A+ A A-

Ιωσήφ Βεντούρας: «Τάναϊς» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ιωσήφ Βεντούρας: «Τάναϊς» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ
Τον Ιούνιο του 1944, οι Γερμανοί επιβίβασαν και έκλεισαν στα αμπάρια του πλοίου Τάναϊς τους Εβραίους της Κρήτης. Στις 9 Ιουνίου 1944, το Τάναϊς, που έφυγε από τα Χανιά για το Άουσβιτς, βυθίστηκε στο πέλαγος, ανάμεσα στην Κρήτη και τη Σαντορίνη. Αυτή την πληροφορία μάς δίνει ο ποιητής Ιωσήφ Βεντούρας στις Σημειώσεις του βιβλίου του. Το πλοίο βυθίστηκε από βρετανικές τορπίλες, επειδή θεωρήθηκε ότι μετέφερε εφόδια για τον γερμανικό στρατό. Βυθίστηκε και πήρε μαζί του στον υγρό τάφο όχι μόνο Έλληνες Εβραίους, αλλά και χριστιανούς και Ιταλούς αντιφασίστες. Και μαζί με τους ενήλικες και παιδιά, δύο, τριών, ενός, πέντε, δεκαέξι, επτά, εννέα ετών – σύνολο παιδιών σχεδόν ενενήντα. Οι άνθρωποι χάθηκαν, τα παιδιά χάθηκαν και μαζί τους χάθηκε και όλη η πολιτισμική εβραϊκή παράδοση της Κρήτης.

Η συλλογή το θέμα των παιδιών πραγματεύεται και με τον κατάλογο των παιδιών και την ηλικία του καθενός αρχίζει, καθώς και με έναν κατάλογο μυριστικών χόρτων που η «πνοή» και το «απόσταγμά» τους «συντρίβει». Σαν ο ποιητής να έζησε για να καταγράψει αυτό το γεγονός. Χρέος, υποχρέωση, ανάγκη της ψυχής να αποφορτιστεί από ό,τι κρύβει μέσα της.

Περισσότερα από εβδομήντα χρόνια πέρασαν και η τραγωδία εκείνη από τους πολλούς ξεχάστηκε. Ωστόσο, όπως, όταν η Πάραλος, το ιερό πλοίο των Αθηναίων, έφερε την είδηση της καταστροφής και ο θρήνος από τον Πειραιά μέσω των Μακρών Τειχών έφτασε στην Αθήνα, λέει ο Θουκυδίδης, έτσι και ο θρήνος του Βεντούρα από το 1944, μέσα από αυτή τη συλλογή, φτάνει στο σήμερα.

Στο μότο, από την ομηρική Οδύσσεια ειλημμένο (κ' 511-512), η Κίρκη δίνει οδηγίες στον Οδυσσέα τι να κάνει και πού να πάει: «Νήα μεν αυτού κέλσαι επ' ωκεανώ βαθυδίνη αυτός/ δ' εις Αιδέω ιέναι δόμον ευρώεντα» (το πλοίο σου ν' αράξεις στον Ωκεανό με τις βαθιές δίνες και συ να πας για τα αραχνιασμένα δώματα του Άδη). Έτσι είπε εκείνη κι έτσι έγινε με το καράβι. Μόνο που ο Οδυσσέας κατέβηκε στον σκοτεινό ωκεανό, αλλά ανέβηκε πάλι στο φως της ζωής, σώθηκε, ενώ οι Εβραίοι του Τάναϊς έμειναν όλοι στο βυθό, στα υγρά δώματα του Άδη. Η ποιητική συλλογή λοιπόν δεν είναι άλλο από μία νέκυια, ένα μνημόσυνο γι' αυτούς που χάθηκαν από τη μισαλλοδοξία, τον παραλογισμό και τον πόλεμο.

Πρόκειται για ένα ιδιάζον κείμενο που έχει τα χαρακτηριστικά της ελεγείας, της πένθιμης ωδής, του συγκρατημένου μοιρολογιού, της έκφρασης οδύνης. Το ποίημα, χωρίς επιμέρους τίτλους, είναι ένα σώμα που κάθε μέλος του διασκελίζει τις σελίδες και εκεί ο ποιητής δημιουργεί, λεπτοκεντάει, τον δικό του θρήνο στον μεγάλο καμβά της τραγωδίας. Κι ενώ περί ναυαγίου πρόκειται, μιλά για «Στάχτη και φωτιά», για δέντρο, για λεύκα, για «μαύρο λεκέ».

Σε απευθείας προσφώνηση, «ορφανό της συναγωγής μου δέντρο/ ποιος πεθαμένος έσπειρε/ με χέρι ραγισμένο κραυγές οστράκων και σκιές/ σε ποιων φυκιών τις σκοτεινιές/ ο ήλιος βραδυπόρησε/ κι ερήμωσαν τα σπίτια μας κενά/ βαθιές ήταν αυλακιές/ οι σάρκες που πνιγήκαν/ δίχτυα ήταν που σ' αφάνισαν/ δίχτυα και θηλιά».

Ο θρήνος συνεχίζεται και εκτυλίσσεται σε μία σύνθεση εικόνων και ήχων: «νύχτα ο άνεμος σκορπούσε λέξεις/ κλάματα παιδιών/ [...] και ήταν/ προπομπός πορθμέας/ του ποταμού το όνομα/ το περιέχον αυτό που πάλλει/ με τις σειρήνες που σημαίνουν το ταξίδι...». Το παρεμβαλλόμενο πραγματολογικό στοιχείο, το όνομα του πλοίου, το οποίο όμως υπονοείται από την περίφραση «προπομπός πορθμέας/ του ποταμού το όνομα/ το περιέχον...», ο Τάναϊς ο ποταμός, ο σημερινός Δον (Ντον), εκείνος που δίνει το όνομά του και στην ομώνυμη, αρχαία ελληνική πόλη στον Κιμμέριο Βόσπορο. Κι εδώ τα σύμβολα μπλέκονται και «λαμπρά ταιριάζουν όλα», καθώς θα έλεγε και ο Καβάφης. Στην περίπτωση του ιστορικού γεγονότος, το πλοίο Τάναϊς γίνεται ποταμός και μάλιστα Αχέρων για τους επιβάτες του. Άρα πορθμέας για τον κάτω κόσμο. Αλλά και η γεωγραφική περιοχή των Κιμμερίων είναι εκείνη που λέει ο Όμηρος ότι οι άνθρωποι δεν έβλεπαν το φως του ήλιου (Οδύσσεια λ' 14-16), οπότε καταδικασμένοι στο σκοτάδι του κάτω κόσμου, γίνονται το σύμβολο εκείνων που πνίγηκαν στα γαλανά νερά μεταξύ Κρήτης και Σαντορίνης.

Σ' αυτό το ταξίδι ο ποιητής σταδιακά προσθέτει σύμβολα που όλα μοιάζουν με διακοσμητικά στολίδια σε έργο τέχνης. Έτσι, το ταξίδι του χαμού θα συμπληρωθεί με τις «σειρήνες», ένα ακόμα σύμβολο του κακού προμηνύματος. Σε λίγο θα εμφανιστεί ο Μεγαλέξανδρος, μετά θα ζωντανέψει το παιχνίδι που έπαιζαν «η Βικτόρια η Ρόζα η Λεά/ στην οδό Δούκα/ δίπλα στην τριανταφυλλιά/ η Ρόζα κατακόκκινη/ κυνηγούσε τη Λεά/ και εσύ Βικτόρια θα φώναζες/ να βιαστούν για τη σουκά». Το τελεστικό αναπαριστάται από το εβραϊκό τυπικό και το κατάλληλο λεξιλόγιο, με μια ποιητική αφαίρεση από τα συγκεκριμένα στα αφηρημένα, όπως τα «ξεραμένα φύλλα» και τα πνιγμένα παιδιά που «θα επέστρεφαν» αλλά δεν... και τώρα γίναν ένα με τα «φύκια»· θα γίνουν φύκια, «ντυμένοι όλοι στα βελούδα». Αλλού θα γίνει γάμος και τα νυφικά έρχονται από τη Βενετιά «κινέζικο μετάξι» και «φλωρεντινά κεντίδια», αλλά επίσης δεν... Ο στίχος «σκαμπανεβάζει το σκάφος/ με τον Φλοιβά/ κατ' ευθείαν στη ρουφήχτρα» μας πάει στον Τ.Σ. Έλιοτ, «Θάνατος από πνιγμό», όπου ο «Φλοιβάς ο Φοίνιξ, ένα δεκαπενθήμερο νεκρός,/ Ξέχασε την κραυγή των γλάρων, τη φουσκοθαλασσιά/ Και κέρδος και ζημιά...». Κι εκείνο το «Εγώ είμαι εδώ/ βεβαιώνομαι πνιγμένος» είναι η συμπαράσταση εκείνου που επιζεί για να μιλήσει για το κακό.

Στο τελευταίο απόσπασμα: «Ο ήλιος χρυσίζει τα τείχη/ ντυμένος άσπρα/ θα σταθώ στη στροφή/ για μιαν ανάσα/ τις εποχές που μακριά/ στο δάκρυ λάμπουν [...]/ σε ένα φλιτζάνι θα κοιτώ το μέλλον/ πατημασιές από μορφές που θα 'ρθουν/ ανάλαφρες και φτερωτές θα κατεβαίνουν/ [...]/ θ' ακούγεται το βουητό τ' ανέμου/ στην ίδια εκείνη θάλασσα/ όπως τότε/ που φρικαλέο γύρισμα/ τη νέκρωσε με θαύμα/ αλάτι είναι η ζωή/ σταλαγματιές αλάτι», είναι προφανές πως ο ποιητής ζει με τα φαντάσματά του, βλέπει τα παιδιά με φτερά αγγέλων, τα ακούει με το βουητό του ανέμου και νιώθει πως το «αλάτι» της ζωής σπαταλήθηκε. Σαν να ακούγεται από μακριά η φωνή της «νεαράς μοίρας» του Π. Βαλερί, για τα νεαρά Εβραιόπουλα-Ελληνόπουλα: «Salut! Divinités par la rose et le sel, Et les premiers jouets de la jeune lumière».

Περισσότερα από εβδομήντα χρόνια πέρασαν και η τραγωδία εκείνη από τους πολλούς ξεχάστηκε. Ωστόσο, όπως, όταν η Πάραλος, το ιερό πλοίο των Αθηναίων, έφερε την είδηση της καταστροφής και ο θρήνος από τον Πειραιά μέσω των Μακρών Τειχών έφτασε στην Αθήνα, λέει ο Θουκυδίδης, έτσι και ο θρήνος του Βεντούρα από το 1944, μέσα από αυτή τη συλλογή, φτάνει στο σήμερα.

001 patakis eshop
Τάναϊς / Kyklonio & Tanaïs

Δίγλωσση έκδοση
Ιωσήφ Βεντούρας
Red Heifer Press
120 σελ.
Τιμή $ 14,95
ISBN 978-0-9855199-3-3

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr