Το επί ματαίω Κυριάκος Χαρίτος Κέδρος

Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω»

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία.

Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον απαισιόδοξο στίχο ο ποιητής ξεκινάει το Επί Ματαίω• το όνομα του Θεού εννοεί προφανώς, ήτοι την τρίτη από τις δέκα εντολές του μωσαϊκού νόμου: «Ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω». Αυτό το «επί ματαίω» απασχολεί τον ποιητή. Είναι μάταιο ή όχι να λέει όσα λέει ή, καλύτερα, καταγγέλλει. Προτιμότερο το «καταγγέλλει» από το «λέει» στην περίπτωση, εφόσον κραδαίνει σαν φραγγέλιο την οργή και την αγανάκτησή του για έναν κόσμο που επιθετικά προβάλλεται σε όλα τα ποιήματα.

 

Ο διαμαρτυρόμενος ποιητικός λόγος είναι λόγος γκρεμιστής, χαλαστής, γι’ αυτό και παρουσιάζεται σαν ρομφαία. Το Επί Ματαίω του Κυριάκου Χαρίτου είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος σχετλιαστικού στον υπερθετικό βαθμό.

Λείπει από τις σελίδες της συλλογής η «ποιητικότητα». Δεν υπάρχει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την απουσία της οποίας είχε επισημάνει ο Εμμανουήλ Ροΐδης, στο τέλος του 19ου αιώνα, πιστεύοντας ότι η κοινωνία χρήζει «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή χτυπήματος γερού στο κεφάλι με την κολοκύθα, μπας και ξυπνήσει από τον ύπνο στον οποίο την έχει καταδικάσει η σύγχρονη ζωή. Ο Σαμψών λένε πως νίκησε τους εχθρούς του με όπλο μια σιαγόνα γαϊδάρου. Εκατό και παραπάνω χρόνια από τον Ροΐδη και άπειρα από τον Σαμψών, ο Χαρίτος, χωρίς κολοκύθα και σιαγόνα, αλλά με τα λόγια για όπλα, καταγγέλλει την κοινωνία από την οποία λείπει ο Θεός. Και δεν αναφέρεται κατευθείαν σ’ αυτή την απουσία, αλλά αναφέρεται σε παρουσίες οι οποίες την προϋποθέτουν. Η αύρα του Θεού λείπει, η λαύρα του κακού κυριαρχεί.

Ο ποιητής με τον τρόπο του καταφάσκει στο ερώτημα του Χέλντερλιν «wozu dichter in dürftiger zeit?». Γιατί να είναι κανείς ποιητής σε καιρούς «μικροπρέπειας;», όπως μεταφράζει ο Σεφέρης, «ένδειας» ο Ρηγόπουλος, ο Παπατσώνης προτιμά «πενιχρότητας», άλλος «ιεροφάνειας» και άλλος «θεοφάνειας». Με άλλα λόγια, ο Χέλντερλιν μοιάζει να αισθάνεται ότι η εποχή δεν αντέχει τον ποιητή, αλλά εκείνο που προκύπτει είναι ότι τον χρειάζεται. Ο Αριστοφάνης σε καιρούς ένδειας ανέβασε από τον Άδη τον Αισχύλο για να αποκαταστήσει την ηθική τάξη και τους θεσμούς στην πόλη του. Επομένως ο ποιητής είναι ο ρυθμιστής του μέτρου. Κάθε εποχή και τα φρούτα της, λέει η λαϊκή σοφία, κάθε εποχή και η ένδειά της, η μικροπρέπειά της, η απουσία της ιεροφάνειάς της. Και όλα τα φρούτα σε όλες τις εποχές σχεδόν ίδια είναι. Η τεχνολογία μόνο είναι σήμερα πιο ανεπτυγμένη και η πρόσβαση στα φρούτα της εύκολη. Και όπου η ευκολία, εκεί και η παγίδα. Η μετάλλαξη της κοινωνίας σε κόλαση ή σε κόλαση με μάσκα παραδείσου.

Ο ποιητής ζει αυτή την κόλαση σαν σε τηλεοπτικό πλατό, όπου παίζεται η τραγική κωμωδία. Και ο μεν Δάντης την ονόμασε Θεία, ο δε Μπαλζάκ Ανθρώπινη. Η δική του κωμωδία όμως δεν διαθέτει κόλαση, όπως οι άλλες, αλλά ψεύτικο παράδεισο και φρίκη και αηδία και οργή και αγανάκτηση και σκηνές Αποκάλυψης. Είναι η καθημερινότητα, έτσι όπως την εισπράττει είτε μέσα στον πηχτό και όζοντα πολτό είτε μέσα από την εικόνα. Η απορία που θα είχε ένας θρησκευόμενος είναι: «Γιατί, Θεέ μου». Μια κόλαση η ζωή.
Το επί ματαίω Κυριάκος Χαρίτος Κέδρος

Όλα του κόσμου –στραβά, χωλά, βουβά, κοινωνική διαφθορά, απατηλή ευμάρεια– είναι είδηση εκκωφαντική. Από τον ουρανό και «την καταφρόνια των αγγέλων» έως το τερατώδες «έμβρυο νεκρό σε γυάλα πολύγωνη», από τα καλλιστεία και τις τηλεπαρουσιάστριες έως τα «δόντια ηρωίνης», τα «μικροφωνικά λαρύγγια» και άλλα εφιαλτικά, ανιαρά, αηδιαστικά εφευρήματα της εποχής. Η τηλεόραση διατυμπανίζει τα «δάνεια δάνεια δάνεια», οι δημοσιογράφοι, στο όνομα της τηλεθέασης και στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν κοινό, φωνάζουν, εξεγείρονται, «επί ματαίω», εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο, φτώχεια, δυστυχία. Το αντίπαλο δέος στην αθλιότητα είναι η πιο μεγάλη αθλιότητα• η καλοπέραση εκείνου με τις λιμουζίνες που παίρνει «κόκες», η διαφθορά σε χώρους που δεν βάζει ο νους (η ασέλγεια έχει αρχίσει το ιερατικό της έργο, παραφράζουμε τον ποιητή), τα προϊόντα που προβάλλονται για όποιες ιδιότητες έχουν, τις οποίες βεβαίως δεν έχουν, ο «κάποιος» που σκίζεται στα δυο/ και χύνει λεβεντιά/ και του Έλληνα το αρχαίο μάρμαρο/ μέσα στη φωνή, και το ζώο της κάμερας... να γλύφει τα αίματα, ειδήσεις, γριές/ με τα μάτια στο χέρι/ σε χαρτοπετσέτες, πολιτικοί και «αλιγάτορες» βιομήχανοι, «τζιπ», «ιστιοφόρα», «μπουζούκια». Ένα συνονθύλευμα πραγμάτων, προσώπων, ενεργειών, σαν κατακρημνισμός σε επίγειο Άδη.

Ό,τι συμβαίνει και όπως συμβαίνει μεταφέρεται στο στίχο. Και ο «Σκοτεινός» (ο Σατανάς προφανώς) έρχεται γεμάτος υποσχέσεις: «Έλα μαζί μου άνθρωπε άνθρωπε», «θα σου δώσω φονιάδες... γραβάτες... όπλα... μικρόφωνα να μιλάς... κανάλια, Άνθρωπε να σέρνεσαι από ανατολή ηλίου μέχρι βυθού μεσάνυχτα... να υπόσχεσαι να υπόσχεσαι... θα σου δώσω θα σου δώσω». Είναι εμφανής η οργή του ποιητή. Είναι σαν Αποκάλυψη, σαν Δευτέρα Παρουσία, Μέρες Οργής, Dies irae, το πάτωμα ανοίγει και από μέσα βγαίνουν οι νεκροί πεινασμένοι και διψασμένοι, σαν ζόμπι. Όλα μια σκηνοθεσία.

Ο ποιητής ζει αυτή την κόλαση σαν σε τηλεοπτικό πλατό, όπου παίζεται η τραγική κωμωδία. Και ο μεν Δάντης την ονόμασε Θεία, ο δε Μπαλζάκ Ανθρώπινη. Η δική του κωμωδία όμως δεν διαθέτει κόλαση, όπως οι άλλες, αλλά ψεύτικο παράδεισο και φρίκη και αηδία και οργή και αγανάκτηση και σκηνές Αποκάλυψης.

Η γλώσσα είναι σκληρή, ωμή, βέβηλη κι ο ποιητής το ξέρει γι’ αυτό και προσεύχεται: Κύριε, Κύριε/ τιμώρησέ με/ Ράπισε το στόμα το ασεβές/ Σβήσε πάνω στη γλώσσα μου/ ένα ένα τα αγκαθωτά/ πυρηνικά σου αστέρια/ Πριόνισε τα φτερά μου/ με σκουριασμένη λάμα πριόνι/ Άσε μου μόνο τη μνήμη/ της γλώσσας μου/ τις λέξεις/ Θα σκεφτώ απ’ την αρχή/ τον παράδεισο. Η απουσία μιας φυσιολογικής ζωής, ενός Παραδείσου, τον οποίο έχει τα μέσα να ανασυστήσει, «τη γλώσσα» και τις «λέξεις», τον κυνηγά. Γιατί αυτό που ζει έχει χάπι εντ, τηλεοπτικό, ζαχαρωμένο χάπι υπνωτικό, όπου όλα μεταμορφώνονται σε μικροαστικά, μισολαϊκά, μισοθρησκευτικά, ένα μείγμα παρουσίας Παναγίας και Αγγέλου, ένα γκροτέσκο κατασκεύασμα, μέχρι τη στιγμή που το «Κήτος της Ιστορίας» σε ένα λουτρό αίματος θα αφανίσει τα πάντα. Και ελπίδα δεν υπάρχει.

Είναι η κραυγαλέα απελπισία ενός ανθρώπου από όσα ζει, βλέπει και ακούει. Δεν είναι καιρός για ποίηση, έγραφε ο Νίκος Εγγονόπουλος το 1948 και ο Μανόλης Αναγνωστάκης το 1949. Είναι καιρός για αγγελτήρια θανάτου και εφιάλτες. Ο διαμαρτυρόμενος ποιητικός λόγος είναι λόγος γκρεμιστής, χαλαστής, γι’ αυτό και παρουσιάζεται σαν ρομφαία. Το Επί Ματαίω του Κυριάκου Χαρίτου είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος σχετλιαστικού στον υπερθετικό βαθμό.

Το επί ματαίω
Κυριάκος Χαρίτος
Κέδρος
48 σελ.
ISBN 978-960-04-4702-6
Τιμή: €9,50
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER