A+ A A-

Γιώργος Καρτάκης: «Διασπορά» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Γιώργος Καρτάκης: «Διασπορά» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Αν δεχτούμε πως η δημιουργία πηγάζει από την εμπειρία, η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή είναι η τρανή απόδειξη. Σώμα, πνεύμα και ψυχή αξεχώριστα, αντιδρούν στα εξωτερικά ερεθίσματα συγκλονισμένα. Τι είναι η Διασπορά του Γιώργου Καρτάκη; Ποιο πάθος τον συγκλονίζει; Η ποίησή του σαν αναμορφωμένο βιογραφικό μάς δίνει αφενός στοιχεία για τη διασπορά του σε τρεις τουλάχιστον μεγάλες πόλεις –Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Βερολίνο– και τη διασπορά του μυαλού του με ό,τι συμβαίνει στο σώμα.

Ο Καρτάκης, στα είκοσι εννέα ποιήματα της συλλογής του, θα εξαντλήσει όλη την κλίμακα των μετακινήσεων. Θα κυκλοφορήσει στην επιφάνεια της γης και κάτω από τη γη. Τα πρόσωπα της ζωής θα του δώσουν την αφορμή, τα πρόσωπα του μύθου την τεκμηρίωση και την αιτία ο εαυτός του. Θα βρει σχεδία να διαπλεύσει τα επικίνδυνα μέρη. Κι έτσι, από το προσωπικό στο γενικό και πάλι πίσω θα διασπαρεί σε τόπους και σε σκέψεις, όπου το πάθος θα τον οδηγήσει. Στην αρχή, ο πατέρας, μετά η μητέρα, έπειτα ο φίλος του, ο Βασιλάκης, η μακρά σειρά των ποιητών, το αρχαίο νεκροταφείο –ο δήμος των ονείρων– ο Κεραμεικός, τα αρχαία κείμενα, όλοι, ο καθένας με τη δική του ξεχωριστή περιπέτεια, θα εμπλουτίσουν την εμπειρία των παθών.

Λόγος συγκλονιστικός, βιωματικός, λέξη δυνατή, συναίσθημα οργισμένο. Μια δυνατή φωνή που δεν θα ξεχάσουμε.

Στα νοσοκομεία, γιατροί και νοσοκόμοι αναλαμβάνουν τον ρόλο του διακομιστή στον «Αχέροντα κι απολυμαίνουν ύστερα τα χέρια τους», μικροί Πόντιοι Πιλάτοι που δεν ευθύνονται αλλά και ούτε μπορούν να εμποδίσουν το ερχόμενο. Το σημαινόμενο κραυγάζει για κάτι που είναι απολύτως φυσικό, για την ανθρώπινη ζωή, αλλά καθόλου αποδεκτό από την ανθρώπινη ψυχή. Το ασυνειδητοποίητο εκείνο «τα πάντα ρει» του Ηρακλείτου προβάλλει δυναστικό, όταν χτυπήσει η πένθιμη καμπάνα γι’ αυτούς που αγαπάμε, πρώτον, και για μας τους ίδιους στη συνέχεια.

Και ενώ μας δίνει με επιμελημένη ασάφεια τις πρώτες πληροφορίες, ξεσπά στην περίπτωση του φίλου του του Βασιλάκη. Ο ποιητής ρωτά: «πώς άντεξες;». Απάντηση: «όπως θ’ αντέξεις κι εσύ». «Βασιλάκη, του λέω μου, λείπεις!/ Με κοίταξε γελαστός, έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι απομακρύνθηκε. Το μπλε μπουφάν. Το πράσινο δέντρο. Ήταν μάλλον ελιά. Ο τοίχος ξεπλυμένο κόκκινο γδαρμένο… στην αυλή… βήματα…» Ο «βασιλικός… Ο δικός μου νεκρός. Ο Βασιλάκης. Το χαμόγελό του./ Μόνο ποιήματα πεθαμένων φίλων θα διαβάζω πια/ Αυτοί ξέρουν. –Μη με ξυπνάτε».

Είναι σαφές, λοιπόν, ότι ο ποιητής έχει ανοίξει διάλογο με τους πεθαμένους αγαπημένους, από τους οποίους συγκρατεί αυτό για το οποίο αναρωτιέται ο Σεφέρης στον «Βασιλιά της Ασίνης»:

υπάρχουν άραγε; […] υπάρχουν; η κίνηση του προσώπου; το σχήμα της στοργής;
Εκείνων, που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας;
Αυτών, που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί […]
ή μήπως, όχι/ δεν απομένει τίποτε/ παρά μόνο το βάρος/
η νοσταλγία του βάρους, μιας ύπαρξης ζωντανής,
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι, λυγίζοντας,
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς, σωριασμένα, μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας.

Ο Καρτάκης εστιάζει πάνω σε συγκεκριμένο πρόσωπο τον στοχασμό του, παραλλάσσοντας τους στίχους του Σεφέρη: στήνει ζωντανό μπροστά του τον Βασιλάκη, με τα χέρια στις τσέπες και το μπλε μπουφάν, ακούει τα βήματά του στην αυλή, βλέπει το χαμόγελό του και στρώνει το έδαφος για να επανέλθει και να μιλήσει ανοιχτά για τη δική του προσωπική περιπέτεια:

Πέρασα τη μισή μου ζωή στα νοσοκομεία/ δείχνοντας φλέβες, μιλώντας για φόβο/
κι έχω την αίσθηση/ πως οι γιατροί/ ήξεραν κάτι παραπάνω,/ μα δεν το αποκάλυπταν./ Το διάβαζα στις ετικέτες των ορών,/ το ψιθύριζαν στο αυτί των νοσοκόμων,/ οι καθαρίστριες το έτριβαν χλωρίνη. Πάντα οι διάδρομοι γυάλιζαν/
από ένα νυσταγμένο φως/ κι εγώ απαγορευόταν να καπνίσω/ και να πιω καφέ.

(«Κουβέντα κάνουμε τώρα;»)

Κι όταν μια βροχερή μέρα θα επισκεφτεί τον «Κεραμεικό», εκεί θα κατεβεί για να συναντήσει τη μητέρα, όπως έκανε και ο Οδυσσέας και όπως επεδίωξε και ο Κάλβος, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα. Στο υποθετικό ερώτημα του φύλακα:

«Τι θέλει αυτός καταμεσήμερο μες στη βροχή;», ο ποιητής απαντά, ενδομύχως: «Μα ένιωθα Έλληνας/ κι αν όχι αυτού του δήμου/ ένιωθα θνητός/ και άκουγα/ από μακριά τους ποιητές να καταφθάνουν/ την κλίνη αυτοί σηκώνοντας των αφανών –/ νερό έτρεχε/ μέσα απ’ τα χέρια μου». Κι εδώ, μαζί με την Οδύσσεια προβάλλει και ο Επιτάφιος του Περικλέους, και η κλίνη των αφανών ποιητών, οπότε Ανεπαισθήτως (θα έλεγε και ο Καβάφης) προβάλλει η «μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ’ναι», που συνθέτει ο Καρυωτάκης και όλοι μαζί, με κοινό ποιητικό DNA, σαν το νερό στο αρχαίο ποτάμι, στον Ηριδανό, εξακολουθητικά (θα έλεγε ο Άγρας), συνεχίζουν την παράδοση. Και δεν είναι μόνο αυτές οι συναντήσεις του Καρτάκη. Είναι και άλλοι, οι ποιητές, που εκών άκων μας θυμίζει, που κινδύνεψαν από τη μάστιγα της δικής τους εποχής ο καθένας, που έχασαν το σαρκίο, επέζησαν όμως με το έργο.

Στο ποίημα «Υπό τας Φιλύρας», στον ωραίο, μεγάλο δρόμο του Βερολίνου, που οι Γερμανοί τις άγριες νύχτες των κρυστάλλων δολοφονούσαν τους Εβραίους και τις άγριες μέρες στο Δίστομο δολοφονούσαν τους Έλληνες, επανέρχεται στο πρόβλημα:

Υπό – υπό/ […] Υπό το βάρος των λόγων,/ των ενοχών, των πιέσεων./ Υπέρ των διαδόχων/ των επιγόνων, των αναιρέσεων […] Που δε σου δίνει υπηκοότητα/ σε εξετάσεις αίματος ρέζους αρνητικού,/ τα ηωσινόφιλα αιώνια διχασμένα/ ανάμεσα στο Δίστομο και στο Μπερλίν/ το άλλο:/ της καρδιάς μου.

Α, δρόμε ωραίε, ξενύχτι,/ με τους κρυστάλλους απ’ τις νύχτες σου,/ τις νύχτες σου τις άλλες τις κρυσταλλικές,/ με ένα φεγγάρι μπλε βαθύ, ανίερο και σκονισμένο –/ στη Γερμανία, όταν βραδιάζει,/ τα αρχαία πνεύματα στον Βόσπορο θρηνούν.

Και, φυσικά, ο Ρώμος Φιλύρας, που χτυπημένος από την ανίατη, τότε, σύφιλη, πέθανε στο Δρομοκαῒτειο. Κι ο Καρυωτάκης, από την ίδια μάστιγα ταλαιπωρημένος, από εκατό δρόμους φτασμένος στο «μαύρο αδιέξοδο» και στην «άβυσσος του νου», τράβηξε τη σκανδάλη.

Κι όταν ξεσπά η οργή «θα σπάσω τα γυαλιά μου/ θ’ ανοίξω τα φτερά μου» (και με ανεστραμμένους τους όρους), «θα σπάσω τα φτερά μου, θ’ ανοίξω τα γυαλιά μου», απειλεί και διαμαρτύρεται ο Καρτάκης απηυδισμένος και απελπισμένος, και φοβισμένος ανατρέπει την αγέρωχη ρήση του Καζαντζάκη: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος», κρατώντας μόνο την πρώτη πρόταση κι αλλάζοντας τις άλλες: «δεν ελπίζω τίποτα, τα φοβάμαι όλα – εσάς πιο πολύ», τους ποιητές. Γιατί τους ποιητές; Θα ρωτούσε κανείς. Γιατί οι ποιητές είναι αυτοί που διδάσκουν και νομοθετούν, θα απαντούσε, ίσως, ο Σεφέρης. Και μοιάζει σαν όλοι να τον έχουν προειδοποιήσει, ο καθένας με το δικό του σοβαρό πρόβλημα. Και ο Μίλτος Σαχτούρης με τα δική του περιπέτεια: «πρέπει /έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω»[1]. Κι ο Καρυωτάκης: «Έχω κάτι σπασμένα φτερά»[2]. Κι ο Σεφέρης «με τη σπασμένη φτερούγα»[3]. Ναι, λοιπόν, φοβάται τους ποιητές που βρέθηκαν στα νερά του Αχέροντα και πέρασαν στη λίμνη.

Διάλογος με τον θάνατο, η συλλογή. Ψυχική πάλη. Τίτλοι ποιημάτων, αποσπάσματα αρχαίων κειμένων, πρόσωπα του μύθου, της Ιστορίας και του περιβάλλοντος όλα υποκείμενα στην κοινή μοίρα, που μερικές φορές βιάζεται πολύ να μας κάνει αισθητή την παρουσία της. Ο ποιητής, βαθιά πληγωμένος, διαμαρτυρόμενος, γράφει κάτω από τη σκληρή πίεση του συγκλονιστικού βιώματος. Λόγος συγκλονιστικός, βιωματικός, λέξη δυνατή, συναίσθημα οργισμένο. Μια δυνατή φωνή που δεν θα ξεχάσουμε.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο ελεγκτής.
[2] Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα.
[3] Hampstead: «Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει τον αγέρα και τη φουρτούνα».

Διασπορά
Γιώργος Καρτάκης
Γαβριηλίδης
46 σελ.
Τιμή € 8,52
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr