A+ A A-

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ: ΜΕΓΑΛΙΘΙΚΕΣ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ κριτική της Κατερίνας Δ. Σχοινά

 

Από την πρώιμη εποχή του ρωσικού φορμαλισμού, η απόδειξη της «λογοτεχνικότητας» ενός κειμένου έγκειται, εν πολλοίς, στην «ποιητική του γλώσσα», η οποία εμφανίζεται ως απόκλιση από την «κοινή» ή «πρακτική» γλώσσα. Κατά τους φορμαλιστές, η πραγματική λογοτεχνία πρέπει να παρουσιάζει την πραγματικότητα μέσα από ένα ιδιόμορφο πρίσμα, έναν παραμορφωτικό και ανοικειωτικό φακό, ώστε να καταφέρει, μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς, να απελευθερώσει τον αποδέκτη της από τους περιορισμούς και τις συμβάσεις της καθημερινής γλώσσας, να ανοικειώσει, ως εκ τούτου, και την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Η αληθινή λογοτεχνία και, επαγωγικά, η αληθινή τέχνη δεν πρέπει να είναι μια σκιά της πραγματικότητας ή μια αντανάκλαση του κόσμου που μας περιβάλλει, αλλά μια ιδιόμορφη αναδιοργάνωση και ανασημασιοδότησή του.

Βάσει των παραπάνω, καθίσταται σαφές πως η αναγνωστική διαδικασία γίνεται έτσι πράξη απαιτητική, ενέργεια αποκωδικοποίησης και εισόδου σε ένα κλειστό και άγνωστο λογοτεχνικό σύμπαν, που λειτουργεί με τους δικούς του όρους, όπως συμβαίνει με την ποίηση του Αλέξανδρου Αραμπατζή. Η τελευταία, εξάλλου, κατά την ομολογημένη φιλοδοξία του ποιητή, αντιβαίνει στις παγιωμένες λογοτεχνικές αξίες και στον ισχύοντα κανόνα, αλλά τιθασεύεται μόνον «από έναν κανονιστικό χάρτη ανοιχτής φαντασιακής εργονομίας». Αυτός ο χάρτης είναι, κατά τον Αραμπατζή, υπερεθνικός και συντάσσεται, μάλιστα, από μια μάλλον περιορισμένη μάζα «μεγαλόπνοων μαχητών της φαντασιακής ελευθερίας, που ενίοτε συμβάλλει και στην κατάκτηση της κοινωνικής ελευθερίας. Κατά συνέπεια, ο μεγαλόπνοος λόγος των ολίγων είναι εκείνος που αντιμάχεται τον τετριμμένο στερεοτυπικό αστικό λόγο, που στο όνομα της κοινής λογικής τείνει να επιβάλλει στην ανθρώπινη έκφραση και δράση την καθεστωτική αδράνεια που τον διακρίνει». Θα έλεγε κανείς ότι ο παραπάνω καταστατικός λογοτεχνικός χάρτης που προτείνει ο Αραμπατζής θυμίζει, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, τα ρηξικέλευθα «φαντασμαγορικά» κείμενα της λογοτεχνίας του τέλους, της λογοτεχνίας του Γιώργου Χειμωνά. Πρόκειται για κείμενα που απαιτούν, κατά τα φαινόμενα, αναγνώστες μιας «πιο ευπαθούς αναγνωστικής εγρήγορσης», όπως πρέπει, μάλλον, να φαντάζεται τους αναγνώστες του και ο Αλέξανδρος Αραμπατζής.

Στην ποίηση του Αραμπατζή, προτείνεται μια άλλη όραση, ομιλείται μια άλλη γλώσσα που προσπαθεί να είναι παγκόσμια και εν πολλοίς αχρονική και ανιστορική. Από την άλλη, ειδολογικώς «ανυπάκουα» τα κείμενά του (ερωτοτροπούν με τον πεζό λόγο, το βιβλιακό εδάφιο, το πεζό ποίημα κ.τ.λ.), ιδίως των προηγούμενων συλλογών του ποιητή, παραπέμπουν στην ειδολογική εκείνη α-τοπία του M.Blanchot, κατά την οποία δεν ενδιαφέρει η κατάταξη των λογοτεχνικών κειμένων σε συγκεκριμένα είδη, τη στιγμή που υπέρκειται αυτών το «υπέρτατο» είδος, η ίδια η λογοτεχνία, η οποία καθιστά κάθε θεσμοθετημένη διάκριση περιττή.

Η άλλη όραση που προτείνει ο Αραμπατζής συνίσταται από εικόνες που βρίσκονται σε «υπερρευστή διάσταση», όπου, κατά κανόνα, «σφύζει αμφίδρομη ζωή η οφθαλμαπάτη», όπου συντελούνται περίεργοι, ανορθόδοξοι αντικατοπτρισμοί, παιχνίδια ειδώλων αντεστραμμένων και μαγικών αντανακλάσεων, σε μια προσπάθεια αναδιάταξης του κόσμου και διαχωρισμού των απεικασμάτων από τις αρχετυπικές τους μήτρες. Η θέαση αυτών των εικόνων εξαπατά, καθώς ψευδαισθητικά διαβεβαιώνει τον άνθρωπο για «το απατηλό επίτευγμα του ανεπίτευκτου», ψευδαίσθηση που ανακουφιστικά δημιουργεί από γενέσεώς της η ποίηση, η οποία εκπηγάζει από το σκότος. Το εγγενές σκοτάδι της ποίησης θέτει, εκ των πραγμάτων, σε συναγερμό την ακοή, ικανή να προσλάβει την «απρόσμενη (μεγαλιθική) οχλαγωγία» της ηχηρής ποίησης που εμπεριέχουν οι μεγαλιθικές μπαλάντες του Αραμπατζή. Εκεί διασταυρώνονται η γλώσσα του ποιητικού υποκειμένου, η οποία μοιάζει να προέρχεται από τη μακρινή προ-ομιλητική χώρα, και τα ιδιώματα των συνοδοιπόρων του Αραμπατζή: αυτοί είναι, μεταξύ άλλων, οι θεόπνευστες βιβλιακές φωνές κι οι άγνωστοι ποιητές των μαγικών παραμυθιών, ο Δάντης, ο Μαγιακόφσκι, οι καταραμένοι, ο Πόε, ο Καρυωτάκης, οι σουρεαλιστές, ο Φράνσις Μπέικον, ο Τζον Ντος Πάσος, η λογοτεχνία των μπίτνικ, οι στίχοι κι οι μουσικές των «αναστενάρηδων» ρόκερ, η ποπ κουλτούρα του Λούκι Λουκ, των γουέστερν και της τηλεόρασης, σε μια ηχητική συνύπαρξη που χλευάζει τη σοβαροφάνεια του αστικού καθωσπρεπισμού, γι' αυτό και καταλήγει συχνά σε παρωδίες, σε σαρκαστικούς «χλιμιντρισμούς» και «χλαπαχούγελα», σε ουρλιαχτά σαν αυτά του Άλεν Γκίνσμπεργκ, που, όπως γνωρίζει ο ποιητής, «δε γουστάρουν κομφορμιστές και λοβοτομημένοι». Γι' αυτό ευθύνονται, λοιπόν, «οι αχτύπητοι συνδυασμοί των στίχων», η «ανελέητη γλώσσα της ποίησης» του Αραμπατζή, όπως, τουλάχιστον, την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Αυτή η προσωπική γλώσσα του ποιητή αρθρώνεται στην προσπάθειά του να ξανακερδηθεί, όσο αυτό είναι δυνατόν, η χαμένη ενότητα ενός πρωτογενούς λόγου, να αναζητηθεί μια γλώσσα κοσμογονική, που με γενναιότητα αντιβοά στο κενό που λέγεται Κόσμος.

Κομμάτι κομμάτι έκοψα των χεριών μου
τα δάκτυλα για να μην ασελγήσω στο
χτισμένο κενό που το λένε Κόσμο
Όχι δεν μοιρολατρώ.
Σκόρπισα το είναι μου σε μια κολυμβήθρα
με δράκους και τέρατα.
Μόνος μου διεκπεραίωσα την τελετή της
εμβάπτισης των υδάτων.
Υαλώδης και λάγνος ενθρονίστηκα στο νερό
ως ο Καίσαρ των Φαύνων...

Η ποίηση, για τον Αραμπατζή, δεν είναι ανώδυνη, είναι πράξη πολιτική και αποτέλεσμα βίαιης σύγκρουσης, ενώ ο αγώνας του ποιητή να ανασύρει από τη γλώσσα το διαρκώς διαφεύγον άρρητο μοιάζει σχεδόν αδιέξοδος, αλλά και αναπόφευκτος, καθώς ο ποιητής ανήκει εκ γενετής στη χορεία των χίλιων χαμένων εκλεκτών.

Χαμένοι χίλιοι οδοιπόροι στο μαύρο δάσος
με μάτια πυρωμένα στον πυρετό της πάχνης
φορτωθήκανε γυλιούς με παγίδες για πουλιά
φορτωθήκανε γυλιούς με παγίδες γι' αγρίμια.
Τους προγκάνε τα πουλιά.
Τους περιγελούν τ' αγρίμια.

Οι 999 συνοδοιπόροι του Αραμπατζή είναι, επί της ουσίας, μαζί του «χίλιοι χαμένοι νεκροί», «χίλιες μοναξιές που περιφέρονται άσκοπα... όμηροι κρύοι και μελαγχολικοί της χειμερίας νάρκης», λουφάζουν στο δικό τους βουνό που χτίζουν οι ίδιοι με τα χέρια τους κι όταν περιπλανώνται στο μαύρο δάσος, μένουν σχεδόν επιτόπου, καθώς το ένα πόδι πηγαίνει μπροστά με θάρρος, αλλά το άλλο πίσω με άρνηση. Βασανισμένοι, μοναχικοί, «ασκητικοί και αμακάριστοι», επιμένουν να τραγουδούν σα «σκιαγμένα πουλιά».

Αγαπώ τα σκιαγμένα πουλιά.
Η τρυφερή φωνούλα τους τα συνθλίβει ενώ
παράλληλα τα θέτει εν εαυτώ
ως αυτόκλητους διερμηνείς συμβάντων που
απωθούν την όποια διερμηνεία.
Με διαολίζει ο τρόπος που θαρρετά
διαλαλούν τη μικρή μεγαλοσύνη τους.
Ο τρόπος που φασαριόζικα σημαίνουν
την ασήμαντη εμπλοκή τους
στην ασυγκράτητη ροή του Αιώνιου Γίγνεσθαι.
Αγαπώ τα σκιαγμένα πουλιά
που λαθροθηρούν εις βάρος του είναι τους
όπως οι ποιητές λαθροθηρούν
στο απαγορευμένο δάσος των περιττών σημασιών.

Η ποίηση δεν είναι, ως εκ τούτου, λύτρωση, αλλά, για να ξαναθυμηθούμε τον Γιώργο Χειμωνά, η ηχώ των λέξεων μέσα στη σιωπή, «η πιο χαρισματική τακτική για να φτάνεις στην αλήθεια του κόσμου». «Δεν έχεις κανένα όφελος γράφοντας».

Μεγαλιθικές μπαλάντεςΜεγαλιθικές μπαλάντες
Σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα
Αλέξανδρος Αραμπατζής
Τυπωθήτω
24 σελ.
Τιμή € 9,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr