A+ A A-

Παναγιώτης Κερασίδης: «Ενηλικίωση της ουτοπίας» κριτική της Άννας Αφεντουλίδου

Παναγιώτης Κερασίδης: «Ενηλικίωση της ουτοπίας» κριτική της Άννας Αφεντουλίδου
Ο ορίζοντας προσδοκίας του αναγνώστη, όταν ξεκινά την ανα-γνώριση στην Ενηλικίωση της oυτοπίας, είναι εξαρχής αυτός της υποδοχής μιας ποιητικής συλλογής. Πρόκειται, εξάλλου, για το 7o βιβλίο (το οποίο, εκτός από τον τίτλο του, δεν μας δίνει κάποιον ειδολογικό προσανατολισμό) ενός ποιητή που σε μια διάρκεια 30 χρόνων έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές. Ωστόσο.

Είναι ένα αφήγημα περιπέτειας της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και του ανθρώπινου λόγου, μιας περιήγησης σε έναν κόσμο που φτιάχνεται από τη γλώσσα και για τη γλώσσα, ο οποίος φαίνεται να προσπαθεί να συναιρέσει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, καθώς συσπειρώνεται γύρω από τον κοινό τους πυρήνα. Πρόκειται για μια σειρά 61 κειμένων, τα οποία, παρόλο που χωρίζονται σε 4 ενότητες, αποτελούν ανάπτυγμα ενός ενιαίου ιδιόμορφου κοσμολογικού οράματος, που, ενώ εξωτερικά «κρατά» τα χαρακτηριστικά του πεζού λόγου: στη στοίχιση, στη σύνταξη, στον διαταραγμένο ρυθμό, εντούτοις δίνει τεράστια σημασία στο μουσικό του απόβαρο. Είτε στον ίδιο τον βυθό του λόγου με τα ποικίλα ηχητικά του σήματα και σχήματα είτε στην επιφάνεια του νοήματος, χρησιμοποιώντας λέξεις εννοιολογικά σχετιζόμενες με την μουσική ή που κουβαλούν ένα ομόλογο εμπράγματο φορτίο.

Σαν άσκηση γραφής και σιωπής και, ταυτοχρόνως, σαν υπεράσπιση του αρχέγονου ενιαίου λόγου, τον οποίο οι πολιτισμικές προσλαμβάνουσες έχουν παραμορφώσει. Όπως η Γυναίκα της άμμου αδειάζει κάθε βράδυ την άμμο που επανέρχεται στη διάρκεια της ημέρας στην αρχική της θέση, ο ποιητής, με έναν αντιστρόφως ομόλογο τρόπο, γεμίζει συνεχώς τον χώρο του κειμένου με φραστικά και ηχητικά σύνολα που αφήνουν έκτυπα τα μουσικά τους ίχνη, ενώ εννοιολογικά εγκαταλείπουν σχεδόν άδειο τον πραγματολογικό τους κόσμο. Σαν ένας λευκός πίνακας που γράφεται για να σβηστεί, αφήνοντας ήχους και γεύσεις, αλλά δεν καταλαμβάνει παρά ελάχιστο χώρο στη συνείδησή μας. Έναν χώρο κυρίως αισθητηριακό, με εννοιολογικές απορροές που όσο συσσωρεύονται τόσο υπονομεύουν την ανα-σύνταξη ενός ακέραιου «νοήματος». Το σκηνικό παραμένει πεισματικά αφαιρετικό· εκεί που νομίζουμε ότι καταφέρνει ο φακός μας είτε ευρυγωνίως να αγκαλιάσει είτε μικροσκοπικά να εστιάσει, η οπτική μας ανατρέπεται. Σαν να ακολουθούμε τον Ξεναγό του Ταρκόφσκι σε έναν κόσμο απροσπέλαστο για μας, έχουμε στο τέλος βρεθεί κάπου αλλού, από ένα μονοπάτι, τα ίχνη του οποίου δεν μπορούμε να ανα-καλέσουμε.

ΜΝΗΜΑΤΑ ΑΘΑΝΑΤΑ

Η πρώτη ενότητα (με 2 κείμενα) με τίτλο «Μνήματα αθάνατα» συγκρατεί και συγκροτεί το χωροχρονικό στίγμα του ιδιόμορφου αυτού λογοτεχνικού χάρτη. Ο τόπος δηλώνεται ως το κενό και ένα κομμάτι τάφου. Ο χρόνος ως η στιγμή της ουτοπίας και η αέναη διάρκεια της αθανασίας. Άρα: η άχρονη ου-τοπία είναι το κοσμογονικό θεώρημα του ποιητή. Παρόλο, λοιπόν, που το χρονικό της στίγμα είναι απροσδιόριστο, με ένα οξύμωρο σχήμα δηλώνεται και η ηλικία της: εν-ηλικίωση· άρα δεν μπορεί παρά κι αυτή να διανύσει έναν κύκλο ζωής με αρχή, μέση και τέλος. Πώς όμως η ουτοπία/αθανασία κάποτε θα τελειώσει τον χρόνο της; Κλείνοντας έναν κύκλο, οδηγούμενη επομένως ξανά στην αρχή της. Αυτό απο-τυπώνεται και μορφολογικά από τον ποιητή με ένα σπειροειδές ανάπτυγμα, για να δηλωθεί, χωρίς να ακυρωθεί, το γεγονός της εξέλιξης και άρα της ωρίμανσης της ουτοπίας του:

[...] Σαν να διαπραγματεύονται όρους ευθανασίας με όρκους δήθεν αθανασίας, και ας μην έχει τίποτα υλικό αυτή η ουτοπία που της λείπει η ηλικία και της περισσεύει η υπόσταση. Όπως ακριβώς το έμβρυο που πάει να γίνει άνθρωπος και ο ετοιμοθάνατος που θέλει να γίνει αθάνατος. (σελ.10)

Θα ακολουθήσουν άλλες τρεις ενότητες, των οποίων η ελικοειδής ανάπτυξη αφήνει τα ελάχιστα κενά που χρειάζονται, για να κάνουν τα κείμενα να μοιάζουν με επάλληλους κύκλους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ιδιότυπες ομαδοποιήσεις εικόνων, φράσεων και λέξεων με χαρακτήρα είτε αναδρομικό είτε προδρομικό. Σαν να δημιουργείται ένας αντι-κόσμος, όπου η λέξη γεννάται, συσχετίζεται, αποδομείται και ξαναγυρνά με μια άλλη μορφή, για να δώσει τη θέση της στην επόμενη. Τα κείμενα είναι γεμάτα από ομοιοτέλευτα, παρηχήσεις, οξύμωρα σχήματα και ταυτολογίες, παρώνυμες λέξεις, ομόηχες, ομόρριζες αλλά και αντώνυμες, σε πληθώρα συνδυασμών και σε αιφνίδιες όσο και αξιωματικά αποδεκτές γειτνιάσεις. Με υπογράμμιση των ετύμων και των παρετυμολογήσεών τους οι λέξεις αποκτούν ένα πρόσθετο βάρος, αναζητούν νέο χώρο αλλά και νέα διάρκεια, ζητούν να ανα-κτήσουν τις σχέσεις τους αλλά και τη δομική τους ικανότητα.

Παραδειγματικά: Νίκη#ήττα (σελ.10), ακινησία-παρρησία, όρους-όρκους, ευθανασία-αθανασία, υλικό- λείπει-ηλικία (σελ.11), όνειρα αδέσποτα ονείρου (σελ.13), να ζούμε και να μη ζούμε (σελ.17).

Ο τρόπος που συνέχεται ο λόγος είτε εντός του ίδιου κειμένου είτε προπάντων από κείμενο σε κείμενο είναι ισχυρός: η καταληκτική λέξη γίνεται εναρκτήρια του επομένου, η τελευταία ιδέα επαναλαμβάνεται παραλλαγμένα ή και αντιθετικά, σαν ένα νήμα που ξετυλίγεται ομότροπα αλλά ποτέ ομοιόμορφα, π.χ. ονείρου (σελ.13) → όνειρο (σελ.14) → ...στο παραμύθι (σελ.14) → παραμύθι (σελ.15) κ.ο.κ.

ΣΤΗΝ ΚΟΥΝΙΑ ΤΗΣ ΑΫΠΝΙΑΣ

Στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Στην κούνια της αϋπνίας» (με 18 κείμενα), φορέας της εξελικτικής πορείας αυτού του αναλογικά κοσμογονικού λόγου είναι οι άνεργοι μουσικοί, όχημά του οι μουσικοί ήχοι και το όνειρο που γίνεται παραμύθι, στην προσπάθειά του να ακινητήσει τη ροή του χρόνου, να δια-σώσει την εικόνα που αλλοιώνεται από τον αντικατοπτρισμό, τον οποίο, με τη σειρά τους, οι μόνοι που μπορούν να διασώσουν είναι οι καλλιτέχνες του δρόμου. Η μουσική χρησιμοποιείται ως όχημα αθανασίας, ταυτοχρόνως όμως δηλώνεται και ένα είδος ελλείμματος, μια αναπηρία, αφού πολλές φορές υφίσταται ένα είδος αυτοεξόντωσης, γίνεται αυτοχειρία. Μέσο δια-βίωσης και επι-βίωσης, στήριγμα σωτηρίας αποτελεί η γενναιοδωρία της ουτοπίας, δάσκαλος της δύσκολης διαδρομής γίνεται ο κίνδυνος. Εκ παραλλήλου υπογραμμίζεται η διακινδύνευση που περικλείει πάντοτε μια νέα μορφή γραφής όσο και η στροφή σε ένα απορροφητικό παρελθόν, που δυσκολεύει τη γένεση του καινούργιου (πρβ. τις αναφορές στη δημώδη παράδοση), η στάχτη του παλιού που βαραίνει τη γέννηση του νέου. Η Ιστορία συνδέεται με τα λάθη, το ταξίδι και την ξενιτιά. Ενώ, ως κυρίαρχες αντιθέσεις προβάλλονται η ξενότητα και η φιλότητα, η συνείδηση της ζωής και η μετα-γνώση της. Η δίψα της ιστορίας εναλλάσσεται με την πείνα της διήγησης. Για να τελειώσει το ταξίδι, καθώς συμφιλιώνονται στο τέλος της ενότητας τα φαινομενικά ασυμβίβαστα –μέσα από ένα ιδιότυπο σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό φίλτρο– διαμορφώνοντας τις συντεταγμένες του χωροχρόνου του:

[...] Όπου διαγκωνίζονται οι γέροντες με τα παιδιά και ανεβαίνει από τις πατούσες στα χείλη και στην καρδιά του ιδανικού ο βαθμός μηδέν της απόστασης του τόπου και του χρόνου. Ο ιδανικός βαθμός που μετατρέπεται ο χρόνος σε αιωνιότητα και ο τόπος σε ουτοπία. (σελ.30)

ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΩΣ

Στην τρίτη ενότητα, με τίτλο «Οριζοντίως και καθέτως» (με 30 κείμενα) συνεχίζεται η κρυπτογραφική και σταυρολεξική, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, κατα-γραφή και ανα-κατα-σκευή του ποιητολογικού οράματος με την ίδια ροή· φαινομενικά ασυνεχής και αποσπασματική, όσο προχωρούμε αποκαλύπτει θραυσματικά το μυστήριό της, παρόλο που παραμένει δυσ-ανάγνωστη: δεν παύει να χαρακτηρίζεται από ένα πολύπλοκο σύστημα προσδιορισμού που προχωρεί συνεχώς από την επιφάνεια στο βάθος, για να αναδυθεί εκ νέου, κουβαλώντας ένα μουσικό παρά σημασιολογικό φορτίο που αντισταθμίζει το βάρος της. Ένα βάρος που μετατοπίζεται κατά τι από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, μια που κυριαρχούν οι αναφορές στο σώμα, σε φυτικά στοιχεία, στη σάρκα, στα ζώα. Εξακολουθούν όμως τα μοτίβα της περιπέτειας και του ταξιδιού ως ένας αγώνας με τη γλώσσα να κατορθώσει τη σαγήνευση του χρόνου, την απαθανάτιση της στιγμής, που αδειάζει προτού προλάβεις να αποτυπώσεις το γέμισμά της:

Πιάνεται από τα χείλη και τα δάχτυλα και κολλάει στα μάτια σαν λαχτάρα που παραβγαίνει στο τρέξιμο το ποτάμι. Πριν αποκτήσει οντότητα ουτοπίας το σώμα κατεβαίνοντας με ταχύτητα ρεύματος που κομματιάζει το τοπίο. Αναβιώνουν ίχνη, άνθη χωρισμού. Ελεγεία ζωής πριν το θάνατο. Πριν την απόφαση που ορίζει τα σύνορα που θα περάσει. Αεικίνητη μέλισσα που χρίζεται βασίλισσα για να πεθάνει στη γλώσσα του ανθρώπου. (σελ.45)

Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα, την ομότιτλη του βιβλίου (με 11 κείμενα), υπάρχει μια προσπάθεια ανα-σύνταξης όλων των βασικών πυρήνων – παρόλο που ο ποιητής δεν παραιτείται από την προσπάθεια συνέχισης της ίδιας γραμμής ανάπτυξης: ο λόγος ρυθμισμένος με αιρετικό τρόπο, κρατά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μιας τυπικά ορθής μορφοσυντακτικής δομής, ωστόσο παραμένει διαταραγμένος. Ενώ δείχνει μια παραπειστική ρεαλιστική προσήλωση, η αφήγησή του μας οδηγεί σε έναν φαντασμαγορικό κόσμο, όπου τίποτα δεν εδράζεται στη λογική ή και συναισθηματική συσχέτιση των επιμέρους, ούτε καν με την εναπόθεση του νοήματος στο α-συνεχές του α-συνειδήτου μας. Ως θεμελιακός φορέας της Ιδέας παραμένει η Ουτοπία και ενισχυτής του βασικού της θεματικού πυρήνα η προχωρημένη ηλικία της, με καταλύτη τη μουσική της έκφραση. Η κατακλείδα, ωστόσο, του βιβλίου φορτίζει ειρωνικά και ακυρωτικά το «χτίσιμο» μιας περιήγησης που δεν καταλήγει πουθενά· επιστρέφουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε: στο ανεπίτευκτο της αθανασίας. Κάτι που υπογραμμίζεται και μορφολογικά: το τελικό δίστιχο υπονομεύει την πρωταρχική και επιμένουσα επιλογή του verset και παραπέμπει στην εξαφάνισή του: τα μνήματα αθάνατα της αρχικής ενότητας είναι χαμένα. Ξαναγυρνάμε επομένως στον βαθμό μηδέν της γραφής. Στο κενό της σελίδας που μας καλεί να τη γεμίσουμε ξανά. Πράγματι, τελειώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου διαπιστώνουμε ότι δεν θυμόμαστε παρά ελάχιστα. Και το ξαναδιαβάζουμε κάθε φορά ωσεί να ήταν η πρώτη. Σαν μια παρτιτούρα που χρειάζεται τη μουσική της πραγμάτωση, για να «διαβαστεί» και να «υπάρξει».

Σοφός παππούς φωτογράφος που εμφανίζει τις απουσίες σε διαφάνειες του χρόνου. Ένα κοινότοπο, όσο και ουτοπικό, τοπίο της χαράς. Ένα τραπέζι με φίλους που τρώνε και πίνουν και τραγουδάνε. Καιροφυλακτώντας θάνατον θανάτου γλώσσαν εκχυλίζοντας κοκάλων ατίθασων, ομοιοκατάληκτων.
Άσματα αξέχαστα σβησμένα.
Μνήματα αθάνατα χαμένα. (σελ.75)

001 patakis eshopΕνηλικίωση της ουτοπίας
Παναγιώτης Κερασίδης
Γαβριηλίδης
80 σελ.
Τιμή € 8,52

 

Διαβάστε επίσης
ΠΟΙΗΣΗ
Κυριάκος Χαρίτος: «Το Επί ματαίω» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Πρόκειται για την πρώτη και καθ’ όλα αξιόλογη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χαρίτου, γνωστού κυρίως από την ενασχόλησή του με την παιδική λογοτεχνία. Ω, Κύριε, χρονιά μου έδωσες κακή: Με αυτό τον...

ΠΟΙΗΣΗ
Ελένη Γκίκα: «Εν ύπνω» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Η Ελένη Γκίκα ως δημοσιογράφος, ως συγγραφέας, πρωτίστως ως αισθαντική ποιήτρια και ως κριτικός λογοτεχνίας, είναι γνωστή και καταξιωμένη. Ωστόσο, με κάθε καινούργια της ποιητική συλλογή ανοίγει ένα...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr