Χριστίνα Γεωργιάδου: «Σπορά»
Σπορά Χριστίνα Γεωργιάδου Εκδόσεις Κυριακίδη

Χριστίνα Γεωργιάδου: «Σπορά»

Ως γνωστόν υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο αιώνα τρεις κατευθύνσεις στον χώρο της ποίησης. Η πρώτη είναι αυτή της λεγόμενης κοινωνικής ποίησης, με κύριους εκπροσώπους τον Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005), τον Πάνο Θασίτη (1923-2008) και τον Κλείτο Κύρου (1921-2006). Έπειτα, έρχεται η λεγόμενη ερωτική ποίηση των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996), Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) και Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931). Τέλος, είναι η χαρακτηρισμένη ως η ποίηση του υποστασιακού, η υπαρξιακή, η οποία και ξεκινά ουσιαστικά από τον Γιώργο Θέμελη (1900-1976), περνάει από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011) −εκεί ανήκει και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)− και από κει, μέσω του Τάσου Φάλκου (1937), περνάμε στον Τόλη Νικηφόρου (1938), στη Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (1940), στην Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (1965), που εντάσσεται επίσης σε αυτό τον προσανατολισμό, φέρνοντάς μας πλέον στη Χριστίνα Γεωργιάδου και στην αίσθηση μιας νοητής συνέχειας που αξίζει να προσέξουμε.

Η ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου είναι λοιπόν κατά βάση υπαρξιακή, όπως δείχνει η πρώτη −πραγματικά ώριμη− ποιητική της συλλογή Σπορά. Τρία είναι τα στοιχεία στα οποία θα εστιάσω: το πρώτο είναι η χρήση της οπής, το άλλο είναι η «Ουσία» που επαναλαμβάνεται, δηλαδή η Ιδέα, και το τρίτο έχει να κάνει με την τεχνοτροπία της, το στιλ, θα λέγαμε, το καλλιτεχνικό.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που διάβασα στο βιβλίο έχει να κάνει με την έννοια και τη χρήση της οπής. Στο ποίημα, ενδεικτικά, «Ξένη Ι», μας λέει πολύ χαρακτηριστικά η Χριστίνα:

ένοικος σε σπίτι άδειο δίχως κουρτίνες
διαλύομαι διάτρητη·
ο ήλιος τρυπά το κορμί μου
και διαχέεται το φως του μες από κάθε κύτταρό μου

Στο ίδιο ποίημα καταλήγει στο «ψηλαφώ το βράχο που ήταν κάποτε πρόσωπό μου», ο πιο δυνατός, κατά τη θεώρησή μας, στίχος της. Επίσης, αναφερόμενη στον «άλλον», στο ποίημα «Ελπίδα», μας λέει «τις συννεφιές το απόγιομα τουφεκίζω να περνάς / απόλυτη μην είναι η δυστυχία σου». Τουφεκίζοντας, λοιπόν, η ποιήτρια επιδιώκει να προκαλέσει μια ρωγμή. Η χρήση αυτής της ρωγμής, στα μάτια μου, λειτουργεί ενδεχομένως ως μια διαφυγή από το τραγικό αδιέξοδο του κόσμου. Η Γεωργιάδου, δηλαδή, διέπεται από τη θνητότητά της με τρόπο χαρακτηριστικό και έντονο, και θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος διαφυγής, ο οποίος μάλιστα περνάει μέσα από την αναίρεση του προσώπου της εντός του χωροχρόνου. Επομένως θεωρεί ότι δεν μπορεί να πραγματωθεί ως «Είναι αυτού του κόσμου», και άρα χρησιμοποιεί την ποίηση ως μια μορφή υποκατάστασης, μιας θρησκευτικής, κατά κάποιον τρόπο, πραγμάτωσης ή έκφρασης του «άλλου» κόσμου. Εδώ βλέπω και τον βράχο που ήταν κάποτε το πρόσωπό της. Τον οποίο και ψηλαφεί. Προφανώς με μια συγκρατημένη απόγνωση και θλίψη, ανοίγοντας όμως και έναν τρόπο πορισμού, λογαριάζοντας τον «άλλον»: «τις συννεφιές τουφεκίζω να περνάς».

Τώρα θα σταθούμε στην «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη, στην υποστασιακή, δηλαδή, χροιά του έργου της. Η χρήση του «άλλου», ο «άλλος», συναντάται στον στίχο της Χριστίνας Γεωργιάδου «στα παλιά βρίσκεται η ουσία», ενώ στο ποίημα «Διάφανος» επίσης μας λέει:

την ώρα που αίολα δίνεσαι
–ορυμαγδοί, ανάσες–
σε μυημένα μονοπάτια,
εγώ
είμ’ ο αέρας στα μαλλιά σου [...]
είμαι η μουσική
που σ’ αναδεύει
σαν μέσα σου
γεννιέται η Ιδέα

Αναφέρει την Ιδέα, σε μια πλατωνική, δηλαδή, ανάγνωση των πραγμάτων ανοίγεται στον θρησκευτικό χώρο και μας ακινητοποιεί, κατά μία έννοια, και από κει, από αυτή την ακινητοποίηση, όπου στην πραγματικότητα βρίσκει μία μη πλήρωση στον τρέχοντα κόσμο, μας περνάει κατά τη θεώρησή της στην έννοια της οπής, στην τρύπα, η τρύπα που λειτουργεί ως διαφυγή, ως αναβολή.

Αυτό συνδέεται επίσης με την τεχνοτροπία της. Ο ποιητής και κριτικός Γιάννης Δάλλας (1924) έχει εισαγάγει έναν καταπληκτικό όρο. Μιλάει για τη «χωρική συναίρεση ή συσπείρωση του χρόνου». Η «χωρική συναίρεση του χρόνου» σημαίνει πολύ απλά ότι, στην ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου εν προκειμένω, δεν υπάρχει ο χρόνος. Δεν είναι η ποιήτρια ούτε παιδί, παρόλο που αφιερώνει αυτή τη συλλογή στο παιδί της, δεν είναι ούτε ενήλικη, στην ουσία είναι ένα ον που ανεβαίνει στην επιφάνεια του κόσμου, και εκεί θέλει να αναιρεθεί. Στο ποίημα «Ξένη ΙΙ» λέει: «Είμαι παιδί σε κόσμο ενηλίκων». Μεταβάλλει μετατοπίζοντας την αναίρεσή της σε αυτή την επιφάνεια, και στην ουσία εκεί συσπειρώνει τη χρονικότητα στη χωρικότητα στην οποία κάθε φορά και βρίσκεται. Κι από εκεί είναι που γράφει την ποίησή της. Αυτό είναι ήδη, θεωρώ, μία σημαντική κατάκτηση.
images/images/news/2017/spora-cover.jpg

Η τεχνική της επάρκεια πολύ σωστά διαπιστώθηκε και από τον Τόλη Νικηφόρου. Επανέρχομαι όμως στον Τόλη, γιατί είναι κατά μία έννοια πρόγονος της Χριστίνας. Στον Τόλη Νικηφόρου βλέπουμε χαρακτηριστικά τη συναίρεση του μυστικισμού με τη γείωση. Αυτή η ποίηση, αυτό το άνοιγμα, αυτή η ποίηση αλά Ράινερ Μαρία Ρίλκε που ανοίγεται στον θρησκευτικό χώρο με συγκεκριμένες φόρμες, υπάρχει στην ποίηση της Χριστίνας. Ο πήχης είναι ψηλά, και καλώς είναι τόσο ψηλά, καθώς η ποιήτρια συνδιαλέγεται με τους αγγέλους, με τους σατανάδες, με αυτές δηλαδή τις μορφές, πάντοτε σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο, χωρίς να φεύγει από την αρτιότητα της τέχνης της και των μέσων της. Ακριβώς εκεί αντισταθμίζει αυτό το «Ι», το κεφαλαίο της Ιδέας, το οποίο ξενίζει στην εποχή μας. Η Ιδέα, η Ουσία, «στα παλιά βρίσκεται η ουσία» μάς λέει, αυτά είναι λίγο «ξανατονισμένη μουσική», μας πάνε λίγο στον γαλλικό συμβολισμό, μας πάνε στο εξώφυλλο που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα, σε προ-ραφαηλιτικές φόρμες, όπου δεν υπάρχει ο εκμοντερνισμός στη φόρμα και στη γραμμή. Αυτό όμως αντισταθμίζεται από τη γείωση που υπάρχει: η αναφορά στα χέρια, στο πρόσωπο, στον βράχο που είναι πρόσωπο, το μη-πρόσωπο. Συνεπώς, το αντιστάθμισμα αυτού του ανοίγματος προς τα πάνω συμβαίνει γειώνοντας τον μυστικισμό, όλο αυτό το άνοιγμα με τις συγκεκριμένες αυτές φόρμες.

Θα σταθούμε στο χαρακτηριστικό ποίημα «Μην ενοχλείς τους νεκρούς»:

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Είναι οι μόνοι
που σπάσαν τον καθρέφτη.
Μύρια διάφανα γυαλάκια
μ’ εκατομμύρια μορφές
άγιες και σατανικές
– όλες δικές μας.

Ακούσια θεώνται
τον κύκλο της ζωής
– μην τους ζηλεύεις...
συ δεν θα δεις το καλό
να συμπορεύεται με το κακό
– φίδι
που δαγκώνει την ουρά του.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί έκαναν
τα δικά σου λάθη
αιώνες πριν.
Άσ’ τους ν’ αναπαυτούν [...]

Κλείνοντας, να σημειώσω ότι ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ανθρωπιά, ο έρωτας που υπάρχει, επίσης, και είναι παρών στα ποιήματά της, και μια τρυφερότητα και μια θεώρηση ευρύτερη γύρω από τη συνύπαρξη και τη συντροφικότητα.

Σπορά
Χριστίνα Γεωργιάδου
Εκδόσεις Κυριακίδη
74 σελ.
ISBN 978-960-599-038-1
Τιμή: €12,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα»

Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο....

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Δημήτρης Χαρίτος: «Τα τριακόσια εξήντα πέντε και το ένα για τα δίσεχτα χρόνια»

«-Μα για ποιον γράφουμε ποιήματα;-Για τους νεκρούς, του απαντώ με πείσμα» Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Δημήτρη Χαρίτου είπα να τσακίσω τις σελίδες με τα ποιήματα που μου άρεσαν, που μου έλεγαν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: