A+ A A-

Ο ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΔΗΛΑΤΗΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Έχουν πει πως «Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση». Ναι, αλλά. Και συνυπολογιζομένων των ιδιαιτεροτήτων, ο αναγνώστης, που δεν έχει τη δυνατότητα να απολαύσει την πρωτότυπη εκδοχή, αρκείται στη μεταφρασμένη. Διαβάζοντας κατά καιρούς ποιήματα επιφανών σε μετάφραση, πολλές φορές και σε νέα, και σε νεότερη, διαπιστώνουμε ελαφρές παραλλαγές της μιας από την άλλη. Το θέμα παραμένει, αυτό κερδίζει πλέον, αλλά και μια αίσθηση καλλιτεχνική αιωρείται για να κάνει τη διαφορά.

Για να έλθουμε στο προκείμενο, ο Σάντρο Πέννα, μεταφρασμένος από τον Ερρίκο Σοφρά δίνει αμέσως το χέρι στον αναγνώστη. Ανοίγει «τα γκρίζα παραθυρόφυλλά του» για να τον δούμε. Μας χαιρετά, μας εξομολογείται, μας ανοίγει την καρδιά του, μας μιλά για τον έρωτά του και για το ποτάμι του, τον Τίβερη.

Ο Ερρίκος Σοφράς έχει επιμεληθεί με πολλή αγάπη τον τόμο με τη χειροποίητη βιβλιοδεσία, σαν να ήθελε να βάλει τα χέρια του επί τον τύπον των ήλων. Έχει συνθέσει μια εμπεριστατωμένη ενημερωτική εισαγωγή, έχει μεταφράσει με αίσθημα ευθύνης και ποιητική ευαισθησία, έχει αναρτήσει πίνακα με φωτογραφίες του ποιητή από την παιδική του ηλικία και την ώριμη. Όλα, και στίχοι και εικόνες, μεταφέρουν άρωμα Μεσογείου και κλίμα μιας άλλης εποχής. Και στις εικόνες ο ποιητής με τους επιφανείς και μυθικούς ομοτέχνους του, στο Καφέ Γκρέκο και αλλού.

Ο Πέννα έχει μια ιδιόρρυθμη ψυχοσύνθεση, ανάλογη ζωή, μεγάλη τρυφερότητα και οξυμμένη ευαισθησία. Γράφει ποίηση με πάθος, κάνει θεό του τον Ρεμπό και όπως ειλικρινέστατα εξομολογείται: «Αισθάνομαι την ανάγκη να γυμνώσω τελείως το σώμα και την ψυχή μου και να ξαπλώσω στον ήλιο». Κυκλοφορεί τις νύχτες στη Ρώμη, περιπλανιέται στο σκοτάδι, αναζητεί τη λύση του μυστηρίου της ύπαρξής του:

Νύχτα: όνειρο με σκορπιστά

μισόφωτα παράθυρα.

Της θάλασσας η καθαρή φωνή.

Οι λέξεις που αφανίζονται

βιβλίου που αγάπησες…

Ω εσείς τροχιές των αστεριών

ο έρωτας για τη ζωή!

«Ζωή… είναι να θυμάσαι». Θέμα του ο έρωτας, που τον θυμάται με τις αισθήσεις και με το μυαλό, που ζει ερωτικά, ανορθόδοξα, γι’ αυτό και αποφεύγει το πρόσωπο που αγαπά.

Ζωή είναι να θυμάσαι ένα ξύπνημα

[…]

Μα ακόμα πιο γλυκό είναι να θυμάσαι

την αιφνίδια λύτρωση: στο πλάι μου

ένας ναύτης νεαρός: το βαθυγάλαζο

και το άσπρο της στολής του, κι απ’ έξω

κάποια θάλασσα τόσο νωπή στο χρώμα.

Είναι αρκετοί οι φίλοι του που θα εκφραστούν θετικά. Ο Παζολίνι, για παράδειγμα, γράφει:

«Τρέφω λατρεία για σένα. Και όπως με όλες τις λατρείες, μου γεννιούνται τύψεις πως δεν είμαι τόσο δυνατός και πιστός για να τις υπηρετήσω επάξια […] Σε τι συνίσταται η αγιοσύνη σου; Στη σιωπηλή σου παραίτηση από τη ζωή και την απόλαυσή της». Για την ποίησή του λέει πως έχει μια «ωριμότητα, απόλυτη και πικρή». Γιατί και η ζωή του είναι πικρή. Γι’ αυτό και τα παραθυρόφυλλα κάποτε κλείνουν για πάντα.

Όλα κι όλα τα ποιήματα του Πέννα είναι 450 και όλα, όπως είπαμε, για τον έρωτα. Στο κέντρο πάντα ο έφηβος που κάποτε αγάπησε και τον είδαν «σαν παραγνωρισμένη ουσία του κόσμου». Δεν ξέρω αν κάνω λάθος, αλλά αυτή η άποψη, με λίγη μετατόπιση στην ηλικία, είναι η άποψη του Ηράκλειτου. Ο αιών, η ζωή, είναι ένα αγόρι που παίζει πεσσούς. Όταν το αγόρι φύγει, έχει φύγει ο έρωτας. Και τότε η ζωή δεν έχει νόημα:

Έρωτας για τους έφηβους ίσως να είναι

η αίσθηση πως τους εξουσιάζει ο ήλιος

ακίνητους στην πυρωμένη άμμο.

Ο μεταφραστής συγκρίνει τα ποιήματά του με αυτά της Σαπφούς για την Ανακτορία και τη Μίκα. Θα έλεγα πως παράδειγμα ευκρινές αποτελεί το ακόλουθο:

Μες στα βουνά και τις κοιλάδες

γεύση πικρή είχα στο στόμα

που δεν γνωρίζουν τα βουνά

πως ο έρωτάς μου καίει ακόμα.

Ή πάλι μοιάζουν σαν αυτά της Παλατινής Ανθολογίας ή των Περσικών Ωδών. Ο Πέννα τόλμησε να μιλήσει ρεαλιστικά, δεν φοβήθηκε να μείνει έξω από τον κύκλο της γενικής αποδοχής, να εκθειάσει πρόσωπα του καθημερινού μόχθου, λαϊκά παιδιά σαν αυτά που τραγούδησε ο δικός μας ο Καβάφης και ζωγράφισε ο Τσαρούχης:

Το αγόρι μου έχει ανάλαφρες φτερούγες.

Έχει φωνή ζωηρή κι ευγενική.

Στα μάτια του η χαμένη άνοιξή μου

Μια αγάπη του ζητάω ιδανική.

Και αφού ο Πέννα ανήκει στη Μεσόγειο, είναι της ίδιας ιδιαίτερής μας γης και θάλασσας παιδί, φυσικό είναι να μοιάζει και με άλλους δικούς μας ποιητές. Ο στίχος «μια μύγα πιασμένη στο μέλι…» μας δίνει, πιστεύω, μια γεύση από Γιώργο Σεφέρη:

Η μικρή κουκουβάγια ήταν πάντα εκεί

σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,

παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου…

(«Λεπτομέρειες στην Κύπρο»)

Κι ένα στοιχείο συγγενικό, αντλημένο από τη σωματική επαφή μας φέρνει στον Οδυσσέα Ελύτη. Λέει ο Πέννα:

Στο στόμα φίλησέ με, τελευταίο καλοκαίρι.

Πες μου πως δεν θα πας πολύ μακριά.

Γύρισε με τον έρωτα στους ώμους,

κι ανώφελο το βάρος σου δε θα ’ναι πια.

Και εδώ ο Έλληνας αναγνώστης δεν μπορεί παρά να ακούσει τα «κοσκινιστά δισύλλαβα» του Έλληνα ποιητή: «Φίλησέ με θάλασσα προτού σε χάσω», στίχο που έχουμε ξαναβρεί (Τρία ποιήματα, «Ad libitum, 6). Τη φωνή του Ελύτη θα την ακούσουμε και στο ποίημα του Πέννα «Ερωτικό», ειδικά στους δύο πρώτους στίχους:

Αυτό το σώμα που το σφίγγω (και με σφίγγει!)

Έχει μια γεύση από λάσπη κι αστέρια…

Αφήνοντας τη «γεύση τρικυμίας στα χείλη» της ηρωίδας, στο ποίημα η «Μαρίνα των βράχων», πάμε στο σώμα, στην «Ηλικία της γλαυκής θύμησης»:

Με την άμμο στα μάτια έσφιγγα τα δάχτυλα

Ήτανε η οδύνη-

Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το

ανθρώπινο βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό και αμαρτία.

Νομίζω πως και τα δύο ποιήματα μεταφέρουν μια συγγενή σωματική, ερωτική, υπαρξιακή αίσθηση.

Το ποτάμι και ο Ηράκλειτος, ο έρωτας και η ζωή, το αγόρι που ήταν κάποτε και ο ώριμος που κατέληξε τώρα και αναπολεί τα περασμένα χρόνια, σαν μια ευχή του απραγματοποίητου πηγάζει από τους στίχους:

Ας γύριζα κι εγώ μες στα κουρέλια. Ας είχα

τα είκοσί μου χρόνια. Ας ήμουν

γλυκός όπως εσύ. 

Κι ο χωρίς έρωτα άνθρωπος είναι αυτός που έχει γεράσει, ο σκονισμένος ποδηλάτης:

Ο Έρωτάς μου ήταν γυμνός

στην άκρη κάποιας θάλασσας βουερής.

Δίπλα του είχαμε σταθεί –ευνοϊκοί, γαλήνιοι–

Εγώ κι ο χρόνος.

 

Μετά τον έκλεψε ένα σπίτι.

Ένα μελάνι μου τον λέκιασε. Εγώ απομένω

στην άκρη κάποιας θάλασσας βουερής.

Δεσμώτης του χρόνου, ή του Κρόνου, πλάι στον Τίβερη όπου έζησε, με μια ποίηση γεμάτη θλίψη και πάθος ακολουθεί το ρεύμα αγέρωχα: 

Πάω κατά το ποτάμι καβάλα στ’ άλογο.

Ο σκονισμένος ποδηλάτηςΟ σκονισμένος ποδηλάτης
Ποιήματα 1928-1976
Sandro Penna
ανθολόγηση: Ερρίκος Σοφράς
μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς
Το Ροδακιό
142 σελ.
Τιμή € 19,17

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr