«Η ζωοφόρος του ουρανού»

Το καλοκαίρι και τα νησιά, οι ξερολιθιές και τα πουλιά, οι ανεμόμυλοι, όσα το μάτι συλλαμβάνει και η ψυχή αισθάνεται, της φύσης γράμματα και ιδεογράμματα, όλα είναι μηνύματα δυσανάγνωστα, υπαινικτικά ωστόσο, θησαυρίσματα μιας καλοκαιρινής περιδιάβασης στα νησιά. Η Ζωοφόρος του Ουρανού του Νίκου Αλιφέρη έλκει προς τα πάνω τη ματιά μας, έστω κι αν είναι να τη ρίξει πάλι κάτω. Όλα, όπως είναι προφανές, από αισθητά γίνονται νοούμενα, μεταπλάθονται σε ποιητικό υλικό. Είναι η πρώτη ύλη που θα μετεξελιχθεί σε στοχαστικές πινελιές, διαθέσεις και υποδηλώσεις, οι οποίες, αορίστως, αν και σαφώς, θα πάρουν τη θέση τους στον χώρο των υπαινιγμών.

Η ζωοφόρος του Ουρανού, ή ζωφόρος, όπως οι αρχαίοι μάς την παραδίδουν, είναι η φέρουσα ζωή, είναι και η πομπή της θυσίας, για την πόλη και για την Ειρήνη, εν προκειμένω, που πρέπει να υπάρχει για να αναδεικνύει τα έργα των ανθρώπων. Σαν εκείνη, την οποία, ανασύροντας από την αρχαία καταγωγή της, μας παραδίδει ο Νικηφόρος Βρεττάκος, μεταμορφωμένη σε άστρα και πουλιά, σαν «αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων» και «αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα». Κι ο Αλιφέρης έτσι βλέπει τη «ζωοφόρο» του και ακούει πουλιά, παιδικούς ψιθύρους και καμπαναριά, κι είναι το ξύπνημα της μέρας σαν «Πρωινή ψαλμωδία»:

Ξημερώνει
Απ' τ' ανοιχτά παράθυρα της πόλης
ακούγονται στο βάθος των δωματίων
οι ψίθυροι των παιδιών
**
Αρχίζουν ν' ανεβαίνουν αργά
στον ουρανό χτυπιούνται στα καμπαναριά
μπλέκονται στα φτερά των αγγέλων
και πέφτουν ανήμποροι πίσω στη γη
σαν ανοιξιάτικη βροχή

«Ανήμποροι». Αυτό το επίθετο άλλαξε την εικόνα και τη διάθεση, έκανε την πτώση τιμωρία, ενώ η «ανοιξιάτικη βροχή» είναι ευλογία. Πώς παίζει ο ποιητής με την αντίθεση, πώς, κι ενώ έχει στείλει το βλέμμα μας ψηλά, μας αφήνει σε ελεύθερη πτώση; Η ίδια διάθεση και στο ποίημα «Τα κοκόρια»:

Τα κοκόρια υμνούν θριαμβευτικά
την επικράτηση του φωτός
επί του σκότους
Το μακρινό γέλιο των παιδιών
στροβιλίζεται στον αέρα
κι ύστερα στέκεται ακίνητο
λίγο στον ουρανό
**
Μα το κακό δεν νικιέται
και πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις
αρχίζουν οι απαρνήσεις
οι προδοσίες κι η απόγνωση

Από τον θρίαμβο στην απογοήτευση, από το νικημένο σκοτάδι επιστροφή στο «κακό», στις «απαρνήσεις» και στις «προδοσίες». Και πάλι σκοτάδι και «Νύχτα»:

Παλαβώνει το βράδυ
σαν έρχεται η νύχτα
οι τέντες των καφενείων
πλαταγίζουν δυνατά ο αέρας
παρασύρει στ' ανοιχτά τα φώτα
του λιμανιού μηχανάκια παραπαίουν...

Η ανησυχητική αίσθηση σηματοδοτείται από τις «τέντες των καφενείων» που «πλαταγίζουν» αυτή τη φορά (σαν την εγγονοπουλική ρεντικότα του «Μπολιβάρ»), τα «φώτα» που παρασύρονται και γενικώς η κακοκαιρία που δεν αφήνει τον ποιητή να ξεχαστεί, εφόσον η κακοκαιρία έξω θέλει να υποβάλει την κακοκαιρία μέσα, στην ψυχή. Ωστόσο, δεν λείπει η ελπίδα: «δεν θα βουλιάξει η Πάρος».

Πάει κι έρχεται η ποιητική ιδέα, έλεγε ο Καβάφης στον «Δαρείο» του, πάει κι έρχεται και η διάθεση του Αλιφέρη. Η κυκλοθυμία χαρακτηριστικό του. Η «Ταραχή Δεκαπενταυγούστου» φέρνει πάλι στο προσκήνιο δυσοίωνα ακούσματα. Ο Δεκαπενταύγουστος είναι ένα όριο, είναι και ένα σύμβολο που οριοθετεί το τέλος του καλοκαιριού, αλλά και της νιότης και της ζωής:

Κάτω απ' τους ανεμόμυλους σχηματίζουν
οι ξερολιθιές ακατάληπτες επιγραφές
Τα ιδεογράμματα των νησιών
Τα πουλιά πετούν και τις διαβάζουν
οι κρωγμοί τους φθάνουν μέχρι τ' αυτιά μας

Οι «ακατάληπτες επιγραφές» και οι «κρωγμοί» είναι τώρα τα κανάλια του μηνύματος. Κάποτε οι μάντεις άκουγαν τη φύση –τα φύλλα, τα πουλιά, τους ανέμους– για να προβλέψουν. Κι ο ποιητής, διάδοχός τους, είναι κι αυτός μάντης και προφήτης. Κι ακούει. Ακούει τα βήματα στις πλάκες, «περπατώ με βήματα αβέβαια/ στα μισοσπασμένα πεζοδρόμια». «Ακούγονται τα ραγισμένα βήματά μας/ στα καλντερίμια μες στη σιωπή». Αναστατωμένες οι αισθήσεις συλλαμβάνουν το επερχόμενο και αναπόφευκτο, επεξεργάζονται το άφατο και αόρατο, επιδιώκουν να συλλάβουν εκείνο που δεν πιάνεται και θλίβονται για εκείνο που δεν μπορούν να αποφύγουν.

Και η Σάντρα, μια γάτα, με όποιες συμβολικές προεκτάσεις μπορεί να λάβει, με επικράτειά της τις αυλές, τους φωταγωγούς και τα πρεβάζια, πάει κι έρχεται αδιάφορη. Όμως τα ζώα δεν στοχάζονται, συνακολούθως και η Σάντρα «Δεν ενδιαφέρεται για το Δέον και το Ον». Κυνηγά τα περιστέρια, δεν κυνηγά τον αρουραίο της αυλής. «Οι γάτες βηματίζουν στο πεζούλι/ αργές σαν φαντάσματα/ Στα μάτια τους μαντεύεις την ώρα/ περασμένα μεσάνυχτα/ ... αδιάφορες εξαφανίζονται/ μες στο σκοτάδι». Κι αυτή η αποχώρηση μες στο σκοτάδι αφήνει και πάλι έκδηλους υπαινιγμούς για την οδό της ζωής.

Η φιλοσοφία συχνά έρχεται στα ποιήματα χωρίς την ποιητική της σκευή, όπως στην περίπτωση του «Εμπεδοκλή» και τα αποδιδόμενα σ' αυτόν στάδια μετενσάρκωσης:

Κάποτε ήμουν αγόρι
κορίτσι θάμνος πουλί
άφωνο ψάρι της στεριάς
Μες στο αιδοίο της Αίτνας θα ριχτώ
Για να γίνω το Παν

Αυτός ο καταληκτικός στίχος μοιάζει με την απόλυτη φιλοδοξία που έτυχε να έχει ανθρώπινο ον, που αναζήτησε το άγνωστο και το πέραν και αυταπατήθηκε πως υπάρχουν κι άλλες ζωές που έζησε και που θα ζήσει για να φθάσει στην τελειότητά του. Κάπως έτσι και η ποίηση είναι μια επανάληψη, ένας νέος κύκλος, που μοιάζει να επαναλαμβάνει έναν προηγούμενο, μια περιφερόμενη γόνιμη ματιά που επανέρχεται σ' αυτά που έχει δει, σκεφτεί και αισθανθεί με νέα στοιχεία, ψήγματα, σκέψεις και διαθέσεις:

Οι γλάροι πετούν πιωμένοι μες στο φως
με ακατανόητες κραυγές
οι γέροι του χωριού
δείχνουν με απλοϊκές χειρονομίες
τις χρυσωμένες κορυφές των βουνών
Ο ήλιος επιδεικνύει τον σκελετό
μιας αναποδογυρισμένης βάρκας
με σπασμένα κουπιά
Το σκυλί γαυγίζει
χαρά και θλίψη μιας ημέρας
που δεν έχει όνομα

Όλα τα υποκείμενα του ποιήματος δείχνουν τη «χαρά και θλίψη μιας ημέρας/ που δεν έχει όνομα». Και είναι αυτή η ίδια που υποδηλώνεται στα «γεγονότα του Αυγούστου», στο σκυλί που γίνεται «Κέρβερος με τη μεταλλική φωνή του», στο αστέρι που «μας προστατεύει», αλλά είναι «σκουριασμένο», στους «Άγιους της εικόνας» τους «βολεμένους» «στον κόσμο τους» που όμως «δεν κατεβαίνουν στον δικό μας και δεν μας προστατεύουν».

Η φιλοσοφία είναι μάθημα θανάτου και η ζωή είναι η οδός προς τον θάνατο και ο θάνατος είναι η εξέλιξη της ακατανόητης μικρής ζωής μας. Κι εκεί, ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση καταφθάνει μια μέρα «που δεν έχει όνομα».

Η ζωοφόρος του ουρανού
Νίκος Αλιφέρης
Άγρα
56 σελ.
Τιμή € 8,50


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Αντώνης Φωστιέρης: «Τοπία του Τίποτα»

Ο Αντώνης Φωστιέρης, μετά από εννέα ποιητικές συλλογές και εννέα περιδιαβάσεις σε ποιητικά τοπία, δικά του και σε πολλά άλλα άλλων, κατέπλευσε στα Τοπία του Τίποτα. Με έναν ελιγμό, στην Ουτοπία. Εκεί που...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Λεωνίδας Κακάρογλου: «Οι τίγρεις των δωματίων»

Οικιακή μνήμη Ο Λεωνίδας Κακάρογλου δεν ξεκίνησε χθες να γράφει ποιήματα. Το πιο παλιά γραμμένο, από τα δημοσιευμένα ποιήματά του που γνωρίζω εγώ τουλάχιστον, χρονολογείται το 1974, ενώ δημοσιεύει βιβλία εδώ και...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα»

Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο....

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: