Rébecca Dautremer: «Το δάσος που κοιμόταν»
Rébecca Dautremer: «Το δάσος που κοιμόταν»

Rébecca Dautremer: «Το δάσος που κοιμόταν»

Αλληγορικό το καινούριο βιβλίο της Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ. Συμβολικό μα και γήινο, χοϊκό, συγχρόνως απογειώνεται σαν σε προγραμματισμένη διαδρομή για τόπους όπου μόνο τα σπάνια όνειρα κατοικούν.

Το Δάσος που κοιμόταν έχει ρίζες που βαστούν από την «Ωραία Κοιμωμένη» ή αλλιώς «Η Ωραία Κοιμωμένη του Δάσους» («La Belle au bois dormant») το μυθικό πια και πολυαγαπημένο παραμύθι του λαογράφου, συγγραφέα, μέλους της Γαλλικής Ακαδημίας Σαρλ Περό (Charles Perault, Παρίσι, Ιανουάριος 1628- Μάιος 1703). Λεπτομέρεια: ήταν αδελφός του Κλοντ Περό, αρχιτέκτονα του Λούβρου. Ο ίδιος ήταν επίσης νομικός αλλά και ποιητής.

Το παραμύθι δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1697 και περιεχόταν στη συλλογή Les Contes de ma mère l’ Oye (Ιστορίες της μαμάς μου της χήνας). Στη συλλογή, την οποία έγραψε για χάρη των παιδιών του, περιλαμβάνονται και τα γνωστότατα σε όλο τον κόσμο παραμύθια «H Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Σταχτοπούτα», «Ο Παπουτσωμένος Γάτος», «Ο Κυανοπώγων», «Ο Κοντορεβιθούλης» κ.ά. Ιστορίες που επέζησαν αιώνων και καταστροφών, θριάμβων και ασύλληπτων αλλαγών – δημιουργήματα γαρ της λαϊκής φαντασίας, λαχτάρας, επίγνωσης και συνείδησης.

Η κυκλοφορία της θαυμαστής συλλογής ήταν εκπληκτική: ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, αγαπήθηκε από μεγάλους και μικρότερους –κυριολεκτικώς τους κατέκτησε– και έφερε στη λογοτεχνία τη μόδα των παραμυθιών (contes de fées).

Έναν αιώνα, περίπου, αργότερα οι Γερμανοί αδελφοί Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ, νομικοί και καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, ο πρώτος από τους οποίους είχε ήδη συγγράψει την Deutsche Grammatik, άρχισαν να συλλέγουν παραδοσιακά παραμύθια, μια και την εποχή εκείνη στην Ευρώπη υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για παρόμοια έργα. Να σημειωθεί ότι μεταξύ του 1805 και του 1809 οι Λούντβιχ Άχιμ φον Άρνιμ και Κλέμενς Μπρεντάνο είχαν κυκλοφορήσει μια εκπληκτική συλλογή με παραδοσιακά ή μεσαιωνικά ποιήματα.

Στα παραμύθια και στους λαϊκούς θρύλους που συνέλεξαν από κάθε γωνιά της γερμανικής γης, ο Βίλχελμ έδωσε μορφή λογοτεχνική, ενώ προσάρμοσε για παιδιά αρκετά. Εννοείται πως εξάλειψε ή απάλυνε ορισμένα περιστατικά βίας, σκληρότητας ή βαρβαρότητας, προσθέτοντας ορισμένα ευγενικά και αλτρουιστικά χαρίσματα στα πρόσωπα των ηρώων τους. Συνολικώς, και μέχρι το 1857, είχαν εκδώσει επτά συλλογές που περιείχαν 211 παραμύθια. Ανάμεσά τους η «Κοκκινοσκουφίτσα», η «Σταχτοπούτα» και η «Ωραία Κοιμωμένη».

Οι αδελφοί Γκριμ πίστευαν, και το υποστήριξαν στην εισαγωγή του έργου τους, πως τα παραμύθια είχαν κοινή ρίζα και μετακινούνταν μαζί με τα ινδοευρωπαϊκά φύλα. Εν συνεχεία επέλεξαν 50 από αυτά και δημιούργησαν μια έκδοση αποκλειστικώς για παιδιά με το όνομα Kleine Ausgabe (Μικρή έκδοση).

Η «Ωραία Κοιμωμένη» των αδελφών Γκριμ εκτυλίσσεται όπως ακριβώς το ομώνυμο παραμύθι του Σαρλ Περό. Οι διαφορές είναι ελάχιστες και καθόλου σημαντικές.

Η υπόθεση είναι γνωστή σε όλους: Σε χώρα μακρινή ο βασιλιάς και η βασίλισσα αργούσαν να τεκνοποιήσουν· όταν όμως απέκτησαν ένα χαριέστατο κοριτσάκι, έκαναν μια μεγάλη γιορτή με πολλούς καλεσμένους μην παραλείποντας να προσκαλέσουν και τις μοίρες για να προσφέρουν τα δώρα τους στο νεογέννητο, που ήταν επτά στο παραμύθι του Περό και δεκατρείς σε αυτό των Γκριμ. Η γριά μάγισσα έφθασε απρόσκλητη, και νιώθοντας περιφρονημένη οργίστηκε. Ωστόσο, στη συνέχεια της γιορτής δόθηκε στο βρέφος το όνομα Αρετή και οι έξι από τις επτά μοίρες φανέρωσαν τα δώρα τους: ομορφιά, καλοσύνη, γλυκύτητα, καλλιφωνία, εργατικότητα και αρετή. Η έβδομη μοίρα, όμως, άφησε τη μάγισσα να δώσει το δώρο της πριν από αυτήν. Η μάγισσα έσκυψε πάνω από το λίκνο και καταράστηκε τη μικρή πριγκίπισσα να τρυπήσει το δάχτυλό της από το αδράχτι μιας ανέμης, προτού φτάσει να γίνει δεκαέξι χρονών, και το τρύπημα αυτό να είναι θανατηφόρο. Το βασιλικό ζεύγος ταράχτηκε, απελπίστηκε και ικέτεψε την έβδομη μοίρα να πάρει πίσω την κατάρα, όμως εκείνη δεν μπορούσε να την ακυρώσει, μπορούσε μόνο να την ελαφρύνει, και όρισε να μην πεθάνει η βασιλοπούλα παρά να κοιμηθεί για εκατό χρόνια και έπειτα να ξυπνήσει από το φιλί της αγάπης ενός πρίγκιπα.

Είναι, βέβαια, γνωστό –και κατανοητό– το ότι ο βασιλιάς διέταξε να καούν όλες οι ανέμες της χώρας του, όπως είναι γνωστή και η παλιά παροιμία του λαού μας: «Ό,τι γράφει η μοίρα δεν ξεγράφει η χείρα». Ή ας θυμηθούμε τον μέγιστο ρήτορα της αρχαίας Ελλάδας και επιφανή Αθηναίο πολιτικό Δημοσθένη: «Μοίραν δ’ ού τι φυγείν έπορεν» («Απ’ τη μοίρα του κανένας δεν ξεφεύγει», Ο περί στεφάνου λόγος, 289).

Και, λοιπόν, ότι ζύγωνε τα δεκαέξι η Αρετούλα εξερευνώντας, όπως εξάλλου κάνουν όλα τα ζωηρά παιδιά, ανέβηκε στον ψηλότερο πύργο του παλατιού, όπου την περίμενε η μάγισσα με τη μορφή ηλικιωμένης που δούλευε την ανέμη και άλλο δεν έκανε παρά να τυλίγει αφοσιωμένη το νήμα στο ανεμίδι. Στο ένα χέρι κρατούσε το αδράχτι και δεν χρειάστηκε ούτε μία στιγμή για να τρυπήσει το δάχτυλο της πριγκίπισσας με τον γάντζο που ήταν τοποθετημένος στην πάνω άκρη του αδραχτιού…

Το τέλος. Και ο ύπνος, λήθαργος, καλύτερα, της Αρετής που βάσταξε αιώνα. Αλλά και ο ύπνος όλων των κατοίκων του βασιλείου – το πλούσιο και γεμάτο από ζωή κάποτε παλάτι, χαμένο τώρα σε ένα αγκαθερό δάσος· φρόντισε η έβδομη μοίρα γι’ αυτό, για την προστασία κάθε ζωής που το κατοικούσε.

Και πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια στα παραμύθια… Και ορίστε ο πρίγκιπας να αδιαφορεί για τους κινδύνους, να παραμερίζει τα θεριεμένα αγκάθια, τα οποία στο παραμύθι των αδελφών Γκριμ μετατρέπονται σε τριαντάφυλλα, ώστε να είναι ωραιότερη και ευκολότερη η πρόσβαση του πρίγκιπα στον πύργο. Ιδού και το φιλί που ξύπνησε τη μαγεμένη βασιλοπούλα και μαζί όλους τους υπηκόους. Και να η αγάπη. Και οι χαρές.

Το παραμύθι δεν τελειώνει εδώ· ούτε και οι περιπέτειες των ηρώων. Χρόνια δύσκολα τους μέλλονταν…

Η Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ, όμως, στάθηκε στο πλέον σημαντικό γεγονός του παραμυθιού, σε αυτό που κινεί ολόκληρη την ιστορία: Στον ύπνο τον βαθύ όλων των όντων. Να είναι ίσως ένα σήμα κινδύνου για το μέλλον και προσπάθεια αφύπνισης, ώστε οι ψυχές των ανθρώπων, το σπινθηροβόλο πνεύμα τους, οι προσδοκίες τους να μη γίνονται μια έρημη χώρα;

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν
και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στην Κινγκ Ουίλιαμ Στρητ,
εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.

(Τ. Σ. Έλιοτ, από την «Έρημη χώρα», μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, Ίκαρος)

Οι φιγούρες των δυο σκεπτικών ανθρώπων στο έργο της Ντοτρεμέρ δείχνουν να είναι οι μόνοι που μιλούν και αναπνέουν. Για ένα διάστημα δείχνουν σκεπτικοί. Κάθονται. Έπειτα βαδίζουν έξω, πέρα κατά το δάσος. Σιλουέτες ίσα που διακρίνονται. Πάντως ο ένας είναι ψηλός και λυγερός και νέος, ενώ ο άλλος το ακριβώς αντίθετο. Ωστόσο περπατούν παρέα. Και περπατούν… Έως ότου, ο μεγαλύτερος «φτάσαμε» πληροφορεί τον σύντροφό του. Και πάλι, «Έλα, κοίτα. Και αφουγκράσου καλά γιατί δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα εδώ…».

Οι εικόνες της Ντοτρεμέρ είναι εξαιρετικά εκφραστικές, τα πρόσωπα των ηρώων της κοσμούν μάτια υπερμεγέθη, τα κοστούμια είναι εκπάγλου ομορφιάς, τα πουλιά ονειρικά και τα ζώα δονεί μια γλυκιά αναστάτωση.

Σε λίγο, «Έλα λίγο πιο κοντά». Κάποιος ανασαίνει λίγο μακρύτερα. Ωστόσο κοιμάται πάνω στο λαμπροστολισμένο άτι του. Κοιμούνται και τα παιδιά στις πολύχρωμες αιώρες, στο πάρκο. Και τα πουλιά κοιμισμένα, ασάλευτα. Πεσμένα στη γη τα χρυσά φύλλα ακινητούν. Η αγρότισσα φορτωμένη το μεγάλο δεμάτι από βούρλα κοιμάται καταμεσής του δρόμου. Με το ένα χέρι σφίγγει τον σπάγκο που περιδένει το δεμάτι και με το άλλο βαστά μια τσάντα μαλλί σε κουβάρια πρασινωπά. Άκαμπτη, σαν κοκαλιασμένη. Εκεί κοντά είναι ένα ωραίο δωμάτιο με πόρτα ορθάνοιχτη. Οι δυο άντρες μπαίνουν και αντικρίζουν μια ομάδα μουσικών, αποτελούμενη από νέες γυναίκες οι οποίες κοιμούνται βαθιά, αγκαλιά με τα μουσικά τους όργανα. Έχουν γείρει τους λαιμούς που μοιάζουν με αυτούς του κύκνου· τα μάτια βασιλεμένα. Από ένα μισάνοιχτο παράθυρο βγαίνει ένα ακίνητο γυναικείο ντελικάτο χέρι. Κρατά κλωστές κεντήματος. Για πόσο;

Οι δυο άντρες απορούν: «Σκέφτηκες ό,τι κι εγώ στην αρχή. Σκέφτηκες ότι είναι νεκροί, σωστά; Όμως όχι. Κοιμούνται. Κοιμούνται ΟΛΟΙ» ενημερώνει τον νεαρό φίλο του ο μεγαλύτερος. «Και είναι εδώ και άπειρο καιρό. 100 χρόνια, νομίζω… υπερβολικά πολύς καιρός!»

Κοιμάται και η όμορφη ποδηλάτισσα πλάι στην περικοκλάδα, και το αρχοντικό ανδρόγυνο κοιμάται καθώς και ο εργάτης καθαριότητας του δήμου, στηριγμένος στο κοντάρι της σκούπας του. Οι δυο παλαιστές κοιμούνται όρθιοι σε ένα φριχτό και σφιχτό σύμπλεγμα…

Οι άντρες μιλούν για το ξόρκι, αναφέρονται μαγγανείες και δήθεν κόλπα, ενώ σκέπτονται και την περίπτωση της προσποίησης ή αυτή της κούρασης. Ή και του φόβου.

Μα και άλλη κοιμισμένη· μάλιστα γέρνει επάνω στο τραπέζι του εστιατορίου. Όμορφη και νέα. Στα πόδια της ο στιβαρός σκύλος Δαλματίας είναι παραδομένος. Ο νεαρός ταξιδιώτης ακινητεί πλάι στις αποσκευές του. Και οι άνθρωποι που περίμεναν το τρένο κοιμούνται του καλού καιρού στην αποβάθρα.

«Ξέρεις, μπορούν ΟΛΟΙ να ξυπνήσουν, απ’ ό,τι φαίνεται» σκέπτεται ο μεγάλος κύριος… «Φαίνεται περιμένουν απλώς κάτι. Ή ΚΑΠΟΙΟΝ».

«Για να λυθεί το ξόρκι…»

«Μα τι ήταν, επιτέλους;»

«Κάτι πολύ απλό, θυμήσου…» παροτρύνει ο κύριος τον νεαρό φίλο του.

«Α. Ένα φιλί;»

«…ΑΓΑΠΗΣ;»

Η πεντάμορφη βασιλοπούλα κοιμόταν στις πλάκες της σοφίτας του ψηλότερου πύργου, σαν να ήταν τριανταφυλλιά του Μάη.

«Ένα φιλί…»

«Μα το πιστεύεις εσύ αυτό;» δυσπιστούσε ακόμη ο κύριος. Και αμέσως μετά, έκπληκτος και έκθαμβος:

«Ε! Πρίγκιπά μου! Πού πηγαίνεις!»

Και όλα άνθισαν και μοσχοβόλησαν όλα. Και η ζωή έλαμψε με χίλια χρώματα. Και κελαηδισμοί και φωνές ανθρώπων και θείες κραυγούλες ζώων και φτερουγίσματα, και μια Αγάπη μάγισσα που κατέλυσε τα πάντα…

Αχ, και να ‘τανε να γινόταν στον κόσμο ετούτο τον σημερινό ένα τέτοιο ξόρκι..

Rebecca DautremerΟι εικόνες της Ντοτρεμέρ είναι εξαιρετικά εκφραστικές, τα πρόσωπα των ηρώων της κοσμούν μάτια υπερμεγέθη, τα κοστούμια είναι εκπάγλου ομορφιάς, τα πουλιά ονειρικά και τα ζώα δονεί μια γλυκιά αναστάτωση. «Καθεμιά από τις εικόνες της είναι σαν ένα θεατρικό μονόπρακτο» είχα παλαιότερα γράψει για την Ντοτρεμέρ.

Όντως. Οι λαμπρές εικόνες που η καλλιτέχνις δημιούργησε για την Αλίκη εκτέθηκαν στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Μαδρίτης το 2011.

Το παραμύθι έχει μεταφερθεί στη σκηνή και στον μουσικό κόσμο από τον Τσαϊκόφσκι και άλλους ονομαστούς συνθέτες, αλλά και στον κινηματογράφο.

Το δάσος που κοιμόταν
Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ
Mετάφραση: Μάρω Ταυρή
Eικονογράφηση: Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ
Μεταίχμιο
64 σελ.
ISBN 978-618-03-1113-6
Τιμή: €14,40
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΠΑΙΔΙΚΑ
Μαρία Παπαγιάννη: «Τουλάχιστον δύο»

«Τα καταφέρνω μόνος μου!» ακούγεται συχνά. «Είμαι ικανός για όλα. Δεν έχω ανάγκη κανέναν. Είμαι μοναδικός». Εύκολο είναι να το λες. Αυτό μόνο στα παραμύθια δεν γίνεται Όπως νόμιζε ένα μοναχοπαίδι φεγγαράκι, που κάπου...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Ηλίας Γκρης - Σαν άλλος Οιδίποδας - εκδήλωση

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: