A+ A A-

Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη: «Πνοές» κριτική του Γιώργου Παπαντωνάκη

Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη: «Πνοές» κριτική του Γιώργου Παπαντωνάκη


Βασικό στοιχείο της αρχαιοελληνικής κοσμογονίας θεωρήθηκε ο αέρας, η επενέργεια του οποίου (πνοή/πνέω) λειτούργησε δημιουργικά και κοσμογονικά, ενώ από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε πηγή έμπνευσης για δημιουργική γραφή («επιστημονική»/φιλοσοφική και ποιητική). Απόηχός του, μια που, κατά τον Ελύτη, όλοι ξοδέψαμε «πολύ άνεμο για να» μεγαλώσουμε, αποτυπώνεται και στην καινούργια ποιητική συλλογή της Δώρας Παρδάλη-Σωτρίλλη Πνοές, με ποικίλα σημαινόμενα μέσα από το «παράγωγο» σημαίνον τού «πνοή». Αυτό που έχει αρχικά να παρατηρήσει ένας αναγνώστης λαμβάνοντας υπόψη την ποιητική πορεία της Δώρας Παρδάλη-Σωτρίλλη είναι ότι η ταυτότητα όλων των μέχρι σήμερα συλλογών της προσδιορίζεται από ένα ουσιαστικό μόνο στον πληθυντικό αριθμό. Δεν έχουμε την πρόθεση να κάνουμε γραμματική ή συντακτικό, αλλά ο πληθυντικός αριθμός δεν είναι τυχαία επιλογή. Όσο για τον μονόλεξο τίτλο με ταυτότητα ουσιαστικού, προσανατολίζει τον αναγνώστη στην ουσία της ζωής, άποψη που ενισχύεται και από τις προηγούμενες με μονόλεξο τίτλο συλλογές, τίτλος που επίσης εστιάζει στην ουσία της ζωής τόσο ως σημαίνον και σημαινόμενο (Κυψελίδες, Ροές) όσο και ως γραμματική κατηγορία, εφόσον η ποιητική χρήση του ουσιαστικού αποτυπώνει την ουσία, τη δράση, την κατάσταση, το πάθος ενός όντος, συνιστώσες που στηρίζουν όλη τη μέχρι τούδε ποιητική παραγωγή της Δώρας Παρδάλη-Σωτρίλλη. Και όσο κι αν δίνουν την εντύπωση ότι ως τίτλοι-σημαίνοντα αλλά και σημαινόμενα δεν έχουν καμιά σχέση και συνάφεια μεταξύ τους, ένας προϊδεασμένος αναγνώστης θα ανακαλύψει τη στενότατη σχέση που τις συνδέει σε επίπεδα πολλαπλά (χωρίς να λάβουμε υπόψη τη θεωρία του Πολιτισμού).

Πρώτα πρώτα, σε επίπεδο λεκτικό: Με εξαίρεση την πρώτη συλλογή, Κυψελίδες, με την οποία πατάει στερεά στον ποιητικό χώρο, οι άλλες δύο μεταγενέστερες αποτελούνται από ένα δισύλλαβο οξύτονο ουσιαστικό: ΡοέςΠνοές, ισοσυλλαβία που παραπέμπει σε μια ζωή με ίδια και ίσα στοιχεία. Υγρό και αέρινο στοιχείο συνθέτουν τις Κυψελίδες και παγιώνουν τη ζωή. Με το άλμα μας αυτό ακούσια μετακινηθήκαμε προς ένα δεύτερο επίπεδο βάθους, που αποτελεί τελικά και την αισθητική και μη αναζήτηση του αναγνώστη, ώστε αφενός να απολαύσει τους στίχους της, να αισθανθεί την ηδονή της ανάγνωσης, όπως λένε οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, και αφετέρου να αποκομίσει, σε δεύτερη μοίρα, τα όποια οφέλη αναζητά. Αρωγός σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται το εξώφυλλο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση των Πνοών αποτυπώνει αυτές ακριβώς τις πνοές ζωής με μια κίνηση γυναικείας πνοής-εκπνοής-εισπνοής, με υποδηλωνόμενη ενδεχομένως τη διαπνοή στο πάνω δεξιά μέρος της φωτογραφίας, στην οποία η γυναικεία μορφή είναι έτοιμη να «εξαερωθεί», να ενωθεί ως βασικό συστατικό του κόσμου με τον αέρα, ακροπατώντας στη γη, ένα άλλο στοιχείο της αρχαιοελληνικής κοσμογονίας.

Η συλλογή απαρτίζεται από έξι «κρυφά» ή αδιόρατα δομημένες ενότητες, τις οποίες μπορεί να διακρίνει κανείς είτε από συντομότερα ποιημάτια ή φιλοσοφικές ρήσεις (πβ. «Πόλεμος πατήρ πάντων και βασιλεύς» του Ηράκλειτου, σελ.51), που προοικονομούν ουσιαστικά τα σημαινόμενα στα ποιήματα που απαρτίζουν καθεμιά, κάποτε σε ύφος δημοτικό που αποτυπώνει έναν δημώδη πολιτισμό και τη λαϊκή συνείδηση με την αναφορά σε «υπέρτατες» δυνάμεις των λαϊκών παραδόσεων: Νεράιδες, πάρτε τα μύρα τ’ Απριλιού/ τα μάγια απ’ το φεγγάρι/ και φέρτε και σκορπίστε τα/ ολόγυρα στη νύφη (σελ.31). Και μόνο η ανάγνωση αυτών των ποιητικών σελιδοδεικτών οριοθετούν την πρόσληψη της ποιητικής απόλαυσης και ιδεολογίας της Δώρας Παρδάλη-Σωτρίλλη, καθώς πολύ περιεκτικά αποτυπώνουν το ακολουθούν ιδεολογικό σύστημά της στην εκάστοτε ενότητα: Πνοές του αγέρα/ ανάσες της θάλασσας/ γαλάζιο τ’ ουρανού/ σηματοδοτούν την πορεία μου/ με χρώματα αισιοδοξίας  (σελ.9). Πρόκειται για ένα πεντάστιχο που οριοθετεί την ποιητική του χώρου της ενότητας, τη γενικότερη ποιητική της, την ποιητική της ταυτότητας και συνείδησης, τη συναισθηματική κατάσταση, τέλος. Προεξάρχουσα συνιστώσα της συνείδησης η αγάπη, που την οριοθετεί πειραματικά και παραστατικά: Την αγάπη δεν την χορταίνεις/ ούτε την αποθηκεύεις/ τη βλέπεις μόνο στη διαύγεια/ των ματιών/ στο γρήγορο ταξίδι του αίματος./ Η αγάπη αδυνατίζει στη σιωπή/ και χάνεται στη θλίψη (σελ.12).

Μονάχη έγνοια της η χώρα της. Η φιλολογική σκευή που κουβαλάει την εφοδιάζει με όλα τα ρητά και άρρητα, ρηματικά και μη, όπλα να εκφράσει τον πόνο ψυχής και τις ανησυχίες, μολονότι μια σκευή παρεμφερής ίσως δεν είναι αναγκαία. Ισχυροποιεί ωστόσο τη συνείδηση.

Δεν θα ήθελα να αναλωθώ σε μια απόπειρα προσωπικής ερμηνείας και να απογυμνώσω οποιονδήποτε άλλο αναγνώστη να κάνει τη δική του ανάγνωση, περνώντας μέσ’ από τις/ συμπληγάδες της δοκιμασίας/ και το αμόνι του χρόνου. Δεν είναι, άλλωστε, αυτό ανάγνωση ποιητικού (και πεζού) κειμένου, αλλά υπαγόρευση ιδεών και υιοθέτησή τους. Το «τι θέλει να πει ο ποιητής» είναι παρελθόν πια. Το τι προσλαμβάνει ο αναγνώστης είναι η βαθύτερη ουσία της ποίησης και της λογοτεχνίας γενικότερα. Η πρόσληψη αυτή, λοιπόν, ανατίθεται σε σας τους αναγνώστες και νομίζω το ίδιο «θα ήθελε» και η Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη. Ο καθείς και τα όπλα του. Ο καθείς και τη δική του ανάγνωση, τη δική του απόλαυση, τον δικό του βαθμό ηδονής της ανάγνωσης. Να διευκρινίσουμε μόνο ότι οι στίχοι-μότο που προηγούνται πολλών ποιημάτων βρίσκονται σε άμεση, εμφανή ή μη συνάφεια με το ποίημα που προσδιορίζουν και αυτό αποτελεί ένα σημαντικό ποιητικό δείκτη πρόσληψης, καθώς και ότι τα κοσμογονικά στοιχεία της ποιήτριας παραμένουν αμετάθετα και παγιωμένα στη συνείδησή της. Και αυτά αποτελούν έναν φωτεινό σηματωρό για την πρόσληψη του ιδεολογικού σύμπαντός της. Και τοποθετώντας στο δικό μου ιδεολογικό αναγνωστικό σύστημα στίχους της ποιήτριας και το μότο από την Κική Δημουλά[1] «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι οι εχθροί μας», τους επαναλαμβάνω εδώ, για μια ασφαλέστερη δική σας ανάγνωση: Προπαντός φυλάξου/ απ’ αυτούς με την επιτηδευμένη ευγένεια/ και την προσποιητή σεμνότητα (σελ.18), με πιο απλά λόγια του δικού μου αναγνωστικού συστήματος, «οι ερμηνείες των άλλων ή των φερόμενων ως ειδικών δεν είναι πάντα ασφαλείς».

Προφανώς, το προσωπικό στοιχείο είναι δύσκολο να μείνει στο περιθώριο, τόσο ως ποιητικό γεγονός, προκαλεί άλλωστε και την έμπνευση, όσο και ως αναγνωστική πράξη και πρόσληψη. Και μιλώ έτσι, ξεχωρίζοντας τους στίχους από το ποίημα «Σαν οπτασία»: Όμως, μητέρα,/ πάλι με ανάστησες/ εκείνο το βράδυ/ που με διεκδικούσε/ ο θάνατος… Οφείλω ακόμα να κάνω μια τοποθέτηση. Οι γενικοί περισσότεροι αφορισμοί, παρά εξειδικευμένες τοποθετήσεις, οφείλονται σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η δυσκολία να ξεχωρίσω ποιους στίχους ή ποιήματα να διαλέξω να σταθώ και να αποτυπώσω την αισθητική μου πρόσληψη και συγκίνηση, γιατί όλα, χωρίς να υπερβάλλω, είναι ισοϋψή στην τεχνική και στην ποιητική τους δύναμη. Δεν θα μιλήσω για λογοτεχνικότητα, γιατί θα ανοίξω τον ασκό του Αιόλου, αφού δεν έχει ακόμα καθοριστεί κοινά αποδεκτή η λογοτεχνικότητα. Ο δεύτερος είναι η άρνηση επηρεασμού και ο φόβος παρανάγνωσης. Γι’ αυτό και λειτουργώ ως ένας γενικός εξωτερικός ποιητικός οδοδείκτης, γνωρίζοντας Πόσο εύκολα φεύγουν οι άνθρωποι / μικρό πολύ το διάβα τους/ απ’ την αυγή ως το γέρμα (σελ.21). Και δεν το μετανιώνω, για να σταθώ και πάλι στους στίχους της: Πόσες φορές πικράθηκα και/ δεν απάντησα με την ίδια χολή. Πόσες φορές πιέστηκα και/ δεν επαναστάτησα./ Πόσες φορές επαναστάτησα/ αλλά δεν δικαιώθηκα…/ Πόσες φορές αδίκησα/ και δεν ζήτησα συγγνώμη./ Πόσες φορές στα δύσκολα/ φέρθηκα τόσο μπόσικα./ Μετανιώνω, μετανιώνω…/ για τα πρέπει που ακολούθησα/ πνίγοντας τα τόσα θέλω/ για την υγεία που δεν χάρηκα/ όταν την είχα… («Μετανιώνω», σελ.23). Πρόκειται εμφανώς για μια ηθική στάση εναρμονισμένη στην πυθαγόρεια επιταγή: «Ποί έρρεξα; Ποί περέβην; Τι δέον μοι ουκ ετελέσθη;». Για τη συνισταμένη στην ουσία του ιδεολογικού της σύμπαντος, που διεισδύει με τη μορφή του ποιητικού λόγου σε μια αυτοκριτική, την οποία συνήθως μόνο όσοι γράφουν τολμούν να αποτυπώσουν ποιητικά. Κι αυτό είναι βασική παράμετρος για την αναγνώριση, για να παραπέμψουμε στο ομότιτλο ποίημά της που αποτελεί Ένα βήμα μπροστά/ κι αυτό λέγεται αισιοδοξία/ δημιουργίας ώθηση (σελ.26), ενώ η δυναμική της φροϋδικής libido αποτελεί βασική συνιστώσα ζωής, καθώς Η ορμή του λίμπιντο/ αργοσαλεύει στο αίμα μας/ ύστερα δυναμώνει, γίνεται/ σίφουνας που γκρεμίζει/ την αιδώ από το βάθρο της/ μέχρι που πνίγεται/ θριαμβευτικά στη θάλασσα/ της ηδονής.

Μια πορεία ζωής που βαίνει παράλληλα με μια πορεία φυλής χαρακτηρίζει τους στίχους της και μια ανάγνωση προσεκτική αποκαλύπτει την ιστορική πορεία ενός Εγώ και μιας φυλής με διαχρονικές συντεταγμένες, περισσότερο υπονοούμενες, παρά δηλωνόμενες: Ξηλωμένα παράσημα τα προσόντα/ του λαού/ και οι αξίες μετανάστευσαν (σελ.37) που οριοθετούν ουσιαστικά χαρακτηριστικά της φυλής της, με πρώτο δηλούμενο την εκποίηση: Ασθμαίνουσα και/ σε τροχιά κατάρρευσης/ την πατρίδα μου/ […]/ Πολλοί σωτήρες/ την τιμή δεν έσωσαν/ αυτοί σώθηκαν (σελ.39). Η ρήση του Δημοσθένη «Της Ελλάδος αδικουμένης αισχρόν το σιγάν» ως μότο στο ποίημα «Στην πίκρα» ενεργοποιεί τη συνείδηση, καθώς καταγράφεται με ρεαλισμό η πραγματικότητα, και οι Μέρες θλίψης που ακολουθούν δημιουργούν έντονη την ανάγκη νέων ηρώων (σσ.40-41). Αυτή η παράλληλη πορεία ζωής και φυλής δεν είναι δυνατόν να νοηθεί, καθώς διέπεται από ένα ιστορικό διαχρονικό χαρακτήρα, χωρίς τον πολιτικό της χαρακτήρα, εφόσον άλλωστε, κατά τον Αριστοτέλη στην ευρύτερη έννοια, ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν». Κι αυτή η συμπόρευση, λόγω της στυγερής πραγματικότητας, εξωτερικεύεται σε τόνο ειρωνικό, σατιρικό, σαρκαστικό με μια διάθεση υποτίμησης των τεκταινομένων. Είναι εμφανέστατη μια κοινωνική και ηθική στάση, με την έκπτωση των ηθών που απεικονίζει, και μια απώλεια προσανατολισμού και πολιτισμικών αξιών: Η Ελλάδα πυρπολείται/ η Αθήνα φλέγεται/ κι η καρδιά των Ελλήνων/ σταματά./ Έλεος./ […]/ Οι κάτοικοι θρηνούν/ το βιος τους/ όπλα σε χέρια άσχετων/ πλιάτσικο παντού/ κι ελπίδες, αν υπήρχαν/ στάχτη έγιναν./ Ως πότε οι παράνομοι/ θα είναι ατιμώρητοι/ και οι άναρχοι/ δαίμονες ασύλληπτοι;/  Ως πότε οι άνομοι/ θα καίνε τη ζωή μας/ θα βιάζουν τη χώρα μου; (σελ.45). Μονάχη έγνοια της η χώρα της. Η φιλολογική σκευή που κουβαλάει την εφοδιάζει με όλα τα ρητά και άρρητα, ρηματικά και μη, όπλα να εκφράσει τον πόνο ψυχής και τις ανησυχίες, μολονότι μια σκευή παρεμφερής ίσως δεν είναι αναγκαία. Ισχυροποιεί ωστόσο τη συνείδηση. Όλες αυτές οι τραυματισμένες ή απολεσθείσες πολιτισμικές και ηθικές αξίες τίθενται υπό τον προβολέα του γενικώς λυτρωτικού φωτός, που στην περίπτωσή μας η ρηματική απόδοσή του αντικατοπτρίζει μια συνοπτική γραμματική της λειτουργίας του αρνητικά εκφρασμένης (σελ.46), ενώ μια καταλογική στρωματογραφία του στον άξονα μιας πορείας, ενός δρόμου, αφήνει να διαχυθεί μια αμετάκλητη επιθυμία για επανάκαμψη στα ελληνικά και, γιατί όχι, οικουμενικά ιδεώδη (σελ.47).

Η όλη αυτή αβεβαιότητα των καταστάσεων της πατρίδας της, με την οποία έχει ομοιωθεί, οδηγεί στη μετανάστευση, καθώς η συνειδητοποίηση της έκπτωσης των αξιών οδηγεί σε αδιέξοδα. Μια σκληρή ανάγνωση της πραγματικότητας, χωρίς να διαφαίνεται κανένας ορίζοντας προσδοκιών, μολονότι δεν έχει πλήρως απολεσθεί η ελπίδα επανάκαμψης των πολιτισμικών αξιών, εφόσον Τώρα επωάζουμε την Άνοιξη/ μέχρι οι μυγδαλιές ν’ ανθίσουν/ κι ο κούκος ν’ ακουστεί (σελ.49). Παρατηρείται μια μορφή παλινδρόμησης ανάμεσα στην ελπίδα και στην απαισιοδοξία, παλινδρόμηση που ευνοούν οι γενικότερες κοινωνικοπολιτισμικοπολιτικές καταστάσεις. Οι αξίες της ειρήνης δέχονται πλήγματα δυσδιόρθωτα μέσα από τις δυνατές εικόνες πολέμου που δημιουργεί ο υπερρεαλιστικός συμφυρμός των λέξεων και εικόνες που προκαλούν δέος, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν/ αριθμητική καθώς μετρούν/ τα φέρετρα των φίλων τους (σελ.53), ενώ αναδύεται ένας έντονος προβληματισμός για αποκατάσταση της διασαλεμένης κοινωνικοπολιτικής τάξης και των ηθικών αξιών: Επιτέλους, πότε οι άνθρωποι/ θα ζουν ευτυχισμένοι/ στις πατρίδες τους… (σελ.55).

Ωστόσο, παρά τη στυγερότητα των καιρών, οι χαρακτήρες αναδύονται σε όλες τις ενότητες, και κυρίως στις τελευταίες, στο τοπίο με μια εδεμική ποιητική ερωτική σχέση, αφού η ίδια η ποίηση είναι έρωτας, μια ερωτική πράξη κατά τον Σαχτούρη, και συνθέτουν ένα εδεμικό σκηνικό, συχνά αιγαιακό – και ιδιαίτερα στενά αιγαιακό: Πρόσωπα ξεχωριστά/ μέρη γοητευτικά/ κομμάτι παραδείσου. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν συγκεκριμένα αφιερωματικά ποιήματα είτε σε τόπους (Καλλιθέα) είτε σε πρόσωπα (Βαρέλης). Ωστόσο, πέρα από όλα αυτά δεσπόζει μια παραλλαγή του μοιρολογιού της φώκιας από το ομότιτλο διήγημα του Παπαδιαμάντη («Το μοιρολόι της φώκιας»): Ατέλειωτος ο πόνος/ στο αλώνι του κόσμου.

Μιμούμενος την επιστολή του Νικία προς του Αθηναίους, «πολλά αν ηδίω» θα μπορούσα να γράψω και γενικότερα θα μπορούσε να γράψει κανείς. Η κόπωση, ωστόσο, είναι εχθρός αδυσώπητος της ανάγνωσης. Έτσι, τα οποιαδήποτε νοηματικά κενά τόσο τα ποιητικά όσο και τα αναγνωστικά ανατίθενται στον αναγνώστη για την αυστηρά προσωπική του ανάγνωση. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι δεν υπάρχουν άπειρες αναγνώσεις, όπως λέγεται παρερμηνευμένα. Υπάρχουν τόσες άπειρες αναγνώσεις, όσες μπορούν να περάσουν, κατά τον Wolfgang Iser (η άποψη του οποίου έχει παρερμηνευθεί), από τρία διαφορετικά σημεία του ορίζοντα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Διατηρώ την πληροφορία της ποιήτριας, μολονότι οι στίχοι ανήκουν στον Οδυσσέα Ελύτη (Άξιον Εστί).

Πνοές
Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη
Ζήτη
80 σελ.
Τιμή € 7,00
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr