A+ A A-

ΑΚΩΝ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

 

Το ποίημα, πολύ πριν μας συστήσει τον εαυτό του και ίσως με κύρια πρόθεσή του εντέλει να το κάνει, παρουσιάζει την εικαστική απεικόνιση του τοπίου ως έμμεση απόδοση και ομολογία του έσω τόπου. Με μολύβι 3Β σκούρο σε πίνακα από κάρβουνο αποτυπώνεται η αγέλαστη πέτρα της καρδιάς, όπως αυτή σχεδιάζεται από το ποιητικό «εγώ», σε μια μάταιη όπως αποδεικνύεται προσπάθεια να δραπετεύσει από τους φρενήρεις της πόλεως ρυθμούς. Μόνο που και πάλι ο Αλεξανδρινός δικαιώνεται, καθώς «η πόλις το ακολουθεί» και πια η μοναξιά απλώς μετακομίζει και φυσικά μέσα στην ησυχία του χωριού γίνεται δυστυχώς ακόμα πιο εκκωφαντική.

Έτσι, λοιπόν, το ποίημα από τον έβδομο μόλις στίχο του αρχίζει με την πρωθύστερη εξαγγελία του τέλους. Ήδη βρισκόμαστε στο τέλος, αυτό απ’ το οποίο εκκινεί η αφήγηση. Και εξηγούμαι: ο επίλογος της πενθήμερης άδειας αποδεικνύεται απελπιστικός. Αδίκως και ματαίως να προσπαθείαπό τη μοναξιά να φύγει. Αυτή ξοπίσω του επίμονα να του υπενθυμίζει πως άλλοι, οι πάντα Άλλοι, φταίνε. Μία ευθύνη αδυσώπητη, εφόσον άνομοι κριτές ληστεύουν τόσα χρόνια τη ζωή και τώρα φαίνεται πως βάζουν χέρι ακόμη και στα όνειρά του. Το βουκολικό τοπίο της ησυχίας, της ανάπαυσης και της ανάρρωσης καθόλου δεν χαρίζει όσα εκ πρώτης όψεως υπόσχεται. Για όλα ο κόπος είναι η προϋπόθεση. Καμία χάρη συνεπώς στους μόνους κι αβοήθητους. Γι’ αυτό μία αόρατη δικαιοσύνη θα ’ρθει να σπλαχνιστεί τα πλάσματα του Θεού, μια αόρατη νομοτέλεια θα γύρει «τη ζυγαριά προς την καλοκαιρινή νύχτα της εξόδου» εκδιώκοντας τους άνομους. Μόνο που μαζί με αυτούς θα εκδιωχτούν και οι κατατρεγμένοι:

Βράδυ θα φύγετε,

βράδυ θα φύγουμε.

Το ποιητικό «εγώ» οραματίζεται την ώρα της εξόδου σε νύχτα καλοκαιριού, όπως ο κλέφτης. Μόνο που η μνήμη δεν θα έχει μαζί της τίποτα για να πάρει, κι όλες οι αναπολήσεις θα έχουν παντελώς ακυρωθεί, καθιστώντας μακρινή ανάμνηση εκείνα «τα βροχερά απογεύματα/ στη ζεστασιά της κόγχης σου,/ ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο/ πίνοντας λίγο καφέ/ ακούγοντας αγαπημένες μελωδίες».

Κι όταν ο ποιητής μένει άδειος και κενός, ενώπιος ενωπίω με τη μοναξιά του, τότε γυρίζει πίσω του και στρέφεται στους ανομολόγητους έρωτες, στους επιστήθιους φίλους και στους συντρόφους. Από αυτούς θαρρείς και αναζητά να πάρει δύναμη, προκειμένου να σταθεί μπροστά στον αρχηγό της σπείρας, για να απολογηθεί για όλες τις οπισθοχωρήσεις της ζωής του, για όλα τα «δεν» στα οποία υπέπεσε. Στον αρχηγό της σπείρας; Υπάρχει σπείρα και έχει και αρχηγό; Και ενώπιόν του θα σταθεί; Μα εδώ έχουμε απλώς κάτι ελάχιστα, ανάξια λόγου «δεν». Σιγά την αμαρτία! Αμαρτία; Μα φυσικά, τα «δεν» πρόσφατες έγκυρες μελέτες τα κατατάσσουν πλέον στα αμαρτήματα, ούτε καν στα ολισθήματα, αμαρτήματα για εκείνους που δίστασαν και που δεν τόλμησαν και δεν διέσχισαν και δεν φόρεσαν και δεν χάρισαν θάλασσες, αρώματα, φιλιά και ονόματα. Ο Καββαδίας στο ποίημα «Γυναίκα», από τη συλλογή Τραβέρσο που κυκλοφόρησε το 1975, δίνει την πλέον τολμηρή αλλά και τόσο αληθινή άποψή του για την αμαρτία. Θα πει λοιπόν: «Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει», δηλώνοντας ουσιαστικά πως αμαρτία εντέλει είναι η άρνησή μας να δοθούμε ολοκληρωτικά στις χαρές της ζωής, στάση που προκύπτει από τον φόβο μας, κάνοντας λάθη, να εκτεθούμε. Αμαρτία λοιπόν για τον Καββαδία δεν είναι παρά ο φόβος να αμαρτήσουμε, φόβος που μας στερεί κάποτε και την ίδια τη μέθη της ζωής. Ενώ εννέα ποιήματα παρακάτω, στη «Σπουδή θαλάσσης», δίνοντας μιαν άλλη προέκταση του ίδιου φόβου, δηλώνει ότι το μόνο αμάρτημα τελικά είναι η ντροπή, υπαινισσόμενος και πάλι την ντροπή που προκαλεί η γνωστοποίηση των αμαρτημάτων μας. Κάτι ανάλογο μοιάζει να μας λέει και ο δραπέτης μας. Πως δηλαδή για όλα τα οφειλόμενα που δεν τα αποδώσαμε στους φυσικούς παραλήπτες τους, θα έρθει η μέρα κάποτε να απολογηθούμε, η μέρα που θα μας ζητηθεί να απολογηθούμε. Ίσως και όλα αυτά τα «δεν» να ευθύνονται για τον μεγάλο εγκλεισμό στο μικρό δωμάτιο, όπου ο απόηχος των κλητικών προσφωνήσεων, ως ύστατη ενθύμηση της στιγμής των αναχωρήσεων, της μεταιχμιακής στιγμής ανάμεσα στο είναι και στο δεν είναι, δεν υπαινίσσεται τίποτε άλλο παρά τη βίαιη μετάβαση από τον ήχο στη σιωπή. Αυτά στην «Προετοιμασία».

Στην «Πληγή δωματίου», το ποιητικό εγώ μοιάζει να παίρνει θάρρος και τελικά να στέκεται μπροστά στον αρχηγό της σπείρας, μόνο που αυτός σαν να μην είναι αυτός που εκ πρώτης όψεως περιμέναμε. Συγκεκριμένα, δεν είναι κάποιος άλλος, και κυρίως δεν είναι κανένας Άλλος, εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αποκαλύπτεται λοιπόν ο βασικός υπαίτιος – ο αυτουργός και πρωταγωνιστής της μόνωσης μες στο δωμάτιο-κελί. Εδώ ο τόπος είναι κλειστός, περίκλειστος θα λέγαμε, και η διάγνωση μοιάζει ταυτόσημη με ομολογία. «ΕΓΩ:/ ο αβέλτερος βασανιστής/ του εαυτού μου/ που δεν ανοίγομαι σε άνθρωπο/ κλεισμένος στον γυάλινο πύργο της μοναξιάς/ ανάμεσα στ’ αψηλά τείχη/ της απομόνωσης, της αποξένωσης…»

Θαρρείς και απολογείται ή κάποτε ακόμα και οικτίρει τον εαυτό του για την ενδιαμέσως άλλων ζωή που έχει επιλέξει, για την αδυναμία να ορθώσει ανάστημα βίου προσωπικού και αυθύπαρκτου. Επιλέγοντας συνεπώς μιαν εξ αντανακλάσεως ζωή, μια μ’ άλλα λόγια μη ζωή, ουσιαστικά στοχάζεται και αυτοβασανίζεται και ξημεροβραδιάζεται στη μόνωση μέσα ενός κόσμου που του παρέχει εικόνες εκ του ασφαλούς, καθιστώντας τον ίδιο θεατή σε αίθουσα σκοτεινή να βλέπει την παρέλαση προσώπων που θαύμασε κάποτε και να αφουγκράζεται μυθιστορίες λαών που όμως δεν ήταν ποτέ ο δικός του λαός.

Ξεχασμένος, αφημένος συνειδητά, αλλά κάποτε και εκούσια ναρκωμένος, μας μιλά μέσα από την ετήσια αφασία, στην οποία επέλεξε ο ίδιος να περιέλθει, ζώντας ωστόσο διαρκώς σε μιαν εμπόλεμη κατάσταση. Τον μάχονται συνεπώς τα όνειρα που τα άφησε όνειρα να μείνουν, οι επιθυμίες και οι μνήμες, μνήμες όμως όχι ενός παρελθόντος βιωμένου, αλλά απωθημένου και στερημένου από χυμούς ζωής και δράσης. Απευθύνεται τότε ως ύστατη παράκληση και έκκληση στον Θεό, τον οποίο σαν να τον επιπλήττει για την εσκεμμένη αδιαφορία για όλα τα πλάσματά του.

Και Συ, Θεέ μου, μην κάνεις πως με ξεχνάς.

Απευθύνεται και στους ανθρώπους ζητώντας τους έστω αυτοί να επέμβουν.

Και Σεις, Άνθρωποι, τους φαύλους μου

τους κύκλους

ας ταράσσετε.

Και τότε είναι η στιγμή που λαμβάνεται η μεγάλη απόφαση, η ώρα που λες και αφυπνίζεται απ’ την ετήσια νάρκη του. Σαν να παίρνει μπρος ή αλλιώς σαν να παίρνει τα απομεινάρια της μέσα ζωής στα χέρια του και προσκαλεί τους φίλους να επιβιβαστούν στο μισοχαλασμένο του όχημα «κι ας είναι κάπου/ κάποτε/ γκρινιάρα/ λίγο η μέρα». Ο δεκαπεντασύλλαβος αυτός που εμφιλοχωρεί στην αφήγηση είναι θαρρείς η τελευταία απόπειρα του ποιητικού υποκειμένου να τραγουδήσει τη ζωή δίνοντας ρυθμό στην εκκίνηση, μέτρο και τραγούδι στην αναχώρηση που πραγματοποιείται μες στο κλειστό δωμάτιο, ευελπιστώντας να το αφήσει μια για πάντα πίσω του. Εκείνος θα φύγει, αποφασίζει να φύγει, θα αφήσει όμως πίσω του τα λόγια του αποχωρισμού, αυτά που δεν αντέχονται και που συγχέονται μέσα του, τα ατέλειωτα λόγια του αποχωρισμού, τα κλειδαμπαρωμένα για καλά μες στο δωμάτιο της ψυχής. Η εκκίνηση κι η αναχώρηση που πραγματοποιείται στου διαμερίσματος τα τέσσερα ντουβάρια δεν είναι παρά η απόφαση-πρόκληση να ανθίσει ξανά μες στην ψυχή –κι ας είναι φρούδα– η ελπίδα. Ο δραπέτης μας μοιάζει να αναρωτιέται. Τι θα ήταν προτιμότερο να κάνει;

Να αποχωριστεί τους αποχωρισμούς και τις αναχωρήσεις ή μήπως να παραμείνει στο δωμάτιο με τις αποσκευές στο πλάι του κλειστές, ζώντας το αέναο δίλημμα της ύπαρξης να απαντήσει με θάρρος στον εαυτό της.Μόλις έφτασα ή μήπως μόλις φεύγω;

Άκων δραπέτης Στέργιος Τσακίρης poemaΆκων δραπέτης
Στέργιος Τσακίρης
poema
19 σελ.
Τιμή € 3,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr