A+ A A-

Αλέξιος Μάινας: «Το ξυράφι του Όκαμ» κριτική της Άννας Αφεντουλίδου

Αλέξιος Μάινας: «Το ξυράφι του Όκαμ» κριτική της Άννας Αφεντουλίδου


Η πρώτη εντύπωση που σχηματίζει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Αλέξιου Μάινα, ιδίως στην τελευταία του συλλογή, Το ξυράφι του Όκαμ, είναι πως πρόκειται για μια ποίηση που διεκδικεί για τον δημιουργό της τον τίτλο ενός poeta doctus. Οι ρητορικές αναφορές, οι φιλοσοφικές μνείες, οι παραπομπές σε καλλιτεχνικά έργα, σε ονόματα της Ιστορίας του πνεύματος, σε έννοιες και φράσεις ή σπαράγματα φράσεων που έχουν πια αποκτήσει από μόνες τους ηθικό ή και αισθητικό βάρος, αφθονούν. Επίσης, ο σχεδιασμός μιας σύνθετης δομής και ενός πλέγματος που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα: οριζόντιος άξονας με την ακριβή αναφορά της ώρας αντί για τίτλο δίπλα σε ένα ελάχιστο σχόλιο ως μότο, που πολλές φορές αποτελεί από μόνο του ένα νόημα· ή και ανα-νοηματοδοτείται, καθώς συνδιαλέγεται, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο ισχυρά, με το κείμενο που υπο-γράφεται. Ο κάθετος άξονας ορίζεται από την προσπάθεια καθορισμού των αρχών μιας ποιητικής, την αποκρυστάλλωση ενός τρόπου γραφής αλλά και ενός τρόπου ζωής για τον δημιουργό μέσα σε έναν κόσμο που στήνεται ως σκηνικό θεάτρου ή ως κινηματογραφική σεκάνς.

Σχηματίζουμε την εντύπωση πως ο αφηγητής μάς εκμυστηρεύεται πως γράφει, όχι για να ξεκαθαρίζει τα όσα αισθάνεται, αλλά αισθάνεται, για να ξεκαθαρίζει τα όσα γράφει· ότι γράφει, όχι για να ταξινομεί τις σκέψεις του, αλλά τις ταξινομεί, για να γράφει. Σαν ένας φωτογράφος που, όταν σε κοιτά, σκέπτεσαι πως, είτε σε τοποθετεί κάθετα στο φως είτε σε γδύνει στο σκοτάδι, σε βλέπει μόνο ως natura morta.

Είναι όμως έτσι; Αν προσπαθήσουμε να απο-δομήσουμε τα ποιητικά αυτά κείμενα που ποικίλλουν ως προς την έκταση και τη μορφολογική τους αποτύπωση, θα διαπιστώσουμε και κάτι άλλο: Το στοχαστικό βάθος, ο εννοιολογικός εξοπλισμός, η προγραμματική σχεδίαση κρύβουν έναν ποιητικό κόσμο φλεγόμενο από συναισθήματα, προσηλωμένο στη ζωή και το καθημερινό της φορτίο, στα απλά στοιχειακά και στοιχειώδη της υλικά, έναν κόσμο με υποδόρια αλλά έντονα πάθη. Και εξηγούμαι.

Υπάρχουν στίχοι οδηγητικοί και στίχοι αυτοαναφορικοί, στίχοι σχολιαστικοί και στίχοι έντονων αισθημάτων, αλλά πουθενά στίχοι αυθαίρετοι. Η ισορροπία της ουσίας ενός έργου και της γλωσσικής του έκφρασης είναι δύσκολη, αλλά προσφέρει εκείνες τις ευτυχισμένες στιγμές της δημιουργίας που μπορούν να σου χαρίσουν αισθητική απόλαυση και όχι μια πρόσκαιρη συγκίνηση.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ: ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ – ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟ-ΔΟΜΗΣΗ

Το πρώτο κείμενο με αντί-τιτλο τη φράση (μέσα σε παρένθεση στο άνω δεξί άκρο της σελίδας, όπου μπαίνει η εκάστοτε ένδειξη της ώρας): (Πριν την ανατολή)  λέει: Αν μόνο το ψέμα/ είναι ευτυχία/ τότε ας είναι αλήθεια/ μόνο ό,τι μας κάνει ελεύθερους. (σελ.9)

Παραλλαγή του ίδιου κειμένου υπάρχει στη σελ.44 με αντί-τιτλο: (Μετά τη δύση) και υπότιτλο/μότο: Όλη μέρα βράδιαζε. Εδώ ολοκληρώνεται και η πρώτη –άτυπη– ενότητα του βιβλίου, η οποία περιλαμβάνει περίπου 30 κείμενα. Και λέω περίπου, γιατί τον χωρισμό τους τον εικάζουμε από τη χωροθέτηση των «μότο» τους, μιας και δεν υπάρχει πίνακας περιεχομένων ως οδηγός – γεγονός καθόλου τυχαίο.

Οντολογικά και αισθητικά ερωτήματα, αναρωτήσεις που χάνονται στο βάθος των αιώνων: για την σχέση του υποκειμένου με την πραγματικότητα, για τη σχέση της τέχνης με τη φύση, για τη δυνατότητα απο-τύπωσης του κόσμου και της ζωής, για τη δύναμη και τη δυναμική του ποιητικού λόγου. Προβληματισμοί που υποστασιοποιούνται και μορφολογικά με την ιδιαιτερότητα της οργάνωσης του υλικού και όχι μόνο της ποιητικής έκ-φρασης. Παραδειγματικά:

ΕΠΑΝ/ ΕΞΩΤ/ ΕΡΙΚ/ ΕΥΣΗ/ ΕΝΤΥ/ ΠΩΣ/ ΕΩΝ// Δηλαδή απαλό σπρώξιμο της μπαλκονόπορτας/ κι αμέσως το ζωντάνεμα του χαρτιού. (σελ.10)

που λειτουργούν και ειρωνικά, άρα και αυτο-υπονομευτικά με το εύρος των υποδηλώσεων και των δυνατοτήτων των διαφορετικών τους ανα-γνώσεων (ενδιαφέρον έχει αν διαβάσουμε «ανεξάρτητα» τα λεκτικά τμήματα ως σημασιολογικές μονάδες που μας παραπέμπουν κατ’ αρχάς αλλού, σε άλλες οικογένειες λέξεων).

Ομοίως αυτοαναφορικό-αυτοσαρκαστικό και το σχόλιο: Υποτίθεται πως πρέπει να κάνω μια εντυπωσιακή είσοδο/ αλλά μπαίνω και κάθομαι στην πολυθρόνα […] (σελ.11)

Και ενώ οι δυο επί-τιτλοι (προμετωπίδες) αμέσως παρακάτω δείχνουν ότι πρόκειται για δύο αντικριστά και διακριτά κείμενα, δια-βάζονται και ανα-γνωρίζονται και ως ένα. Αυτό συμβαίνει συχνά: μοτίβα ή σκέψεις (που συχνά δίνονται ως σύντομοι αφορισμοί) επανέρχονται για να φωτιστούν από άλλη πλευρά και να προχωρήσουν κάποιο νήμα της σύνθεσης. Τα μότο εδώ είναι: Η πάλη της αντάρας με το σύθαμπο και Οξείδωσι στίλβοντος ποδηλάτου  [παράφραση του στίχου του Εμπειρίκου: Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου]με ευκρινείς τις ποιητολογικές τους παραπομπές. Η εννοιολογική «εικόνα» από το πρώτο κείμενο: Γράφω σημαίνει ξαναγράφω, ομολογώ τι διάβασα. Και: άγραφες πλάκες/ έτοιμες να αποκαλυφθούν/ στην ψευδαίσθηση της δυνατότητας ελέγχου συνδέεται άμεσα με το ακόλουθο κείμενο-ποίημα: Η σκέψη ότι άλλοι συνθέτουν έναν ταύρο από ατόφιο/ χρυσό.// Ω το άδειο βουνό, Μωυσή/ ω η καμένη βάτος. (σσ.12, 13)

Κάποια –συχνότατα αυτοσαρκαστικά– μότο είναι κομβικά για τη θεματική, ορθότερα: για κάποιο θεματικό νήμα. Π.χ. αυτό που μας μεταφέρει στον 18ο αι. και στον Γερμανό φιλόσοφο Baumgarten με τον όρο: Felix aestheticus. Εννοεί αυτόν που έχει την πνευματική ικανότητα να φαντάζεται, να εμπλουτίζει και να μνημειώνει την αισθητηριακή εμπειρία.

Πολλά από τα κείμενα-ποιήματα είναι μικρές αφηγήσεις, που κάποτε συνιστούν και αφορμές αναστοχασμού πάνω στην ποιητική δυνατότητα, στην ικανότητα του λόγου να αποδίδει, να αποτυπώνει τις στιγμές και να εγγράφεται επιτυχώς σ’ αυτές. Ενδεικτικά: Το ποίημα γράφεται ενώ γράφω ένα άλλο/ που δε θα γραφεί./ Η συμβολή της μούσας στην ολοκλήρωση του έργου/ είναι το αίσθημα της παραίτησης. (σελ.27)

Και σε άλλα σημεία του περιεχομένου καθρεφτίζεται ή αναλύεται η δημιουργική διαδικασία, η πάλη με τον χρόνο και τη μνήμη, με το αίτημα της κατανόησης και συλλογιστικής διάρθρωσης του εξωτερικού και του ψυχικού υλικού, η οποία όμως σαρκαστικά αποδομείται, χτίζεται και γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια μας σαν μαγική εικόνα.

Έμπνευση ως περιδίνηση εσωτερικού κονιορτού./ Προτεινόμενη μέθοδος (τριάς):/ Νιώσιμο – ψυχολογική συνειδητοποίηση/ Σκέψιμο – διανοητική διείσδυση/ Γράψιμο – χρήση κατακτημένων τεχνικών κατάθεσης/ και ελεύθερων διαθλάσεων στα πρίσματα της γλώσσας/ χωρίς αστυνόμευση της αρχικής ιδέας.//
Πρώτες φράουλες (της μεθόδου):/ Η μελαγχολία δεν είναι τόσο αποτέλεσμα απώλειας/ όσο διάψευση αυτού που αναμενόταν. (σελ.30)

Σημεία όπου υπάρχουν, π.χ. ως μότο, φιλοσοφικοί τίτλοι έργων ή γνωστοί στίχοι (όταν είναι αυτούσιοι μπαίνουν με πλάγια γράμματα) φορτισμένοι με το βάρος της αυθεντίας του δημιουργού τους, υπονομεύονται αριστοτεχνικά από την κοινότοπη ιστορία ενός ασήμαντου περιστατικού. Σα βγεις στον πηγαιμό/ για την Μπενάκη… (σελ.35) Έντονο είναι το στοιχείο της αποστασιοποίησης, τόσο με την αποδομητική λειτουργία του Μπρεχτ, όσο και με αυτήν της αλλοτριωτικής σχέσης του Εγώ με τον Άλλον και τον Εαυτό του Αντονιόνι. Παιδιά/ σαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες παιδιών. (σελ.34) [Η φωτογραφία διατηρεί σημαίνοντα ρόλο τόσο ως εργαλείο μορφολογικής επεξεργασίας όσο και ως θεματικό μοτίβο στην ποίηση του Μάινα.]

Αξιοσημείωτη η επαναληπτική χρήση του μοτίβου του ταξιδιού. [Υπάρχουν πολλές αναφορές και στο προηγούμενο βιβλίο του, Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011), ιδίως σε τρένα και πλοία). Εδώ: Για να ζήσει κανείς πρέπει να ταξιδέψει./ Και τα μόνα πραγματικά ταξίδια είναι τα συναισθήματα./ Τ’ άλλα είναι μεταθέσεις κρέατος. (σελ.35)

Λίγο πριν από το τέλος της πρώτης ενότητας, στα μισά του βιβλίου (στη σελ.38, ενώ το τελευταίο κείμενο-ποίημα βρίσκεται στη σελ.76), ο ποιητής μάς συνδέει εμμέσως με τον τίτλο του βιβλίου: «Το ξυράφι του Όκαμ»είναι μια επιστημονική αρχή, η οποία αποτελεί τη βάση της μεθοδολογικής απαγωγής· αποκαλείται και «αρχή της οικονομίας». Γύρω από τη θεωρία αυτή, που αποδίδεται στον Άγγλο φιλόσοφο του 14ου αι. Γουλιέλμο του Όκαμ, έχουν γραφτεί πολλά και έχουν αποδοθεί επιρροές της σε πολυάριθμους διανοητές. Επιλέγω, με κάθε επιφύλαξη, δυο αποφθεγματικές ρήσεις που θεωρώ ότι μπορούν να συμψηφιστούν και στο ποιητολογικό θεώρημα του Μάινα. Εκείνη του Λεονάρντο ντα Βίντσι: Η απλότητα είναι η υπέρτατη επιτήδευση. Και του Άλμπερτ Αϊνστάιν: Μια θεωρία πρέπει να είναι όσο απλή είναι δυνατόν, αλλά όχι απλούστερη.

Είναι σαν να απαντά ο Μάινας στους θιασώτες της απλότητας και ταυτοχρόνως να υπερασπίζεται τη συνθετότητα μιας αναπόφευκτης δομής: Πώς να μιλήσω απλά για πράγματα εγγενώς πολύπλοκα; Και ταυτοχρόνως: Ε, λοιπόν, ορίστε που μιλώ απλούστερα τώρα. Δεν μπορούμε παρά να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας στίχους του Σεφέρη αλλά και του Ρίτσου για την απλότητα, που οι ίδιες οι συμβολικές του πρώτου και οι στιχουργικές επιλογές του δεύτερου κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσαν.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ, ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ – ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΩΣ ΑΝΑ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΕΠΙ-ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΟΣ

Ο κύκλος της δεύτερης ενότητας ανοίγει (σελ.44) κάνοντας μια καίρια μετατόπιση του νοήματος του αρχικού κειμένου του βιβλίου.

Το πρώτο μέρος της αποτελείται από 20-21 περίπου κείμενα. Εισαγωγικά έρχεται το εύγλωττο μότο: Έρως άμμος [παραπέμπει ίσως στο Έρως Θέρος του Παπαδιαμάντη].Μεγάλο μέρος της ενότητας αποτελεί ένα είδος ερωτικού ιντερμέδιου κατά την επίσκεψη μιας θεατρικής παράστασης, κάτι σαν τη σκηνή των Παλιάτσων  στην ομώνυμη όπερα του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο, όπου εγκιβωτίζεται μια κωμική σκηνή σε μια τραγική υπόθεση, η οποία σιγά σιγά την απορροφά αποδομώντας τον όποιο ψυχαγωγικό της χαρακτήρα. Όπως εκεί, έτσι κι εδώ, η θεατρικότητα (η πραγματική παράσταση και η ελπίδα της νέας γνωριμίας για τον αφηγητή) απορροφάται από την α-ληθ-ινή ζωή. Η διά-σταση ποίησης και ζωής, προβολής και πραγματικότητας, ομορφιάς και εξαργύρωσης εντείνεται, καθώς στον εσωτερικό μονόλογο του αφηγητή εμπλέκονται και στοιχεία μυθολογικών μεταμορφώσεων από τον Τρωικό κύκλο.

Προεισαγωγή του ερωτικού «δράματος»: η περιγραφή μιας γυναικείας οπτασίας, ο χωροχρόνος της, το πάθος που ασφυκτιά σε ένα περιβάλλον το οποίο αντιμάχεται τους όρους του ή αμφισβητεί ακόμη και αυτή τη δυνατότητά του να υπάρξει. Ο ποιητικός φακός κεντράρει πάνω της με εκείνη την αναπόδραστη έλξη των ρινισμάτων από το μαγνητικό σώμα, ενώ υποτάσσεται στις σκηνογραφικές επιλογές του σκηνοθέτη. Και η παράσταση αρχίζει: Η πρώτη πράξη θα ξεκινούσε από λεπτό σε λεπτό/ η συζήτηση βρισκόταν στα μαλλιά της Χριστίνας/ […] Ξάφνου εκεί που πλέω από την πλήξη/ […] βλέπω τη ματιά μου/ […] να συναντάει εκείνη. (σελ.50) Κάποια με το όνομα Ελένη ή Δελεάνα. (σελ.53) Εισάγεται η πρωταγωνίστρια του εγκιβωτισμένου μέρους με συνδηλώσεις αρχαίου δράματος, πρωταγωνίστρια και ταυτοχρόνως θεατής της πραγματικής παράστασης, λειτουργεί ως κεντρομόλος των πόθων και ως φυγόκεντρος σκέψεων του αφηγητή, που κάθεται παραδίπλα. Όχι τυχαία η επιλογή της Ελένης, όνομα φορτισμένο πολλαπλώς ποιητολογικά στην ελληνική και νεοελληνική παράδοση (πολύ ωραία και η συνήχηση του ονόματος –που της προσδίδει ο αφηγητής– με το Δέλεαρ).

Ακολουθεί, χωρίς να αριθμείται ρητά, η δεύτερη πράξη που αντ-ηχεί την ερωτική διακινδύνευση σε ένα μόλις λιτό δίστιχο: Τα πλευρά σου, Αδάμ / φύλαγε τα πλευρά σου.(σελ.54)

Ύστερα οι επόμενες πράξεις με κείμενα-ποιήματα, στα οποία απο-τυπώνεται όλη η τραγική αίσθηση μιας απώλειας, ενός ανεπίτευκτου, της εναγώνιας προσδοκίας μιας εκπλήρωσης, που ήταν γνωστό εξαρχής το αρνητικό της πρόσημο. Τα πρόσωπα και οι τόποι συμβολοποιούνται, η μνημείωση αποκτά την αγωνία ενός τέλους που έρχεται και που δεν μπορεί ωστόσο να σηματοδοτηθεί, γιατί δεν έχει υποστασιοποιηθεί καν η αρχή του: η βεβαιότητα της ερωτικής ανταπόκρισης.

Ενδεικτικά τα μότο: Σε ψάχνω απ’ το Ηώκαινο κι απ’ τα κνιδοσπορίδια[1] (σελ.64) ή το πολύ ωραίο 5στιχο για το μάταιο της κτητικότητας, της αποκλειστικότητας, αλλά και συνυποδηλωτικά για το μάταιο της πρωτοτυπίας: Ο Πάρης δε σήκωνε τα μάτια/ ήταν δίπλα του ο αχός/ του αλλοτινού Μενέλαου/ μιας άλλης θάλασσας/ το ίδιο ανήσυχης και κρύας. (σελ.65)

ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ, ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ – Η ΑΠΟ-ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΣΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ ΟΙΚΕΙΩΝ ΤΟΥ ΥΛΙΚΩΝ

Το τελευταίο μέρος, μετά την επιστροφή από το θέατρο, ορίζεται εκτός των μότο και από όρους δομικούς και σημασιολογικούς των κλασικών ρητορικών κειμένων: Exordium, Narratio  κ.λπ. Περιλαμβάνει περίπου 10-11 κείμενα. Η αφήγηση, η καταγραφή των σημειώσεων-κειμένων-ποιημάτων κλείνει, στο τέλος μιας άυπνης νύχτας του αφηγητή, το επόμενο πρωί, ύστερα από ένα 24ωρο από το αρχικό ποίημα: 06:09 (σελ.76)

Το κείμενο της σελ.66 λειτουργεί ως μεταβατικό μεταξύ των δύο μερών της δεύτερης ενότητας, γι’ αυτό και το συναριθμώ και στα δύο: η ποιητική οπτική από τον εξώστη της ταράτσας εκτείνεται τόσο στον ουρανό ενός κοσμικού χώρου όσο και στον ανθρώπινο της γειτονιάς, όπως παρακολουθείται από τον παντεπόπτη, εδώ, αφηγητή. Ο οποίος κουβαλά την αίσθηση της καταλυτικής παρουσίας της γυναίκας από το προηγούμενο μέρος: Πού είσαι ακόμα κρυμμένη/ τώρα που δε σε χρειάζομαι; (σελ.66) Χαρακτηριστικό των εσώτερων διασυνδέσεων η μπούκλα (της γυναίκας στο θέατρο) που ανεβαίνει στο μότο, ή τα καναρίνια (της γειτονιάς του αφηγητή, σελ.33) που επανεμφανίζονται: εύκολα κίτρινα πουλιά σχεδιασμένα πρόχειρα (σελ.67). Οι εικόνες, τα μοτίβα, αποκτούν συνοχή σαν τα κομμάτια ενός παζλ που, καθώς παίρνουν θέση, διαλύουν το μυστήριο της απεικόνισής τους. Έτσι π.χ. το μότο: Δάφνες; ε λοιπόν δεν τρώγονται (σελ.68) φορτίζει υπονομευτικά, ενώ το ποίημα καταλήγει με την παραλλαγή μοτίβου που είχαμε ξανασυναντήσει: Ο ποιητικός οίστρος μπροστά/ στην πραγματικότητα των χρημάτων/ σαν ξεκοιλιασμένο απ’ τις αλεπούδες/ του πάρκου αγριογούρουνο. (σελ.68)

Κατά την περιήγηση της ποιητικής ματιάς πάνω στη νυχτερινή γειτονιά, το αστικό τοπίο χάνεται σταδιακά μέσα στον υπαρξιακό στοχασμό. Στα τελευταία κείμενα του βιβλίου, η ματιά στρέφεται ένδον και ταυτοχρόνως αναζητεί την επι-κοινωνία για την οντολογική και συναισθηματική ολοκλήρωση: Τα μάτια/ που βλέπουν μέσα μου τον κόσμο/ σταματούν./ Εσύ/ μια άλλη ύπαρξη/ κάνε με να μη φοβάμαι. (σελ.71)

ΑΠΟΛΟΓΙΖΟΝΤΑΣ

Ο Μάινας είναι ολοφάνερο ότι προσδοκεί από τον δέκτη της ποίησής του να παίξει ρόλο ενεργητικό και ερευνητικό την ώρα της ανάγνωσης. Ο «φιλολογικός» σχολιασμός, με τη διασάφηση των όρων, την αναζήτηση των πηγών που υπόκεινται συνειδητά ή ασυνείδητα, την πιστοποίηση των εννοιών που συνέβαλαν στη διαμόρφωση των κειμενικών διαστρωματώσεων, την παρακολούθηση της δομής, την αξιολόγηση της οργανικής σχέσης μορφής-περιεχομένου, κρίνεται σημαντικός, ώστε να μπορέσει ένα τέτοιο ποιητικό σύνθεμα να ξεκλειδώσει όλες του τις δυνατότητες.

Οι μεταμοσχεύσεις ενός παλαιότερου ποιητικού και φιλοσοφικού υλικού πάνω στο σώμα της ποίησης του Μάινα είναι πολλές. Υπάρχουν στίχοι οδηγητικοί και στίχοι αυτοαναφορικοί, στίχοι σχολιαστικοί και στίχοι έντονων αισθημάτων, αλλά πουθενά στίχοι αυθαίρετοι. Η ισορροπία της ουσίας ενός έργου και της γλωσσικής του έκφρασης είναι δύσκολη, αλλά προσφέρει εκείνες τις ευτυχισμένες στιγμές της δημιουργίας που μπορούν να σου χαρίσουν αισθητική απόλαυση και όχι μια πρόσκαιρη συγκίνηση.

Θαρρώ πως σ’ αυτή την ποιητική συλλογή ο Μάινας πλησιάζει πολύ στον στόχο που ο ίδιος είχε προγραμματικά θέσει, όταν σχολίαζε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο. Εκεί κινούνταν στο μονοπάτι της πρόθεσης. Εδώ βαδίζει την οδό της πραγμάτωσης: «Αυτό είναι το στοίχημα τούτης της συλλογής. Η προσεκτική, επίμονη μαθητεία στην πολυμορφία της ποίησης, ελληνικής και παγκόσμιας, και η προσπάθεια αποφυγής του επιπόλαιου και τυχαίου με την άρθρωση ενός λόγου γεωμετρικά ακριβούς [...] Κανένα ποίημα δεν αγωνιά για καινοφάνεια και αυτονόμηση από προδρόμους. Όλα ξετυλίγουν μεθοδικά, ενίοτε κινηματογραφικά, το κουβάρι ενός θέματος συχνά άγνωστου μέχρι την τελική ανατροπή. Δεν αναζητούν όμως το πυροτέχνημα του πρωτόφαντου, αλλά την επαναλαμβανόμενη και εγκαιροφλεγή έκπληξη της αρτιότητας. Της δεξιοτεχνίας» (Αλέξιος Μάινας, Για την κόκκινη χτένα και τ’ οξυγόνο της αγάπης, Οπισθόφυλλο, ηλεκτρονικό περιοδικό poema, τχ.16).  

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Ηώκαινο: Γεωλογική περίοδος, μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων, στην οποία τοποθετείται η εμφάνιση των σύγχρονων θηλαστικών. Κνιδοσπορίδια: Παρασιτικά πρωτόζωα, τα οποία πολλές φορές προκαλούν τον θάνατο του ξενιστή τους.

Το ξυράφι του Όκαμ
Αλέξιος Μάινας
Μικρή Άρκτος
80 σελ.
Τιμή € 12,80

Βρείτε το εδώ.

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr