A+ A A-

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ: ΟΝΕΙΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Η Ονείρου Οδύσσεια του Γιάννη Κουβαρά δεν είναι απλώς μια συλλογή ποιημάτων, αλλά μια συλλογή εξομολογήσεων, αναμνήσεων, ευχαριστιών, συγκινήσεων, αποτίσεων φόρου τιμής, νοσταλγίας, αγάπης. Πράξεις και συναισθήματα που έγιναν ποιήματα. «Η πράξη είναι η ποίηση» και «η ποίηση είναι ο ίσκιος της πράξης», μας λέει στο «Ανδρών αφανών πάσα γη τάφος». Και βεβαίως δεν πλειοδοτεί έναντι του Θουκυδίδη, αφού και ο Θουκυδίδης το ίδιο κάνει, αναβαθμίζοντας σε επιφανείς, εκείνους τους αφανείς που η πράξη τους τους έκανε να ξεχωρίσουν. Παράδειγμα η «γιαγιά καλή» που «Άναβε χρόνια τα καντήλια [...] στο κοιμητήρι των ξένων» επειδή ήταν μακριά η μανούλα τους και «Με τι πόδια να 'ρθει/ Κι αν ζει ακόμη απ' τον καημό της». Στις ίδιες ποιητικές πράξεις ανήκει και η μάνα που δεν τρώει ψάρια, γιατί στη θάλασσα πνίγηκε το παιδί της. Και η δική του, γιατί η θάλασσα πήρε μακριά τη δίδυμη αδελφή της. Και μια άλλη που θρηνεί, γιατί το παιδί της σκοτώθηκε νηστικό. Στην ίδια κατηγορία και ο οδηγός ογκώδους μηχανήματος που σταματά την κυκλοφορία, στην Τατοΐου, παρά τα δαιμονισμένα κορναρίσματα, για να περάσει απέναντι τη χελώνα που διέσχιζε την άσφαλτο. Ο Κουβαράς λοιπόν γράφει ποιήματα σαν να κλείνει «υπόθεσες ψυχικές», που θα έλεγε και ο Σολωμός.

Ποτάμι η ποίηση που εκκινεί από τον Όμηρο, τους τραγικούς, τους ρήτορες, τους ιστορικούς, τους φιλοσόφους, το δημοτικό τραγούδι και πλαταίνει και φουσκώνει και δέχεται όλα τα ρυάκια από όλους τους ποιητές, ζωντανούς και πεθαμένους, από τους οποίους ποτίζεται ο στίχος του Κουβαρά.

Η πρώτη του συλλογή ήταν η Οδός Ανθρώπου και αυτή την οδό βάδισε πάντα και δεν ξεστράτισε ποτέ. Και η Ονείρου Οδύσσειά του στον ίδιο δρόμο της ψυχής είναι αφιερωμένη• στον Άνθρωπο με κεφαλαίο το Α, στα Γράμματα με κεφαλαίο το Γ, στην ΠΟΙΗΣΗ με κεφαλαία όλα τα γράμματα, γιατί εκεί, μέσα σ' αυτήν, ολοκληρώθηκε ποιητικά ο άνθρωπος που, ούτως ή άλλως, ήταν από πάντα ψυχικά πλούσιος. Πληθωρικός στην ανθρωπιά, δεν τσιγκουνεύεται, δεν μεμψιμοιρεί, παρέχει με αφθονία τον έπαινο, στήνει πλούσιο το εγκώμιο.

Τριπλό και το μότο της συλλογής.

Το πρώτο: «Δεν παύουμε να ερωτευόμαστε επειδή γερνάμε/ γερνάμε επειδή παύουμε να ερωτευόμαστε» (Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες), άρα είναι και νέος και ερωτευμένος. Κι επειδή στην ποίηση κατοικεί η ιδανική νιότη και ο ιδανικός έρωτας, τα ιδανικά δεν απειλούνται από τη φθορά από την οποία κινδυνεύουν τα γήινα απεικάσματά τους.

Δεύτερο μότο: «Η τέχνη είναι επιμειξία με τους άλλους» (Γιώργος Σεφέρης) και δεν είναι καθόλου τυχαία η χρήση της λέξης «επιμειξία», γιατί στην τέχνη μετέχουν οι εκ πνεύματος συγγενείς, οι συναισθηματικά δεκτικοί και προσερχόμενοι σ' αυτήν με «καλή πίστη». Η λέξη του καιρού μας είναι η «χημεία» και αφορά δυο ξένα σώματα, η «επιμειξία» όμως είναι πιο δυνατή γιατί αφορά δυο συγγενή πνεύματα.

Τρίτο μότο: «Τα ποιήματα ανήκουν περισσότερο σ' εκείνους που τα έχουν ανάγκη και λιγότερο σ' εκείνους που τα γράφουν» (Πάμπλο Νερούντα) αλλά και παρεμφερώς: «Δεν λυπάμαι τους ποιητές που έμειναν χωρίς κοινό, λυπάμαι το κοινό που έμεινε χωρίς ποιητές» (Ελύτης) με άλλα λόγια μάς υποβάλλει την ανάγκη που και εκείνος και εμείς έχουμε από ποιήματα και ποιητές.

Μετά το τριπλό μότο, ακολουθεί η αφιέρωση: «Στους αναγνώστες, λοιπόν, φυσικούς δικαιούχους της υψηλής επικαρπίας». Και επειδή υψηλή επικαρπία νομικώς δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η «επικαρπία» και η «ψιλή κυριότητα», ο Κουβαράς με πλεοναστική υπέρβαση του γράμματος του νόμου, σκοπίμως, μας παραχωρεί τα πάντα για απόλυτη νομή, κατοχή και χρήση.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής φέρει τον τίτλο «Άδοξοι που 'ναι» και φυσικά παραπέμπει στον Καρυωτάκη και στην περίφημη μπαλάντα του. Θυμίζω, εν προκειμένω, πως η τελευταία δοκιμιακή δουλειά του –«Της μη συμμορφώσεως άγιοι»– τελείωνε με τους Βριλησσιόπαιδες μαθητές του, τους οποίους κατάφερε να γράψουν «μπαλάντα στους μαθητές άδοξοι που 'ναι», όπως έγραψε ο Καρυωτάκης «μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι». Και σ' αυτούς τους άδοξους συγκαταλέγει και τον εαυτό του: «Λαμπαδηφορία η ποίηση, αναλώσιμοι οι άδοξοι που 'μαστε, μας φτάνει αν κρατήσαμε έστω για λίγο, τη δάδα της, δυο τρία βήματα, κι έπειτα σβησμένο κερί λιωμένο στην ανακύκλωση της μεγάλης Λαμπάδας».

Και ο Καρυωτάκης βέβαια συγκατέλεγε τον εαυτό του στους άδοξους, αγνοώντας τι η μοίρα τού είχε γραμμένο. Και ο Κουβαράς, βεβαίως.

Σταματώ για λίγο στον «Καπνιστή», Θωμά Γκόρπα, τον «χαρμανιασμένο για τσιγάρο». Ο Κουβαράς, από αυτή την απλή καθημερινή συνήθεια, τραβώντας τον καπνό της κυριολεξίας στην άλλη άκρη της αλληγορίας, φτάνει στα πάτρια ομηρικά εδάφη και «ης γαίης θανέειν ιμείρεται». Δεν έχει σημασία αν ο ίδιος καπνίζει ή όχι, σημασία έχει πως μπήκε στο μεδούλι του Γκόρπα και πέτυχε την «επιμειξία» του, ενώνοντας τις δυο άκρες του απέραντου ποιητικού δρόμου.

Ο κριτικός της λογοτεχνίας μας Αλέξης Ζήρας προσλαμβάνει, στην αφιέρωση που του γίνεται, τον προσδιορισμό «ακάματος ραβδοσκόπος». Την παρομοίωση του κριτικού με τον «ραβδοσκόπο» την έχει κάνει ο Σεφέρης, δείχνοντας τη δυσκολία που έχει η ερμηνεία της ποίησης. Και συμπληρώνει ο Κουβαράς πως εκτός από ραβδοσκόπος «χρειάζεται, λόγου χάριν,/ να έχεις κάνει σαράντα χρόνια καφετζής/ Να έχουν βγάλει κιρσούς τα πόδια σου/ Για να αξιωθείς να μεταλάβεις τον στίχο του Έλιοτ/ Μέτρησα τη ζωή μου με το κουταλάκι του καφέ». Δεν ξέρω αν εδώ κάνει χιούμορ, πλάκα ή «χαμπαγκάρισμα», που λέει ο Καβάφης, αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου θέτει το πρόβλημα της πρόσληψης της ποίησης: «Δύσκολο πράγμα η ποίηση», «Και να τη γράψεις/ Και να την καταλάβεις/ Και να την μεταλάβεις». Άλλος τίτλος: «(ΠΑΙ) ΖΩΝΤΑΣ με τις λέξεις έχασες τη ζωή», λέει εις εαυτόν πάλι καρυωτακίζοντας, αφού ο αυτόχειρας «παίζοντας αντί χαρτιά βιβλία» έχασε τη ζωή. Ωστόσο, ούτε ο ένας έχασε από τα βιβλία ούτε και ο άλλος κατ' αναλογίαν.

Είπαμε πως είναι ερωτευμένος. Με την ποίηση, φυσικά, αλλά και με την Αλεξάνδρα, το «Ρόδο τ' αμάραντο». Κι εδώ κάνουμε στάση, διότι έχουμε διπλή επίσκεψη στον Οδυσσέα Ελύτη: και «ρόδο αμάραντο» και «Αλεξάνδρα»: «Θεέ μου, [...] βοήθα με το φτωχό αμαρτωλό σου/ με λέξεις άφθαρτες/ Ν' αποδώσω το φως του προσώπου Της/ [...] Αυτής που τ' άστρα των αστραγάλων της/ Λάμπουν πιότερο από εκείνα/ Της πιο φωτεινής νύχτας/ Και ο κρίνος του λαιμού της ευωδιάζει/ καθημερινός ευαγγελισμός».

Δεν θα σχολιάσω την πλουσιότατη εικαστική πλευρά του ποιήματος, ούτε το θρησκευτικό συμπαραδηλούμενο, ούτε θα απαριθμήσω εικόνες με το φως του προσώπου της ή τον κρίνο του λαιμού της, θα σταματήσω όμως στ' «άστρα των αστραγάλων της», γιατί ο Όμηρος μας ψιθυρίζει ότι η «ἀργυρόπεζα θεὰ Θέτις», αφού μίλησε στον γιο της, τον Αχιλλέα, πέταξε προς τον Όλυμπο με τους αστραφτερούς της αστραγάλους. Η γυναίκα που έχει «Άστρα των αστραγάλων» ή στη γλώσσα του Ομήρου είναι «αργυρόπεζα», σημαίνει ότι είναι όμορφη. Και η προβολή της γυναικείας ομορφιάς είναι προβολή της αρετής. Αλλά και το κάλλος ήταν μια από τις κύριες αρετές στον ομηρικό κόσμο. Κι ο Κουβαράς ξέρει καλά ότι, εξυμνώντας την ομορφιά της Αλεξάνδρας, εξυμνεί τον χαρακτήρα της. Ο ομηρικός όμορφος δεν μπορεί παρά να είναι και ηθικά όμορφος και ψυχικά ωραίος. Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή. Το ίδιο άλλωστε ισχύει και στον Σολωμό και όλους τους ρομαντικούς.

«Παρατροχίζω και ελπίζω». Μ' αυτή τη φράση κλείνει ένα πολύ ωραίο και συγκινητικό κείμενο, στο οποίο γίνεται αναφορά στο μουλάρι εκείνο που, συνταξιοδοτημένο, «παρετρόχαζε» δίπλα στα άλλα που μετέφεραν μάρμαρα από την Πεντέλη για τον Παρθενώνα, είτε από συνήθεια είτε από αλληλεγγύη. Έτσι και ο ποιητής, συνταξιούχος πια, παρατροχίζει και ελπίζει και αισθάνεται σαν τα άλογα τα αποστρατευμένα του ιππικού που χλιμιντρίζουν, όταν περνούν έξω από στρατόπεδο, ή τα ξεθεωμένα του ιπποδρόμου, τα μεταπουλημένα στους γύφτους και εξευτελισμένα στα πανηγύρια ή τα άλογα που δεν τρέχουν πια στο τσίρκο. Έξω από τη μάχη, έξω από τη δράση, «Αποκλεισμένος από τον παράδεισο», «μακριά από τις πολύφλοισβες σχολικές αίθουσες/ όπου η νεότητα σταματάει τον χρόνο/ ακυρώνοντας τη φθορά». Συνθέτει, ωστόσο, τον πανηγυρικό των μαθητών του, όπως ο Ισοκράτης συνέθεσε τον πανηγυρικό της Αθήνας: «Σε λα ελάσσονα/ Το Ρω του έρωτα της χαράς της αριστείας της ευχαριστίας/ Το νι της νιότης της νιοστής της νίκης/ Το λάμδα του κάλλους της νοσταλγίας του λυγμού/ Το λάμδα της ανιδιοτέλειας / Δικό σας το χέρι που θ' αποθεωθεί/ Καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια/ Ποιον άλλον επίλογο να βρω/ Για τη δική σας ανιδιοτέλεια;»

Ο Κουβαράς, με όλο το έργο του, όχι μόνο με την Ονείρου Οδύσσεια, εξυμνεί την ομορφιά, την αλληλεγγύη, την αγάπη, την ανθρωπιά, το χρέος, τη γυναίκα του, τους φίλους, τους μαθητές, το δάσος με όλα του τα ποιητικά δέντρα, τα ζώα, τα φυτά, το μάθημα της ποίησης και το μάθημα της ανθρωπιάς, τον πολιτισμό με τον οποίο ανατράφηκε και με τον οποίο ανέθρεψε γενιές μαθητών. Κα οι άγιοι πάντες μαθητές, μαζί με τους Άγιους Πάντες Ποιητές, είναι ο κόσμος μέσα από τον οποίο η ζωή συνεχίζεται και μεταποιείται σε Ονείρου Ωδήσσεια, δηλαδή σε Ωδή και ύμνο της καθημερινής ζωής που αναβαθμίστηκε σε ποίηση, όπως δείχνει και το εξομολογητικό απόσπασμα:

έμαθα από νωρίς
ν' αγαπώ τ' αδέλφια μου
σκυλιά γαϊδούρια κι άλλα ζώα
να μεγαλώνω μαζί τους
να βρίσκω ονόματα για το καθένα
στο μεγάλο κοπάδι του παππού μου
που τους μιλούσε τη γλώσσα τους

Κι έτσι έγινα από ποιμένας αμνών ποιμένας λέξεων
γράφοντας κάποια ποιήματα. Λιποβαρή.

Ονείρου ΟδύσσειαΟνείρου Οδύσσεια
Γιάννης Κουβαράς
Γαβριηλίδης
85 σελ.
Τιμή€ 8,52
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr