A+ A A-

ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ

της Ελένης Χωρεάνθη

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος είναι μια ξεχωριστή μορφή και περίπτωση στην ποίηση των εξαιρετικά δύσβατων και δύσκολων καιρών μας. Προέρχεται από επαρχία, αλλά μεγάλωσε, σπούδασε, εργάζεται και ζει στην Αθήνα των πέντε εκατομμυρίων ψυχών.

Λέω ψυχών, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ατόμων βρίσκονται εδώ μόνο με το σώμα τους, για διάφορους και για δικούς του λόγους ο καθένας.

Όταν ήρθε στην Αθήνα, έφηβος πια, έφερε μαζί του τον ανεκτίμητο πλούτο της απλής ελληνικής οικουμένης. Ήρθε γεμάτος φως και ομορφιά, ελληνική φύση και αγροτική ζωή, στοιχεία ζωηφόρα και αναλλοίωτα που εντάσσει και ενσωματώνει αριστοτεχνικά στο έργο που οικοδομεί με τα νέα στοιχεία που προσπορίζεται από το αστικό περιβάλλον και από έναν διαφορετικό κόσμο όπως διαμορφώνεται και σχηματοποιείται με την πολυμορφία της ολοένα αναπτυσσόμενης και διογκούμενης πρωτεύουσας και τη νέα του ζωή.

Έτσι η ποίησή του, ποίηση γενναία από τη φύση της και εύκοσμη, επιβλητικά αυστηρή εμπλουτίζεται και βαθαίνει καινούρια, κυρίως δραματικά στοιχεία που κοσμούν, οριοθετούν κατά κάποιον τρόπο, υποστυλώνουν και δίνουν ενδιαφέρουσες, τραγικά, διαστάσεις στο εύρωστο, στέρεο και πηγαίο, κατορθωμένο ποιητικό του έργο.

Ωστόσο, κάποια οριακή στιγμή της ζωής και της δημιουργίας του, έρχονται κακές καταστάσεις και γεγονότα που φαρμακώνουν τον πραγματικό και τον ποιητικό χρόνο του ποιητή, ο όμορφος κόσμος ανατρέπεται, οι παλιοί θαρραλέοι εαυτοί του εξαφανίζονται και μένει μόνος, περίλυπος, ή έτσι νιώθει, με την «άκτιστη ψυχή» του όταν η μοναξιά σε άσπρο χάος θεριεύει μέσα του και ολόγυρά του και η ποίησή του γίνεται όργανο έκφρασης του ψυχικού και του σωματικού πόνου καθώς ένα υφέρπον παράπονο/ κι ένα τζάμι θαμπό, το δάκρυ στα μάτια,/ του κόβει τον κόσμο στα δύο» και ύπουλα τον διαβρώνει.

Στα έξι ποιήματα με τίτλο Νοσοκομείο, είναι ωμά και συγκλονιστικά ρεαλιστικός. Εκεί δεν χωράει καμιά επιείκεια, καμιά ποιητική ευαισθησία, οι λέξεις είναι σκληρές, όπως και οι πράξεις που γίνονται, όπως οι εικόνες που αφήνουν πίσω τους οι φορείς με τις άσπρες μπλούζες, κάθε στίχος είναι ένα δυσβάστακτο φορτίο επικείμενου ή πιθανού θανάτου, περιέχει μια οδυνηρή διαδικασία, προοίμιο οιονεί χειρουργείου: Έρχονται, τους παίρνουν το πρωί/φωνάζοντας σαν σε εκτέλεση δυνατά το όνομά τους/ (…) ύστερα τους κατεβάζουν στο υπόγειο(…), στο τραπέζι τους μεταφέρουν, το σιδερένιο. Και τότε, πάνω στο χειρουργικό τραπέζι τα επίδοξα σφάγια, Αν και κοιμισμένοι θυμούνται επιθυμίες της ζωής τους αμυδρά ίσαμε τη στιγμή που σκοτεινιάζει, τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια, ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος, τα φώτα ένα ένα του αίματος κι αρχίζει το μακελειό με τα νυστέρια/ χασαπομάχαιρα.

Εκεί δεν υπάρχει συμπόνια, δεν υπάρχει οίκτος, όλα είναι θλιβερή συνήθεια, όλα γίνονται επαγγελματικά, ακόμα και το ξόδι στο κοιμισμένο παρεκκλήσι, κι ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα./ Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ/ έφευγαν, έφευγαν οι νεκροφόρες.

Και όσοι τυχεροί άτυχοι βγαίνουν ζωντανοί με πίστωση, χρεωμένοι στο θάνατο χωρίς μαλλιά, σαν μαθητές ενός παλιού σχολείου ασπρόμαυρου, φορώντας πιτζάμες κι αντίς κολόνια κοβάλτιο, δεν είναι οι ίδιοι που μπήκαν, είναι άλλοι, αγνώριστοι…

Αλλά και η νύχτα του ασπασμού που ακολουθεί κι αναφέρεται στον τελευταίο αποχαιρετισμό του πατέρα είναι καταλυτικά λιτό με την ειλικρίνεια και την απλότητά του: Σε κοιτάζω με τα βλέφαρά σου κλειστά, την ανάσα κομμένη/ και δεν μπορώ πια να δακρύσω,/ γιατί μια ζωή δεν έκανα άλλο/ από το να σε πενθώ, κρυφά να σε πενθώ. Πάντα ζούσε μέσα του αυτή την οδυνηρή αποχώρηση. Πάντα λέει, σε φανταζόμουν σε αποχώρηση,/χαρούμενος ήσουν κι εγώ στα μάτια σου έβλεπα. Ένα φως πόλεως -να μ’ αποχαιρετά- μακρινής/…την παντοτινή σου ζούσα την απουσία. Λες κι ο θάνατος είχε στήσει καρτέρι πίσω από την πόρτα της καρδιάς του. Για να καταλήξει πως: Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα κι όσοι με αγάπησαν/ Κλείνω τα μάτια και με πλημμυρίζουν/ άηχες μελωδίες./ Χιόνι./ Και στη χαράδρα της ψυχής μου μια υπέρλαμπρη πτώση. (Νοσοκομείο, εν υστερογράφω, σ. 30).

Ζει μέσα του την απόλυτη μοναξιά. Η ψυχή του ζώο που βόσκει σε τάφο. Πάει καιρός που ξέκοψε από τους άλλους αθόρυβα και πήγε απέναντι και από τότε παραμένει απών. Όλοι τον έχουν ξεχάσει, ή εκείνος νιώθει μόνος μέσα σε απόλυτη μοναξιά όπου κυριαρχεί απόλυτη σιωπή, η αδικημένη αδερφή της ομιλίας.

Στο ποίημα Περιφορά, όπου περιγράφει την περιφορά νεκρού παιδιού, ο ποιητής αποκαλύπτεται διαλυτικά τρυφερός, βλέπει λυπημένο, σιωπηλό, γερμένο ευλαβικά προς το μέρος του νεκρού παιδιού το μικρό σύμπαν που καλύπτει ο χώρος της περιφοράς του, ακόμα και τα σπίτια γέρνουν, ο άνεμος διαβαίνει σαν κλέφτης να πει το τελευταίο αντίο, να δώσει κρυφά τον τελευταίο του ασπασμό. Κι από φόβο η θάλασσα ανήσυχη μάζευε τα μικρά της, τα κυματάκια της, μην της τα πάρει ο θάνατος.

Οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη. Το εικαστικό περιεχόμενο των ποιημάτων του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι πλούσιο. Τις σκληρές εικόνες διαδέχονται ιλαρά ανθρώπινα και φυσικά τοπία μνήμης. Η ανθρωπογεωγραφία του δεν περιορίζεται, φυσικά, στα νοσοκομεία και στις περιφορές νεκρών, αν και ο πυρήνας ετούτης της ποίησής του και οι παράμετροι πάνω στις οποίες κινείται, μπαίνω στη διαδικασία να υποψιάζομαι, πως είναι η αντινομία, η αδικία, το αναπότρεπτο του θανάτου και η τραγική μοίρα του ανθρώπου, o οποίος είναι το μόνο πλάσμα που γνωρίζει, όπως θεωρούμε, ότι πίσω από την πόρτα, στη φόδρα του πανωφοριού του, κάτω από το δέρμα του, υπάρχει τρυπωμένος και καιροφυλακτεί ο Θάνατός του. Ο ταλαίπωρος και άνθρωπος και δη ο ποιητής της ζωής και του θανάτου, γνωρίζει εκ των προτέρων το σίγουρο το τέλος του αιώνιου παιδιού που κουβαλάει μέσα του και που το συντηρεί με τις μνήμες και τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας του Μάγου.

Όμως αυτός ο απολεσθείς παράδεισος, η παιδική ηλικία του Μάγου, ο κόσμος ο αγνός, ο αναμάρτητος κόσμος της παιδικής αθωότητας και οι μνήμες από τη φυσική ζωή στην ύπαιθρο των πρώτων χρόνων, τον παρηγορούν και του παρίστανται στις άβολες ώρες του σωματικού μαρτυρίου και του ψυχικού συγκλονισμού. Ο παλιός εαυτός που ήταν έτοιμος για κάθε θυσία, για κάθε τολμηρή πράξη είναι που θα τον σώσει από το βάρος του πόνου  

Σηκώνοντας τον δικό του και τον ξένο πόνο, ο ποιητής ζητάει τη συμπόνια των άλλων: …λυπηθείτε αυτό τον άνθρωπο/ που τα μάτια του είναι παλαιά πολυβολεία/ και η καρδιά του ταριχευτήριο πουλιών. Είναι από τις στιγμές που αισθάνεται πως η φύση όλη συμμερίζεται τον πόνο των πλασμάτων. Και το δικό του πόνο.

ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣΚρυφός κυνηγός
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κέδρος
54 σελ.
Τιμή € 9,59

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr