A+ A A-

ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: ΚΡΥΒΕ ΛΟΓΙΑ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Με τον ελκυστικό και προκλητικό τίτλο Κρύβε λόγια, ο Χρίστος Παπαγεωργίου βγαίνει και πάλι στην ποιητική σκηνή, για ένατη φορά και με φόρα. Τη συλλογή συναποτελούν τρεις ενότητες: «Μπαράζ συλλήψεων», «Σκελετοί στην ντουλάπα» και «Λάσπη στον ανεμιστήρα». Μακριά από ωραιοποιημένες εκφράσεις, και έλλογες και καλολογικές διατυπώσεις, ο ποιητής θα βάλει σε πειρασμό και τη λογική και την αισθητική μας με λόγο σταράτο και δυναμικό, λιτά μέσα, γρήγορες εναλλαγές εικόνων, ηθελημένους παραλογισμούς και παραδοξολογίες, αναδιατυπώσεις της καθημερινής ζωής επί το ποιητικότερον. Αναδεικνύει, δηλαδή, με μια ένδον ματιά που δεν παρασύρεται από τη λάμψη της εξωτερικής επιφάνειας, τη στρεβλή καθημερινότητα, διογκώνει το κραυγαλέο, για να μπορέσουμε να το δούμε και να το ακούσουμε, έτσι ώστε επιτέλους ο κόσμος να βγει από τη νάρκη του και την τρέχουσα «κανονική» διαμαρτυρία του.

Παράδειγμα. Στο πρώτο ποίημα, «Γιορτή», ο ποιητής για άλλο ετοιμάζεται και ο αναγνώστης μπροστά σε άλλο βρίσκεται. Το αστικό τοπίο περιγράφεται με όλο το μεγαλείο που εμπεριέχει ο όγκος του, «όγκος κατοικιών απέναντι που ζηλεύεις» με την ανυπαρξία των δέντρων, «Αντικαταθλιπτικές σταγόνες από ρίζα πλατάνου» ελάχιστη παρηγοριά στην αποψίλωση πάσης χλωρίδας, «Δρόμοι άδειοι από καυσαέρια», «Πάρκα στον ορισμό της βιασμένης εικόνας». Εν ολίγοις, ο ποιητής εις εαυτόν στο μπαλκόνι με θέα τον όγκο και τον ανύπαρκτο πλάτανο, λέει: «Παίρνεις την ανάσα που κόβεται», από το καυσαέριο, υποθέτω, αλλά η κομμένη ανάσα με παραπέμπει στο νέο κύμα της γενιάς μου, όταν ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν-Λικ Γκοντάρ είχε βάλει τα όρια της δικής του «Κομμένης ανάσας» για να καυτηριάσει την ανούσια ζωή. Και πού βρίσκεται η γιορτή; Η γιορτή βρίσκεται στο «Κλείστε όλα τα φώτα σαν σε γιορτή», για «να μη βλέπω», δηλαδή.

Ο Παπαγεωργίου με τη γραφή του ανατρέπει τους κανόνες της κοινής λογικής και, μέσα στο πλαίσιο που εκείνος έχει οριοθετήσει, τα πρόσωπα και τα πράγματα αλλάζουν ρόλους και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Ο άνθρωπος έχει εξοικειωθεί με την τερατογένεση, έτσι το πλάσμα που γεννήθηκε με τρία πόδια και άγνωστο πόσα «βυζιά» δεν μας ξενίζει. Το ασανσέρ που γουργουρίζει σαν τη γάτα, ούτε. Οπότε μπαίνει στη γάτα, για να ανεβεί στον όροφο. Χτύπησε την πόρτα και του «άνοιξε μια δίφυλλη ντουλάπα», όπου θορυβούν οι καμπαρντίνες.

Απευθυνόμενος στον θεατή ρωτά αν έσπασε βιτρίνες, πλιατσικολόγησε, κατέστρεψε γιωταχί, πέταξε μολότοφ σε τράπεζες, έβαλε φωτιά «σε κτίρια πολιτισμού» (δεν λέει μόνο το σπουδαιότερο: αν έκαψε ανθρώπους ζωντανούς). Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για μια άγρια επαναστατημένη φωνή που κάποιες στιγμές έχει αναλαμπές κανονικής λαλιάς, ώστε να προμαντέψει: «Γιατί ο καιρός άγριος όσο ποτέ/ Θα κυλήσει πάνω απ' την πόλη/ Σαν ταχυδρόμος ειδήσεων κακών/ Σαν πολική αρκούδα/ Σαν εμένα/ Το αθώο σπουργίτι που τσιμπολογά/ Τα ψίχουλα στο περβάζι του παραθύρου». Μ' αυτά τα «ψίχουλα», λοιπόν, το σπουργίτι-ποιητής, με αυτό το ελάχιστο («μ' ένα τίποτα έζησα» λέει ο Ελύτης, «με τα στραγάλια αυτά πέρασα τ' απόγευμά μου» λέει ο Σεφέρης), αυτό το λίγο, το μικρό και το μηδαμινό του δίνει χέρι ν' αρπαχτεί και είναι αυτό που εντέλει αναδεικνύεται παυσίλυπο για να ηρεμήσει το μυαλό από τους ποταμούς του παραλογισμού και να μετριάσει τη γεύση από την αηδία.

Και πάλι, όμως, προσπερνώντας τον χείμαρρο της παράλογης καθημερινότητας, ξαναβρίσκοντας τον τραυματισμένο ποιητή που κρύβει πίσω από τις εκφραστικές του εκρήξεις, επανερχόμενος στη φυσική ροή και κατάσταση, παίρνει επιτέλους την ανάσα που είχε ανάγκη. Κι έτσι γεννιέται το ποίημα «Το μέτωπο», το οποίο αποτελεί μια σφήνα στον παραλογισμό, μια όαση στην ξηρασία, μια ευεργετική δροσούλα στην καυτή άσφαλτο. Είναι ο «Σκιαθίτης», που χωρίς να κατονομάζεται, γιατί δεν υπάρχει άλλος που θα μπορούσε να φέρει το τοπωνύμιό του ως απόλυτο προσδιοριστικό τίτλο και όλοι να ξέρουν ότι περί αυτού, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πρόκειται, είναι ο Σκιαθίτης που τον λυτρώνει: «Άφησα το διήγημα του Σκιαθίτη/ Στην άκρη στο μαξιλάρι μου» (σαν φυλαχτό αλλά και αλεξικέραυνο στην καταιγίδα της ζωής) «Και πήρα μεσάνυχτα το πλοίο της γραμμής Βόλος-Σκιάθος/ Να φιλήσω τα χέρια του./ Στο σκοτεινό σπίτι που κατοικούσε/ Του χαϊδεύω το μέτωπο [...] Ξαναπιάνω το διήγημα του Σκιαθίτη/ Και νομίζω πως υπερβαίνω/ Οποιαδήποτε συμβατική άνοιξη των γραμμάτων,/ Οτιδήποτε η Ιστορία εκμαίευσε,/ Οποιονδήποτε υγιή ανταγωνισμό εμφανίστηκε».

Δεν μπορώ, εδώ, να μη θυμηθώ τους στίχους από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη:
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
(«Τα Πάθη» ΙΑ')

Το ποίημα «Το μέτωπο», ενταγμένο σ' αυτή τη συγκεκριμένη συλλογή, δεν φαίνεται να υπηρετεί άλλον στόχο από τη «λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα» ή το «λίγο βάμμα». Τα πρόσωπα της συμφοράς είναι πολλά και στη σημερινή εποχή κεκαλυμμένα, γι' αυτό άλλωστε και ο Παπαγεωργίου με τον τίτλο του, Κρύβε λόγια, πιστεύω πως αναφέρεται σε έναν πιο επικίνδυνο εχθρό από εκείνον που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Έλληνες πριν από εβδομήντα χρόνια, ένα εχθρό κρυμμένο πίσω από τον μεγαλοπρεπή όγκο των τερατωδών πολυκατοικιών, που δεν άργησαν να δείξουν τι κούφια ευημερία ήτανε αυτή που από ψηλά απολάμβαναν. Η προτροπή του Ελύτη, που σε ώρες εθνικής δυστυχίας άπλωσε χέρι ελεητικό στον αναγνώστη, είχε φανερό εξωτερικό εχθρό. Τώρα την κοινωνία μας τρώει από μέσα το σκουλήκι σε διάφορες παραλλαγές.

Στη δεύτερη ενότητα, με μότο «Ο Έλληνας δεν κάνει χιούμορ, σπάει πλάκα», ο ποιητής σκορπάει με άνεση απροσδόκητες διατυπώσεις, όπου τα πράγματα ανατρέπονται και πίσω από την ανατροπή μισοκρύβεται, μισοφανερώνεται η αλήθεια. Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε άκρατης υπερρεαλιστικής μορφής δημιουργήματα. Τι είναι εκείνο που δυσκολεύει την οδήγηση, η ομίχλη που «έφραζε την ορατότητα» ή «η συναισθηματική ταχύτητα/ Που έφραζε την οδήγηση»; Σαν πιο επικίνδυνο το δεύτερο μου μοιάζει. Με την ίδια πλάγια «λογική», πλην ορθή ματιά, δοκιμάζουμε «μια σταγόνα μέλι» να διασκεδάσουμε την πίκρα ή δίνουμε στο μέλι την πίκρα που του χρειάζεται. Η ακμή της ηλικίας ποια είναι, αυτή με την ακμή ή η άλλη με τα μυρωδικά, και για ποια «ακμή» μιλάμε; Οι συνδηλώσεις πολλές, ενδιαφέρουσες και έχουν «πλάκα».

Η τρίτη ενότητα μοιάζει περισσότερο αυτοβιογραφική. Από τις χαραμάδες της ασάφειας αναδύονται σαν μικρές ακτίνες ο μαρξιστής θείος που έγινε πρότυπο για τον ανιψιό, η, με «α» στερητικό σε όλα τα προσδιοριστικά επίθετα, γεροντοκόρη, η φτώχεια, η μπάλα, η εντολή «κόφτο όλο αριστερά» (κάποιο νόημα φέρνει), το «Ελενάκι» (ως μικρή Ιλιάδα ιδιωτικής φύσεως διαβάζεται, που εύκολα ερμηνεύεται και ως δημοσίας) και η συλλογή ολοκληρώνεται με ένα κείμενο σχετικό με τον ποιητή και τα ποιήματά του. Εδώ ο Παπαγεωργίου σαν άλλος Ανδρέας Εμπειρίκος –«άνευ ορίων άνευ όρων»– λειτουργεί «εκτός ορίων» και τα ποιήματά του εκτός, επίσης, βρίσκονται, αλλά στη συνέχεια εντός και πάει λέγοντας. Θα έλεγα πως με την πρώτη του ενότητα ο Παπαγεωργίου βρίσκεται εκτός, εκτός, εκτός ορίων. Με τη δεύτερη εκτός και εντός, με την τρίτη εντός και εκτός και εν γένει και εντός και εκτός και επί τα αυτά.

Χωρίς αστεία, παίζων άμα και σπουδάζων εκείνος μας υποβάλλει την ίδια περιπαικτική του διάθεση, η οποία πίσω από την επιμελώς ελλιπή, μερικές φορές, αρχιτεκτονική κρύβει έναν άκρως πολιτικό λόγο. Όσο για τον αναγνώστη, ας του επιτραπεί να παίξει και αυτός εν ου παικτοίς, μια και η ποίηση αποδεικνύεται και αυτή με τον τρόπο της ως διασκεδαστική τέχνη, με τη βαρύτητα που της έδινε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

Κρύβε λόγιαΚρύβε λόγια
Χρίστος Παπαγεωργίου
Κίχλη
64 σελ.
Τιμή € 7,50
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr