «Οι σωσίες [Der Doppelgaenger & The double goer]», «Αποχαιρετισμός του Τζον», «Διάλυσις» κ.ά.).

Η Διάλυσις, για μένα, είναι ένα ενιαίο εξωστρεφές ποίημα, μια ποιητική σύνθεση σαν μυθιστόρημα που, ενώ μετέρχεται διαφορετικές μορφικές προσεγγίσεις, έχει ένα ενιαίο, συμπαγές στοχαστικό υπόβαθρο και κατά κάποιον τρόπο συνοψίζει και υποστηρίζει όλες τις προηγούμενες συλλογές του ποιητή. Και θα σας προτρέψω, με θέρμη, ν’ αφεθείτε στη γοητεία της, όμως ασφαλώς δεν μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αυτό δεν είναι επικίνδυνο. Γιατί, όπως πάντα συμβαίνει με τη σημαντική ποίηση, είναι καίρια επιδραστική πάνω στον αναγνώστη της, ώστε δεν μπορεί να παραμείνει ίδιος μετά την καταβύθισή του σ’ αυτήν.
Όμως: «μια στάλα αίμα είναι / ας μην το κάνουμε θέμα // Οι προπολεμικές εποχές / θα είναι πάντα ρομαντικές / αφού θα γράφονται εσαεί από τους ποιητές» («Εξάντλησις»)

 

Διάλυσις
Γιάννης Αντιόχου
Ίκαρος, 2017
104 σελ.
ISBN 978-960-572-144-2
Τιμή: €12,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Γιώτα Αργυροπούλου: «Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό»

Μες στου Αιγαίου τα νερά τρία νησιά αρμενίζουν. Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό μας καλεί ο τίτλος της Γιώτας Αργυροπούλου, την άγονη κάποτε γραμμή και σήμερα στολίδι του Αιγαίου, γόνιμη και τουριστική....

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER