A+ A A-

ΕΦΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΨΥΠΕ

ΕΦΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΕΨΥΠΕτης Μένης Κανατσούλη

Τα 7 λογοτεχνικά παιδικά βιβλία της ΕΨΥΠΕ – Εταιρείας Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων – έχουν φυσικά τα ιδιαίτερα, ατομικά χαρακτηριστικά τους, αλλά αναμφισβήτητα υπάρχουν, κατά την άποψή μου, κάποια χαρακτηριστικά που τα συνέχουν και προσδίδουν μια ενιαία ταυτότητα στη σειρά. Αυτό φυσικά οφείλεται πρώτα και κύρια στην εμπνεύστρια και ψυχή της σειράς, Μαίρη Κρητικού, αλλά και στη Διατσέντα Παρίση, που έχει αναλάβει την αισθητική επιμέλεια των βιβλίων.

Το πρώτο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι ότι όλα τα βιβλία δημιουργήθηκαν μέσα από τη συλλογικότητα: στο καθένα υπάρχουν περισσότεροι του ενός δημιουργοί, είτε είναι γραμμένα από δύο τουλάχιστον συγγραφείς και παράλληλα εικονογραφημένα συνήθως από περισσότερους των δύο. Αυτή η συνεργασία είναι φυσικό να υποβάλλει στα έργα μια διαλογικότητα, η οπτική του κάθε συγγραφέα συνομιλεί με αυτή του εικονογράφου –και των συγγραφέων μεταξύ τους, όπως και των εικονογράφων μεταξύ τους–, δίδοντας έτσι στο λογοτεχνικό αποτέλεσμα μια πολύπλευρη και πολυπρισματική προσέγγισή του.

Ένα δεύτερο σημείο είναι ότι το σύνολο των έργων ανήκει στο είδος αυτό της λογοτεχνίας που πλέον κάνει την εμφάνισή του και στην παιδική λογοτεχνία: τη λογοτεχνία του τραύματος. Η λογοτεχνία αυτού του είδους αντιμετωπίζει την τραυματική εμπειρία που συμβαίνει σε μικρά παιδιά με έναν τρόπο αντιφατικό: παιδικά βιβλία που καταπιάνονται με τέτοια θέματα, τραυματικές και βίαιες εμπειρίες, υιοθετούν έναν επιλεκτικό, εξωραϊστικό χειρισμό τους, καθώς κατευθύνονται κυρίως από μία και βασική σύμβαση: ότι πρέπει να οδηγούν τα παιδιά σε αισιόδοξα συμπεράσματα. Ό,τι είναι οχληρό συνήθως κατευνάζεται και ό,τι είναι τραυματικό εξορθολογίζεται. Από την άλλη, βέβαια, το τραύμα για να επουλωθεί πρέπει να ειπωθεί, συνεπώς το υποκείμενο πρέπει να αναβιώσει τη δυσάρεστη εμπειρία για να οδηγηθεί σε διέξοδο. Συνεπώς, η λογοτεχνία του τραύματος δεν μπορεί παρά να είναι ρεαλιστική και σκληρή. Αυτό το κομβικό σημείο έχει μεγάλη σημασία ως προς το πώς το πραγματεύεται το λογοτεχνικό κείμενο και εν προκειμένω τα 7 βιβλία της ΕΨΥΠΕ.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η θεματική των βιβλίων αυτών, που είναι κατά το μάλλον ή ήττον κοινή: το προφανές είναι ότι παρουσιάζονται μορφές βίας, περισσότερο ή λιγότερο οδυνηρές, που ενδεχομένως βιώνονται ως τέτοιες μέσω της υποκειμενικότητας των παιδικών χαρακτήρων. Παρ’ όλα αυτά, εγώ θα προτιμήσω να πω ότι τα 7 αυτά βιβλία δεν μιλούν για τη βία, αλλά μιλούν για αυτό που έπεται της βίας: τις λέξεις. Μιλούν για την αξία που έχουν οι λέξεις, η παραδοχή από το θύμα της βίας και η εξομολόγησή του αυτού που υφίσταται. Από το σημείο αυτό και μετά μπορούμε πια να θεωρήσουμε ότι ξεκινά η πορεία του προς την ανακούφιση, την επούλωση, ίσως τη θεραπεία.

Πριν περάσω στην εξέταση του κάθε βιβλίου χωριστά, θέλω να σταθώ λίγο στα περικειμενικά στοιχεία τους, στα στοιχεία που προηγούνται του κειμένου αλλά μπορεί να είναι άκρως αποκαλυπτικά και ενδεικτικά αυτού που θα ακολουθήσει. Σε όλα τα βιβλία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συγγραφείς και εικονογράφοι αποκτούν μια υπόσταση πολύ πιο συγκεκριμένη και αναπτύσσουν μια σχέση πολύ πιο προσωπική με τον αναγνώστη: είτε με τις φωτογραφίες τους και τα λόγια τους γραμμένα με τον δικό τους γραφικό χαρακτήρα απευθύνονται άμεσα στον αναγνώστη, είτε με γράμματα που φέρουν την υπογραφή τους καταφέρνουν να δώσουν την εικόνα ενός ενηλίκου που, ακριβώς επειδή ο ίδιος χρησιμοποιεί το λόγο, τις λέξεις, είναι αυτός που επίσης είναι σε θέση να ακούσει λέξεις, να ακούσει τις εμπειρίες –κυρίως τις δύσκολες να ειπωθούν– των παιδιών. Η οικειότητα που προσπαθούν να κερδίσουν οι δημιουργοί των βιβλίων μάλλον αποσκοπεί να δώσει στον αναγνώστη την εντύπωση ενός ασφαλούς, προστατευτικού φίλου που είναι σε θέση να τους βοηθήσει.

Το πρώτο χρονολογικά βιβλίο της σειράς, Στον κήπο με τα παραμύθια (2004), είναι μια συλλογή παραμυθιών. Θεωρώ πολύ σωστή, μάλλον συμβολική την ενέργεια να αποτελούν αφετηρία της σειράς, το πρώτο παιδικό βιβλίο της ΕΨΥΠΕ, παραμύθια. Τα παραμύθια, εννοώ τα αυθεντικά λαϊκά παραμύθια είναι αυτά που κατηγορήθηκαν για τις σκηνές βίας που εμπεριέχουν και ότι με τις αγριότητές τους προκαλούν εφιάλτες στα παιδιά ή το φόβο. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίσθηκαν παιδαγωγοί, για να έρθει όμως μετά ο ψυχαναλυτής Bruno Bettelheim με το The Uses of Enchantment και να προβεί σε μια συνηγορία των λαϊκών παραμυθιών υπογραμμίζοντας τη θεραπευτική τους δράση, καθώς διά των παραμυθιών το παιδί μπορεί να δώσει διέξοδο στους φόβους και στα αρνητικά του συναισθήματα, αλλά και στα δικά του βαθύτερα, ανομολόγητα ίσως ένστικτα.

Οι παιδικοί χαρακτήρες των πέντε παραμυθιών βιώνουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο την οδυνηρή εμπειρία. Το κοντό κοριτσάκι της Βαρελλά, περιθωριοποιημένο για το μικρό του ανάστημα, ανακουφίζεται χάρη στη μορφή της κοντής συγγραφέως που θα συναντήσει. Η ηρωίδα του παραμυθιού του Ηλιόπουλου αποτελεί ένα ανεπτυγμένο παράδειγμα των σταδίων του τραύματος που διέρχεται ένα παιδί που, αφού έχει νιώσει την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, τη σωματοποιεί αρνούμενο να μιλήσει. Το παραμύθι της Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου μιλά για την αγάπη των δύο διαφορετικών όντων, ενώ το ποίημα του Τριβιζά με το γνωστό του χιούμορ περιγράφει τον τεμπέλη πελαργό διακωμωδώντας και αυτό το ανθρώπινο ελάττωμα αλλά και τις αφελείς εξηγήσεις που δίνονταν παλαιότερα στα παιδιά για τον ερχομό τους στον κόσμο. Τέλος, το παραμύθι της Ψαράκη χρησιμοποιεί σαν ήρωα το λελέκι που δεν αρκείται στο δάσος όπου ζει, είναι διαφορετικό και γι’ αυτό περιθωριοποιημένο, αλλά που τολμά να βιώσει τη διαφορά του και μαζί το όνειρό του.

Το 2006, το βιβλίο Άλλοι καιροί, άλλα παιδιά αποτελεί μια μοναδική καταγραφή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία όπου δύο από τις σημαντικότερες συγγραφείς και δεμένες με φιλία από τα παιδικά τους χρόνια αναφέρονται στα δικά τους παιδικά βιώματα. Στο πρώτο μέρος, η Άλκη Ζέη θυμάται τη συνάντηση, κατά την καλοκαιρινή παραθέριση, που είχε αυτή και η αδελφή της με τη μικρή Ρόζα, το κορίτσι με το ατροφικό λόγω πολιομυελίτιδας πόδι. Όταν λοιπόν ο πατέρας τους, από φόβο μην κολλήσουν οι κόρες τους, απαγορεύει στο εξής τη συναναστροφή τους με τη Ρόζα, αυτή θα τις αναζητήσει, αλλά επί ματαίω. Τότε θα φωνάξει στις κρυμμένες και ντροπιασμένες αδελφές την αγαπημένη της λέξη: «σκουληκαντέρες». Η Ζέη με το διαβρωτικό, πικρό χιούμορ της μίλησε με τον καλύτερο τρόπο για το διπλό τραυματικό βίωμα: αυτό του παιδιού που λόγω της αναπηρίας του νιώθει την αποστροφή, το ρατσισμό, αλλά και αυτό των δύο αδελφών που αισθάνθηκαν την ντροπή, την ενοχή για τη φιλική σχέση την οποία δεν τίμησαν όπως θα έπρεπε ή θα ήθελαν.

Η Ζωρζ Σαρή με τις δικές της τρεις ιστορίες, επίσης αυτοβιογραφικές, μας θυμίζει πως αυτή σαν κοπελίτσα μπορεί να ζούσε σε μια εποχή πολέμου με έντονη τη φτώχεια, την ανάγκη για την επιβίωση και για μια ζωή αξιοπρεπή, όμως για την ίδια είχε εξίσου ή και μεγαλύτερη σημασία να μπορεί να είναι κοκέτα –με τα μέτρα και σταθμά της εποχής– ή να είναι αποδεκτή από τις φίλες της. Ακόμη και σε άλλες εποχές, για τα παιδιά, οι βαθύτερες ανάγκες τους, αυτές που φαίνονταν ως εμπειρίες τραυματικές για τον καθένα και καθεμία που τις βίωνε, σίγουρα υπερτερούσαν ακόμη και των δύσκολων τότε κοινωνικών συνθηκών.

Τα δύο μέρη του βιβλίου εικονογράφησαν αντίστοιχα δύο εικονογράφοι. Η Φωτεινή Στεφανίδη ζωγραφίζοντας πορτρέτα των χαρακτήρων της Ζέη και η Βάσω Ψαράκη ενσωματώνοντας στοιχεία από αλλοτινές φωτογραφίες και προσθέτοντας και τις δικές της ζωγραφικές πινελιές αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα: να δείξουν με την εικονογράφηση το ρεαλισμό της αφήγησης. Ρεαλιστικές εικόνες δεν μπορεί παρά να συνοδεύουν σελίδες αυτοβιογραφικές.

Το 2008 με το Μίλα, μη φοβάσαι έχουμε το πρώτο βιβλίο για τη βία στο σχολείο: από τις τρεις ιστορίες, «Η σημαία της Φροξυλάνθης» της Ελένης Δικαίου μας μαθαίνει ότι η σχολική βία δεν ασκείται αποκλειστικά και μόνο από αγόρια, αλλά στη σημερινή εποχή ακόμη και κορίτσια μπορεί να ενεργούν έτσι. Το «Στη φωλιά του Νίκου» του Ηλιόπουλου, πέρα από το επιτυχημένο λογοπαίγνιο του τίτλου, καταφέρνει μέσα και από την κάπως κοφτή ή και βίαιη εικονογράφηση να μεταφέρει το μήνυμα ότι πίσω από ένα παιδί που ασκεί κάποιο είδος βίας μπορεί να υποκρύπτεται ένας γονιός που, έστω και μόνο λεκτικά, πιθανόν να ασκεί και αυτός βία στο παιδί του. «Το ημερολόγιο ενός κακού» της Τασάκου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως ως προς το ποιος είναι ο πραγματικός αποδέκτης της αφήγησης. Η ιστορία μοιάζει παιδοκεντρική, καθώς τόσο η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από ένα μικρό παιδί όσο και η άτεχνη, παιδική εικονογράφηση δίδουν με πιστότητα τον τρόπο σκέψης και λόγου ενός παιδιού. Μάλιστα, το παιδί που μιλά είναι ο «κακός» της ιστορίας, αυτός δηλαδή που αναπτύσσει επιθετικότητα και είναι κακός μαθητής, και στο ημερολόγιό του περιγράφει όσα μεσολάβησαν και τον οδήγησαν σε αυτή τη συμπεριφορά: ο έπαινος των μεγάλων, των γονιών του, στην αδελφή του που είναι καλή μαθήτρια, έξυπνη και ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των ενηλίκων. Έτσι, η ιστορία αυτή, παρά την παιδικότητά της, θεωρώ ότι έχει ως αποδέκτη της τον ενήλικο αναγνώστη, το γονιό, καθώς αυτός μπορεί να παρακολουθήσει να ξετυλίγονται όλα τα στάδια διαμόρφωσης, όπως και οι βαθύτερες ψυχικές διακυμάνσεις ενός παιδιού που οδηγείται τελικά σε τέτοια συμπεριφορά. Ή ίσως μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια λογοτεχνική αφήγηση που απευθύνεται σε αναγνώστες κάθε ηλικίας, μια δια-γενεακή αφήγηση, μια λογοτεχνία cross-over.

Επίσης το 2008, εκδίδονται Τα πουλιά τραγουδούν τα κάλαντα όλο το χρόνο της Μάρως Λοΐζου και του Γιώργου Σίσκου. Η Λοΐζου δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένη την έκδοση και κυρίως να ευχαριστηθεί την εικονογραφική συνομιλία των τεσσάρων εικονογράφων (Γεωργίου, Καράμπελας, Παρίση, Ψαράκη) που συμπλήρωσαν την ιστορία της. Μια ιστορία τρυφερή, καθώς μιλά για τη σχέση αγάπης εγγονής και παππού, μια σχέση που τροφοδοτείται από τις όμορφες ιστορίες που αυτός αφηγείται για τα πολλά και διαφορετικά είδη πουλιών στον κήπο τους. Το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί μια αφήγηση εμπλουτισμένη με στοιχεία γνώσεων.

Το 2011, το Delete στον ηλεκτρονικό εκφοβισμό, γραμμένο από τον Βαγγέλη Ηλιόπουλο, εμπεριέχει τρεις ιστορίες ηλεκτρονικού εκφοβισμού. Μοντέρνα γραμμένο, διαλογικά, με σύγχρονες καταστάσεις, αν και με εμφανή τη διδακτική πρόθεση προστασίας των νέων και παιδιών από τους πολλαπλούς κινδύνους του Διαδικτύου, των κινητών τηλεφώνων κ.λπ. Το βιβλίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα έξυπνο βιβλίο γνώσεων.

Το 2011 μεταφράζεται και εκδίδεται το Μου έκλεψαν το όνομά μου του Tàssies. Ήδη ο τίτλος του λέει πολλά. Όταν σε κάποιον κλέβουν το όνομά του, ουσιαστικά του αφαιρούν την ταυτότητά του, δεν του προσδίδουν πρόσωπο και αυτό σημαίνει ότι δεν βλέπουν σε αυτόν τα ατομικά του χαρακτηριστικά, δεν τον βλέπουν ως υποκείμενο. Έτσι, λοιπόν, από την πρώτη σελίδα μαθαίνουμε ότι ο ήρωάς μας δεν ονομάζεται από τους συμμαθητές του με το όνομά του, αποκαλείται μόνο ως «φυτό, γιατί διαβάζει». Και φυσικά υφίσταται την κοροϊδία και την περιπαικτικότητα των άλλων. Πρόκειται λοιπόν για ένα παιδί που συνέχεια εκτίθεται στον τρόπο που οι άλλοι το βλέπουν, που δεν αναγνωρίζεται ως αυτό που είναι. Βλέποντας λοιπόν τον κόσμο μέσα από τη ματιά των άλλων, τότε αναπόφευκτα κάνει την εμφάνισή του ένας κόσμος όπου κανείς δεν έχει πρόσωπο. Όλοι έχουν για πρόσωπο φυτά, για την ακρίβεια φρούτα. Αυτό τουλάχιστον μας «αφηγείται» με τον δικό του τρόπο ο εικονογράφος και συγγραφέας Tàssies.

Στη μόνη εικόνα (εκτός αυτής του τέλους) η οποία μάλιστα καλύπτει ένα ολόκληρο δισέλιδο, όπου οι μορφές έχουν πρόσωπα και όχι φυτά, είναι όταν το ίδιο αγόρι αναπαράγει αυτά που οι άλλοι λένε για το πώς ο ίδιος βλέπει τον κόσμο: «Λένε πως εγώ έχω πρόβλημα, πως ζω στον κόσμο μου, πως βλέπω τα πράγματα ανάποδα». Πράγματι βλέπει τον κόσμο ανάποδα, καθώς μπορεί και βλέπει τους άλλους ως άτομα, ως υποκείμενα και μέσα από τη δική του ευαισθησία και καλλιέργεια αντιλαμβάνεται τους άλλους ως ανθρώπους. Όμως το παιδί αυτό κάποια στιγμή θα φθάσει στην απόγνωση: οι σκάλες που ανεβαίνει και αποτελούν σχεδιαστικό μότο στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και στο εξώφυλλο, σημαίνοντας την κορυφή αλλά και την πτώση, προς στιγμήν τον τραβούν προς την πτώση. Τότε κάτι μεσολαβεί: κάποιος ευαίσθητος ενήλικος τον προσέχει; Ο γονιός του τον ακούει; Κάποιος φίλος τού μιλά; Ο οποιοσδήποτε που θέλησε να μάθει τι του συμβαίνει. Και τότε απόκτησε πια η μορφή του πρόσωπο.

Το 2013 εκδίδεται το τελευταίο μέχρι στιγμής βιβλίο της σειράς, Ο Μίλτος, η Μίνα, η Ροζαλία, ο Τσε και… η βαλίτσα, όπου 5 συγγραφείς γράφουν τη δική τους ιστορία. Ισάριθμοι εικονογράφοι τις εικονογραφούν. Στο «Ο γλάρος του Μίλτου» της Αλεξάνδρας Μητσιάλη (εικονογράφηση Βάσω Ψαράκη), ο μικρός Μίλτος μισεί τις λέξεις, γιατί αυτό που ξέρει γι’ αυτές είναι ότι είναι σκληρές και βίαιες. Τέτοιες είναι οι λέξεις που ακούει στους καβγάδες των δικών του. Μόνο όταν, ίσως ως φυγή σε μια δική του πραγματικότητα, συνομιλώντας με το γλάρο, μάθει ότι οι λέξεις μπορούν να είναι τρυφερές, ανθρώπινες, φιλικές, μόνο τότε θα συμφιλιωθεί μαζί τους. Όταν όμως αγαπάς τις λέξεις, τότε τις χρησιμοποιείς και έτσι βγάζεις από μέσα σου, εξωτερικεύεις αυτό που σε βαραίνει και ίσως απελευθερώνεσαι.

Για λέξεις επίσης είναι και η ιστορία «Η μαριονέτα» της Σακκά-Νικολακοπούλου (εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή). Το μικρό κορίτσι της ιστορίας κλέβει μια μαριονέτα από έναν κουκλοπαίχτη και λέει ψέματα στη μητέρα της για το πώς την απόκτησε. Η ιστορία είναι εξαιρετικά παραδειγματική για το πώς μπορεί να συμπεριφερθεί μια μητέρα που θέλει πραγματικά να βοηθήσει το παιδί της. Όχι μόνο δεν θα τη μαλώσει, αλλά θα της υποδείξει ότι πρέπει μόνη της να αναλάβει την ευθύνη να ομολογήσει στον κουκλοπαίχτη την εσφαλμένη συμπεριφορά της.

Το «Ο μπαμπάς μου και ο… Τσε» της Μαρίας Παπαγιάννη (εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος) πραγματεύεται την πιο τρομακτική απώλεια στη ζωή ενός παιδιού: το θάνατο του γονιού, του πατέρα του. Η φυγή του σε έναν εξωπραγματικό κόσμο, όπου συνομιλεί μαζί του, είναι ένα σύμπτωμα που μπορεί και να συμβεί σε ένα πραγματικό παιδί που βιώνει μια παρόμοια εμπειρία. Όμως ο ήρωάς μας, στο μεταίχμιο μεταξύ ψυχολογικής διαταραχής και πραγματικότητας, κερδίζεται από τη ζωή: από τη ζωή που του δείχνει ότι υπάρχει και αλλού πόνος, όπως στη μικρή συμμαθήτριά του που της λείπουν και οι δυο μετανάστες γονείς της, αλλά και από τη ζωή που του δείχνει ότι υπάρχει και πολλή αγάπη. Η αγάπη της μητέρας του και των δικών του, αλλά και η αγάπη προς άλλους, όπως στο μικρό γατάκι, στον αδύναμο νεογέννητο Τσε.

Πώς θα ήταν άραγε ο κόσμος του παιδιού, εάν κάποιος το υποχρέωνε να βλέπει από το πρωί ως το βράδυ τηλεόραση; Θα του άρεζε να μη διάβαζε τίποτε, να μην έπαιζε, αλλά να ήταν καθηλωμένο συνέχεια στην τηλεόραση; Αυτό το ζήτημα θέτει με μια αντεστραμμένη οπτική, παρωδώντας και σε στίχο, η ιστορία της Αλεξάνδρας Μπίζη «Η Μίνα και η τηλεόραση» (εικονογράφηση Διατσέντα Παρίση).

Το «Δεν είμαι βαλίτσα» (Βαγγέλης Ηλιόπουλος – Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι η φράση ενός παιδιού. Είναι το αίσθημα ενός παιδιού που καθώς οι γονείς του χώρισαν, αντιλαμβάνεται σιγά σιγά πως το «πασάρουν» από τον ένα στον άλλο, δίνοντας πάντα προτεραιότητα στα δικά τους προγράμματα, στα δικά τους όνειρα, στη δική τους ζωή. Πέντε παιδιά, λοιπόν, είναι οι ήρωες των ιστοριών αυτών που μιλούν εξομολογητικά το καθένα για το δικό του τραύμα και που διεκδικούν το καθένα με τον τρόπο του να ομιλούν, να έχουν τις δικές τους λέξεις και συνεπώς και τις δικές τους σκέψεις. Εμείς οι ενήλικοι τουλάχιστον ας τις ακούμε. Ή και κάτι περισσότερο, ας τις κάνουμε όμορφες ιστορίες με λέξεις που μπορεί να πονάνε, να μας θλίβουν, αλλά που καταλήγουν μέσα από την αλήθεια τους και τη ζεστασιά τους να ομορφαίνουν τη ζωή των παιδιών και τη δική μας.

 

 

Διαβάστε επίσης
ΠΑΙΔΙΚΑ
ΝΑΙ, ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ!

της Λίτσας Ψαραύτη Το καινούργιο, χριστουγεννιάτικο βιβλίο του Παπαθεοδώρου βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός. Το 1897, σε ηλικία 8 ετών, η Αμερικανίδα Βιρτζίνια Ο' Χάνλον (1889-1971) έστειλε ένα γράμμα στην εφημερίδα Sun, την πιο αξιόπιστη αμερικανική εφημερίδα της εποχής, ρωτώντας αν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης. Ο...

ΠΑΙΔΙΚΑ
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ

του Σωτήρη Παστάκα Το παραμύθι της τετράγωνης λογικής είναι μια επιστροφή στην πιο γλυκιά μας πατρίδα: την παιδική μας ηλικία. Επειδή δεν υπάρχουν χάρτες και δρομολόγια για να μας οδηγήσουν εκεί, ο Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος ανέλαβε να μας κάνει τον ξεναγό, να μας θυμίσει πως τα παιδιά ονοματίζουν τα πράγματα από την αρχή: ο...

ΠΑΙΔΙΚΑ
Ο ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

της Ελένης Σαραντίτη Δεν συναντά κανείς συχνά το όνομα Καλλίστρατος. Είχα κάποτε διαβάσει για έναν σπουδαίο Αθηναίο άρχοντα και για έναν, επίσης, Αθηναίο στρατηγό αλλά και ρήτορα φημισμένο, το πρότυπο του οποίου ακολούθησε ο Δημοσθένης. Πολύ αργότερα, στη Ρώμη, και επί Διοκλητιανού (284-305), ένας νέος από την Καρχηδόνα, ονόματι...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr