«Βλέπω»

«Βλέπω»

Η συλλογή ποιημάτων Βλέπω του Γιώργου Βέη εστιάζει σ' ένα πολύ ισχυρό αισθητήριο. Στο μάτι. Κι αυτό το μάτι είναι το εργαλείο της εξακτίνωσης του βλέμματος παντού στη φύση, μέσα και έξω, ψηλά και χαμηλά, κοντά και μακριά. Ένα καλειδοσκόπιο που μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τι γίνεται εδώ, εκεί και παντού, αλλά στο βάθος τι, μέσα από αυτή τη διάσπαση, νιώθει ο ποιητής.

Το θέμα της συλλογής είναι πολλά θέματα – χωρίς σειρά και τάξη, έτσι, ατάκτως ερριμμένα, γιατί αυτή η αταξία υποκρύπτει, πιστεύω, τη συναισθηματική φόρτιση, όπως και όποτε προκύπτει, χωρίς να καλουπώνεται σε ορθολογιστικά κουτάκια και ταξινομήσεις. Ο Καβάφης είχε αποκαλέσει «ρομαντικούς» τους ποιητές της Αθήνας με τις πολύ γλυκερές περιγραφές και τις λυρικές εξομολογητικές διαθέσεις τους, επιλέγοντας για τον εαυτό του το είδος, το λιτό και συγκρατημένο, το παρά κάτι πρόζα. Ανάλογα και ο Βέης δεν τραβάει τελείως τον πέπλο που σκεπάζει τα μυστικά του, μας επιτρέπει να εικάσουμε μόνο από μικρά ανοίγματα που δημιουργούν τα διακειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε. Και είναι το διακείμενό του θησαυρός.

Ο ποιητής, λοιπόν, άλλοτε βλέπει από κοντά τη φύση και συνομιλεί μαζί της κι άλλοτε στέλνοντας το βλέμμα του στα άστρα –στην Πούλια, τη Βερενίκη, τη Μεγάλη Άρκτο– παρακολουθεί την αλυσίδα της ζωής, κεντρίζεται, αισθάνεται, στοχάζεται.

Ο τίτλος Βλέπω, έτσι απλός και μονολεκτικός, υποδηλώνει πίσω από την απλότητά του ένα πλέγμα πολλών και ποικίλων αισθήσεων. Γιατί ο ποιητής δεν βλέπει μόνο με τα μάτια αλλά και με τα αυτιά, και με την αφή, τη γεύση και την όσφρηση, αντίθετα από τον Οιδίποδα που κατηγορήθηκε ότι ήταν «τυφλός τα τ' ώτα, τον τε νουν τα τ' όμματα». Με όλα βλέπει το επερχόμενο, το οποίο κρύβει με λόγια και ζωγραφίζει με φως και σκιά, μεταμφιεσμένος σε ζωγράφο, με τα υλικά του εικαστικού:

Οι σκιές...
όψεις κι αυτές της αλήθειας,
άλλοτε συνιστούν τον πανικό των αβεβαιοτήτων...
κι άλλοτε υποστηρίζουν την έγκυρη συμφιλίωσή μας
με το σάρμα των ασύνετων πράξεων και των παραλείψεων
που μας σημάδεψαν στο μέτωπο
**
Οι σκιές οστεοφύλακες
η παμπάλαια διάλεκτος των υπαινιγμών και των νύξεων
**
Κάποια στιγμή, προσπερνούν τους πάντες
τότε ανήκουν πλέον στη Δήμητρα.

«Σκιάς όναρ άνθρωπος», αλλά και ο άνθρωπος και η σκιά του είναι οι μόνες αλήθειες που έχουμε και η πιο μεγάλη και πρώτη είναι ο θάνατος και αυτός οδεύει προς την Ελευσίνα για μια συνάντηση με τη Δήμητρα. Ο Βέης παίζει καλά το παιχνίδι των συνειρμών, των νύξεων και των συνυποδηλώσεων. Ξέρει καλά και παρατηρεί «τον τοίχο» πίσω από την «Μπουκαμβίλια». Το εντυπωσιακά ανθισμένο αναρριχητικό δεν μπορεί να απαλείψει το δράμα που ο άσπρος τοίχος έχει σαν οθόνη καταγράψει, εντυπώσει, αόρατο για τα «αθώα» μάτια, αλλά ορατό για τον ποιητή, που βλέπει τα πάντα.

Η φύση αποκαλύπτεται στα μάτια των ανθρώπων που ξέρουν να ανοίγουν τα μάτια τους, λέει ο Ηράκλειτος, τον οποίον ο Βέης έχει κατά νου και έχει μνημονεύσει στο μότο της συλλογής Μετάξι στον κήπο: «Οκόσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω», με άλλα λόγια προτιμώ μόνο όσα βλέπω και ακούω. Και ο Βέης έχει εμπιστοσύνη στις αισθήσεις του, σε όλες μέσω του δυναμικού και επιβλητικού «βλέπω». Βλέπω τα ζώα και τα φυτά, βλέπω τα λουλούδια που ανθίζουν, βλέπω τα φύλλα που παρασύρει ο άνεμος, βλέπω τις σκιές στον τοίχο, βλέπω το δρόμο για την Ελευσίνα, βλέπω τον «Αχέροντα» γέροντα, «βλέπω» το σώμα κάτω από τον χιτώνα του «Χαρμίδη» που

Αφήνει να φανεί με ένα της τύχης φύσημα
κάτι από τη θλίψη, τη σπορά του τρόμου όλα
με επιμέλεια σαν να ήταν η πρώτη φορά
είναι και οι λέξεις ένα πέπλο, μια μπουκαμβίλια.

Και ακούω από την απόσταση του χρόνου τη συμβουλή-προειδοποίηση:

Θυμήσου τον χιτώνα που έβλεπες
ν' ανοίγει και να ξεγλιστρά πάνω στη γύμνια
κι έπεσε γύρω στους αστραγάλους νεκρός.
(Γ. Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα, «θερινό Ηλιοστάσι», ΣΤ').

Κάπου εδώ, χιτώνας, δέρμα, σώμα εναλλάσσονται, ή ταυτίζονται, δίνοντας το ένα τη θέση του στο άλλο στο παιχνίδι των παραλλαγών. Ο ποιητής δεν ξεγελιέται από τα ορατά. Ψάχνει πίσω από τον χιτώνα ή το πέπλο να δει τι κρύβεται. Και τι είναι αυτό που δεν βλέπουμε; Το δράμα που παίζεται πίσω από την «μπουκαμβίλια» δεν βλέπουμε. Εκείνος όμως ακτινογραφεί το όραμα, οσμίζεται και γεύεται τα δρώμενα στον τοίχο ή τα συνδηλούμενα στο υπαίθριο ψητοπωλείο:

Τα νερά τρέχουν στην άκρη του υπόστεγου,
βρέχει όλη μέρα
το κινητό ψητοπωλείο αγέρωχο πουλάει όπως πάντα
χαράμ ή χαλάλ είναι πεντανόστιμο εδώ το σατέ
**
προσοχή μόνο μην καρφωθεί στα ούλα
ή πληγώσει τον ουρανίσκο
το γρήγορο σατέ, στην Ιάβα των θαυμάτων
και στάξει το αίμα
που φέρνει τους νεκρούς κοντά σου να μυρίσουν φως και τροφή
ναι, όπως σ' εκείνη την ποίηση της πατρίδας που πηγαινοέρχεται
στον κάτω κόσμο.

Το «γουέν-σιαγκ» των Κινέζων είναι το «κιάρα» των Ιαπώνων και δηλώνει την οντολογία. Γιατί «το ον», γράφει ο Βέης (Έρωτες τοπίων), «στο βουδικό σύστημα σκέψης μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί από το άρωμα ή το λατρευτικό θυμίαμα».

Άρωμα ψητού αρνιού ή μοσχαριού, τσίκνα που έτερπε τους Ολύμπιους... Πόσο εύκολα καταργούνται οι αποστάσεις και πόσο εύκολα πίσω από τη γεύση του σατέ και το αναφαινόμενο αίμα, αναδύεται η μνήμη της πατρίδας και η αρχαία αντίληψη πως οι ψυχές διψούν για αίμα για να αναβιώσουν. Οι ψυχές, οι μνήμες, όλα ζωντανά, κι η «ποίηση της πατρίδας που πηγαινοέρχεται στον κάτω κόσμο» σαν Περσεφόνη. Η ποίηση πηγαινοέρχεται ή μήπως είναι ο ποιητής που ανεβοκατεβαίνει τους δύο κόσμους και τα δυο ημισφαίρια; Κι απ' την Ιάβα πετιέται στην Αλεξανδρούπολη, κι από εκεί πάλι στη Μιανμάρ, κι έπειτα πίσω στον Ηριδανό, το αρχαίο ποτάμι που ρέει μέσα από το αρχαίο νεκροταφείο της Αθήνας; Κι οσφραίνεται κυκλάμινα, ντάλιες, γιασεμιά, τριανταφυλλιές, πεύκα και πυράκανθους και έχει ραντεβού στις «εξήμισυ το απόγευμα» πάντα με τον Χέλντερλιν;

Χαρακτηριστικό της συλλογής η ποικιλία στην έκταση των ποιημάτων. Άλλα είναι μακρά πολυεπίπεδα, μυστικά και απροσπέλαστα, και άλλα μικρά, λιτά σαν λιανοτράγουδα, με την αμεσότητα της εικαστικής τους δύναμης «Άνοιξε το παράθυρο να μπει ο λαιμός σου» ή το τρίστιχο με τον σπασμένο δεκαπεντασύλλαβο του πρώτου-τρίτου στίχου

Ποτέ ξανά στο σινεμά
όλα τα έργα είναι αληθινά
εγώ θέλω αέρα

Και το ερώτημα:

τι μας κρατάει ακόμα εδώ
ίσως αυτό το αεράκι
αυτή η μυρωδιά από την κουζίνα
ναι, τροφή, νεράκι καθαρό και αθανασία
κι όχι το βέλος που έρχεται να καρφωθεί με δύναμη
στην καρδιά του Νοεμβρίου

όπως μας έχει ενημερώσει για κείνο «το σύνηθες βέλος στο στήθος του Αγίου Σεβαστιανού, σαν παραλλαγή του αυτόχειρα Μισσίμα» (Έρωτες τοπίων).

Και αναφορές σε άλλους ποιητές που, ανεβοκατεβαίνοντας στον άλλο κόσμο, φέρνει στο φως: ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Άγγελος Σικελιανός αθέατος στο «θαλερό» του, ο Γιώργος Σεφέρης συχνά παρών κι άλλοι πολλοί που αγάπησε κι εμείς αγαπήσαμε, παρόντες, ορατοί και αόρατοι, σκιές λουλουδιών και αρωμάτων, γεύσεις και μυρωδιές ενός κόσμου που χάθηκε χωρίς να μας αφήσει να τον ξεχάσουμε.

Ο Βέης είναι ένας καταπληκτικός συλλέκτης. Συλλέγει τα κάλλιστα από παντού και τα αποθέτει τρυφερά στα πέπλα του, στα λουλούδια του, στα ζωντανά της φύσης, στα άστρα, στην καρδιά του.

Και το εικαστικό συμπλήρωμα ή αναπλήρωμα ή η άλλη όψη της ποιητικής δημιουργίας, τα χρώματα ολοζώντανα και πλούσια και δυνατά να αναλύουν το «βλέπω» σε όλο του το φάσμα.

Στο εξώφυλλο του Κώστα Πανιάρα, το ψυχρό μπλε χρώμα διασχίζει τη σάρκα του κατακόκκινου, τονίζοντας την αντινομία που διέπει τη ζωή μας και τη Ζωή εν γένει.

Βλέπω
Γιώργος Βέης
Ύψιλον
139 σελ.
Τιμή € 10


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΟΙΗΣΗ
Παυλίνα Μάρβιν: «Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου»

«Ααχ! Ψυχή μου. Τίποτε δεν είδες στην ζωή σου, τίποτε!» Γ. Μ. Βιζυηνός, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» Υπέροχοι είναι οι λογοτεχνικοί συνειρμοί! Έρχεται εδώ, στο βιβλίο της Παυλίνας Μάρβιν, στο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: