A+ A A-

Ο ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

της Αναστασίας Ψάλτη

Το Φεβρουάριο του 2006, ένας νέος όρος έκανε την εμφάνισή του στο καθημερινό λεξιλόγιο των Ελλήνων, αυτός του bullying, με αφορμή την εξαφάνιση του εντεκάχρονου Άλεξ από τη Βέροια. Μέχρι τότε, τον συγκεκριμένο όρο συναντούσε κανείς στην αγγλόφωνη επιστημονική βιβλιογραφία και σε αμερικανικές εφηβικές ταινίες. Ο εκφοβισμός στο σχολείο, αυτή η συγκεκριμένη μορφή επιθετικής συμπεριφοράς, ξεκίνησε να προκαλεί το ενδιαφέρον της παγκόσμιας επιστημονικής (και όχι μόνο) κοινότητας τις τελευταίες μόλις δεκαετίες, παρόλο που ως φαινόμενο είναι τόσο παλιό όσο και ο θεσμός του σχολείου. Με αυτό το μείζον πρόβλημα της σχολικής ζωής ασχολείται το συγκεκριμένο βιβλίο.

Πρόκειται για συλλογικό τόμο, στον οποίο παρουσιάζεται το ερευνητικό πρόγραμμα ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ με τίτλο «Ταυτότητες Φύλου, Εθνικές Ταυτότητες και Σχολική Βία: Διερευνώντας τη Βία και τη Θυματοποίηση στο Σχολικό Πλαίσιο», το οποίο αποτελεί μία από τις πρώτες προσπάθειες διερεύνησης του εκφοβισμού στο χώρο του ελληνικού σχολείου σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού. Στην Ελλάδα, παρόλο που ένας σημαντικός αριθμός ερευνών έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια με στόχο να περιγραφεί ο εκφοβισμός στο πλαίσιο του σχολείου, οι περισσότερες από αυτές τις έρευνες περιορίζονται σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον ποσοτικές μεθόδους έρευνας, ενώ τα δείγματά τους αποτελούν σχεδόν αποκλειστικά μαθητές/τριες.

Στο βιβλίο αυτό, πέρα από την εκτενή παρουσίαση των ερευνητικών ευρημάτων που αφορούν στην εκδήλωση του εκφοβισμού συνομηλίκων στα ελληνικά σχολεία γενικά και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το φαινόμενο του εκφοβισμού από τους Έλληνες μαθητές/τριες, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς τους, γίνεται μια διεξοδική αναφορά στο φαινόμενο του εκφοβισμού στο σχολείο (ορισμός, χαρακτηριστικά, αίτια, επιπτώσεις), διατυπώνονται προτάσεις για την πρόληψη και αντιμετώπισή του, ενώ συζητιέται και η καινούργια μορφή του εκφοβισμού, ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός (cyberbullying).

Το θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι όχι μόνο επίκαιρο, αλλά αποτελεί και ένα ιδιαίτερα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα που επηρεάζει τη σχολική κοινότητα στο σύνολό της. Τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία που έχει η ενασχόληση με το φαινόμενο του εκφοβισμού στο σχολικό πλαίσιο, όχι μόνο γιατί οι επιπτώσεις των συγκεκριμένων πράξεων είναι σοβαρές τόσο για τα θύματα όσο και για τους δράστες, αλλά και γιατί το φαινόμενο συνδέεται στενά και με τη γενικότερη στάση της κοινωνίας απέναντι στη βία και την καταπίεση, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Dan Olweus, ο άνθρωπος που πρώτος μελέτησε το φαινόμενο στο χώρο του σχολείου. Αναρωτιέται ο Olweus – κι εμείς μαζί του: «Τι είδους άποψη για τις αξίες της κοινωνίας θα σχηματίσουν οι μαθητές/τριες που διαρκώς πέφτουν θύματα εκφοβισμού ή εκφοβίζουν συμμαθητές/τριές τους χωρίς καμία παρέμβαση από τη μεριά των ενηλίκων ή του σχολείου γενικότερα;» Η έλλειψη ανάληψης δράσης από τη μεριά των ενηλίκων και του σχολείου ως θεσμού για την αντιμετώπιση του φαινομένου με δικαιολογία ότι τέτοια περιστατικά δεν γίνονται γνωστά στο χώρο του σχολείου και άρα δεν υπάρχουν ή ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ανάπτυξης των παιδιών και άρα θα ξεπεραστούν χωρίς τη δική μας παρέμβαση, μας κάνουν όλους συνένοχους και καταστρατηγούν μία από τις βασικές αρχές της δημοκρατίας: το δικαίωμα του καθενός να μη γίνεται θύμα διάκρισης και επαναλαμβανόμενης, ηθελημένης ταπείνωσης σε οποιονδήποτε χώρο κι αν βρίσκεται (Olweus, 1993).

Το βιβλίο απευθύνεται σε φοιτήτριες και φοιτητές, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες ψυχικής υγείας, γονείς και σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί για το συγκεκριμένο φαινόμενο που έχει γνωρίσει τόσο μεγάλη προβολή τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Το ύφος γραφής του βιβλίου (όχι ιδιαίτερα ακαδημαϊκό), αλλά και το είδος των πληροφοριών που περιλαμβάνει (δεν δίνεται υπερβολική έμφαση σε στατιστικές αναλύσεις, αλλά στο τι σημαίνουν οι αριθμοί και τα ευρήματα), το καθιστούν όχι μόνο ένα απαραίτητο ακαδημαϊκό βοήθημα, αλλά και ένα βιβλίο που θα προσελκύσει το ενδιαφέρον ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού με ευαισθησία σε θέματα εκπαίδευσης.

Ο ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ diastixo.grΣύγχρονα ψυχοπαιδαγωγικά ζητήματα: Ο εκφοβισμός στα ελληνικά σχολεία
Ερευνητικά δεδομένα και προτάσεις για παρεμβάσεις
Βασιλική Δεληγιάννη-Κουιμτζή, Αναστασία Ψάλτη, Στέλλα Κασάπη, Peter K. Smith, Μαρία Παπαθανασίου, Ευαγγελία Λαλούμη-Βιδάλη, Κατερίνα Κωνσταντίνου, Χριστίνα Αθανασιάδου, Ευαγγελία Νακοπούλου, Παναγούλα Γαλάνη, Αναστασία Καπατζιά, Ευθυμία Συγκολλίτου
επιμέλεια: Αναστασία Ψάλτη, Στέλλα Κασάπη, Βασιλική Δεληγιάννη-Κουιμτζή
Gutenberg
381 σελ.
Τιμή € 26,00

 

Εμφανίσεις: 2064

ΠΕΡΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Περί μελαγχολίας ο λόγος. Πρόκειται για τη «μέλαινα χολή», ασθένεια που προκαλείται όταν η χολή χυθεί στο αίμα, ή απλώς δυσθυμία, τάση για ονειροπόληση, απομόνωση, συνεχής και επίπονη λύπη (μας πληροφορεί το Λεξικό του Δημητράκου). Η συγγραφέας του ενδιαφέροντος πονήματος, Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, ξεκαθαρίζει τα πράγματα με μια αλυσίδα ορισμών. Πρόκειται για συνώνυμο της κατάθλιψης, παροδική ψυχική διάθεση, βασανιστική στεναχώρια, γλυκιά νοσταλγία, πηγή θείας έμπνευσης, αμαρτία, ιδιοφυΐα, ασθένεια και άλλα.

Ας πάρουμε το βιβλίο από την αρχή. Χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο, με έξι ενότητες, και στο δεύτερο, με τέσσερις ενότητες, η συγγραφέας παρακολουθεί το θέμα από την αρχαιότητα και εξής. Με αναφορές στον Αριστοτέλη, τον Γαληνό, τον Robert Burton, τους Πατέρες της Εκκλησίας και τον Φρόιντ και με αρκετά εκτεταμένη στάση στον Ρομαντισμό, θα διεξέλθει το φαινόμενο στον «ευρωπαϊκό λόγο περί μελαγχολίας» και στις εκφάνσεις του στη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα. Η έρευνα γίνεται σε τρεις θεματικούς κύκλους: Ιδιαιτερότητα και ατομικότητα, Κριτική διάθεση, Σχέση μελαγχολίας και δημιουργικότητας.

Σταχυολογώντας σκόρπιες απόψεις, σταματώ στο ότι η μελαγχολία είναι «γνώρισμα των ξεχωριστών ατόμων», ότι «ανάγεται στο προπατορικό αμάρτημα», ότι θεωρείται «ποιητική μούσα, από την Αναγέννηση ως τις απαρχές του μοντερνισμού», ότι υπάρχει «συσχέτιση με τη ματαιότητα», όπως αυτή εκφράζεται στις ολλανδικές νεκρές φύσεις, ότι η μελαγχολία είναι αρρώστια αλλά και γνώρισμα ιδιαιτερότητας, στη σχέση πένθους και μελαγχολίας, στη μελαγχολία κατά Φρόιντ. Ακόμα επιχειρεί τη «συσχέτιση επιλεγμένων λογοτεχνικών κειμένων με τον ευρωπαϊκό περί μελαγχολίας λόγο» για να διερευνήσει τη «μελαγχολική οπτική» που «λειτουργεί ως έναυσμα για την άσκηση κοινωνικής κριτικής», αλλά και πολιτικής και φροϊδικής ψυχαναλυτικής.

Ανάμεσα στους μεγάλους μελαγχολικούς ηγέτες θα συναντήσουμε τον περιπλανώμενο ανά την υφήλιο Ρολάνδο και τον Αμφόρτα, φύλακα του ιερού Γκράαλ. Η μελέτη υποστηρίζει την άποψη πως ο ηγέτης είναι μελαγχολικός λόγω της εξέχουσας θέσης του που τον ωθεί στην απομόνωση, πλήξη, ανία και βαριεστημάρα. Οι παραλλαγές είναι πάμπολλες.

Στα μυθιστορήματα Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Ο Λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη, η συγγραφέας μελετά τη μελαγχολία ως στρατηγική υπονόμευσης της εξουσίας, αλλά και ως «αφηγηματικό τέχνασμα που αποσκοπεί να καταστήσει τη μορφή του ηγέτη συμπαθή στον αναγνώστη, αλλά και στην απομυθοποίησή της». Έτσι προκύπτει ο σκληρός και αδυσώπητος δικτάτορας, ή ο καταχραστής της εξουσίας, αλλά και η παρακμή του με σκοπό να υπονομευτεί η εικόνα του, να φανεί η αδύνατη πλευρά, να κριθεί και να καταδικαστεί. Με άλλα λόγια, να γκρεμιστεί το είδωλο και να φανεί ο κοινός άνθρωπος πίσω από τον τίτλο και την εξουσία.

Η Ρασιδάκη, σχολιάζοντας τα λογοτεχνικά κείμενα σε σχέση με τα Μικρασιατικά, και ιδίως τον Λαβύρινθο, ανατρέχει διαρκώς στην ελληνική ιστορία, τον μύθο και την απομυθοποίησή του, κάνοντας μια άλλου τύπου, αξιολογότατη ιστορική αναδρομή. Τα σχόλιά της πάνω στην Ιστορία και στα μυθιστορήματα, σε αλήθειες και μυθοπλασίες, σε ιδεολογήματα και αποκαθηλώσεις, όλα περνούν από τον κριτικό έλεγχο της επιστημονικής έρευνας και ανατρέπουν γνωστά και μη ομολογημένα ευρέως πάθη, καταλήγοντας με τη θέση του Καρνέζη ότι, μεταξύ άλλων, «η λογοτεχνία προσφέρεται για αναστοχασμό».

Για τη ματαιότητα ως κοσμοαντίληψη και το θάνατο ως απλή καθημερινότητα και όχι ως «δραματικό τέλος της ζωής», στηρίζεται στα ποιήματα του Gottfried Benn με τον τίτλο «Morgue» και τη νουβέλα της Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών, όπου διαπιστώνει ότι τα κείμενα αυτά «σκηνοθετούν την ένταση μεταξύ παρουσίας και απουσίας και μπορούν… να συσχετιστούν με την παράδοση των νεκρών φύσεων».

Για τα ποιήματα του Benn γράφει ότι αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη λόγω της ωμότητας των περιγραφών τους, κάτι το οποίο «εντάσσεται στη μοντερνιστική αισθητική της ασχήμιας». Η ενότητα, τεκμηριωμένη και εξόχως πληροφορητική για μια περιοχή της τέχνης άγνωστη και, εν πολλοίς, αποκρουστική, την οποία όλο και συχνότερα βλέπουμε σε διάφορες μορφές τέχνης. Στη νουβέλα της Seghers ο θάνατος των «κοριτσιών» δεν παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη μοίρα, αλλά ως τραυματική εμπειρία, η οποία έχει την αιτία της στον πόλεμο.

Στο έργο Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll, η μελαγχολία οφείλεται σε κοινωνικούς λόγους και «συμβαδίζει με έναν κριτικό τρόπο θεώρησης του κόσμου». Ο «κλόουν», μιλώντας για τη ζωή του, αποδίδει στο περιβάλλον του την αιτία της περιθωριοποίησής του, αν και το κατάντημά του αποτελεί τη φυσική κατάληξη των επιλογών του, εφόσον ζούσε «ανεμίζοντας τη μελαγχολία του σαν λάβαρο». Στα Αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius, η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία αμέσως μετά την πτώση του τείχους. Στο έργο προβάλλονται οι «σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης». Ο αφηγητής, παρατηρητής, κριτής της όλης κατάστασης είναι ένας μελαγχολικός «σκεπτικός και σκωπτικός, που δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία των συμπατριωτών του…», οι οποίοι στο τέλος θα φτάσουν σε σημείο «οσταλγίας», να νοσταλγούν δηλαδή το δικό τους προηγούμενο καθεστώς. Τούτο σημαίνει πως η «χαρά» της επανένωσης των δύο Γερμανιών προβληματίζει τον ήρωα και τον καθιστά δύσπιστο όσον αφορά το ευτυχές μέλλον της χώρας του. Κι εδώ, επισημαίνει η Ρασιδάκη, «δεν είναι η ιστορική πραγματικότητα, αλλά ο τρόπος αναφοράς σ’ αυτήν, η εκμετάλλευση της Ιστορίας από τον εκάστοτε κυρίαρχο λόγο».

Τέλος, στο διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», ο μελαγχολικός ήρωας και η αγαπημένη του πεθαίνουν από ανέφικτο έρωτα, εκείνη στο ψυχιατρείο κι εκείνος στο ορυχείο. Το έργο έχει επιδράσεις από τον γερμανικό ρομαντισμό (στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας, άλλωστε, ο Βιζυηνός σπούδασε Φιλοσοφία κοντά σε σπουδαίους δασκάλους και παράλληλα έγραφε ποιήματα). Το ενδιαφέρον εδώ εστιάζεται στα δύο ερμηνευτικά σχήματα της μελαγχολίας. Στο ένα του ρομαντικού ήρωα και στο άλλο της ψυχιατρικής κρίσης.

Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στη φύση, η οποία λειτουργεί ως «καθρέφτης της ψυχής», ως «μια οθόνη στην οποία προβάλλεται η αμφιθυμία του ανθρώπου». Όπως παρατηρεί η Ρασιδάκη, στα ρομαντικά εικαστικά έργα «το ρομαντικό υποκείμενο παρουσιάζεται στο ρόλο του παρατηρητή» και δεν είναι άμοιρη η σχέση του ήρωα με το τοπίο. Ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η αναφερομένη στο μοτίβο-δάνειο από τον γερμανικό ρομαντισμό «ορυχείο», που είναι και το κέντρο του διηγήματος του Βιζυηνού. Η συγγραφέας αναπτύσσει το θέμα του «ορυχείου» με μια εκτενή περιδιάβαση και πολλές αναφορές σε έργα που αξιοποιούν το μοτίβο. Τελικώς, το διήγημα του Βιζυηνού μπορεί να διαβαστεί ως «χρονικό μελαγχολίας» και μπορεί να θεωρηθεί «σκηνοθεσία ψυχικής κρίσης, σχολιασμένη με τον ψυχιατρικό λόγο της εποχής».

Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Ρασιδάκη, πέρα από πολύτιμη μελέτη πάνω στο θέμα της μελαγχολίας, συνιστά, με την επικουρία της επιστήμης, εργαλείο μελέτης της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικώς.

Περί μελαγχολίαςΠερί μελαγχολίας
Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη
Αλεξάνδρα Ρασιδάκη
Κίχλη
299 σελ.
Τιμή € 20,00

 

Εμφανίσεις: 1919

ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ

της Ανθούλας Δανιήλ

Το νέο βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα είναι ένας ογκώδης τόμος 792 σελίδων, με τίτλο: Από τη Λογοτεχνία στον Κοινωνικό Προβληματισμό. Ποιήματα – Μεταφράσεις – Μελέτες και Άρθρα του ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΑΔΗ (1895-1975). Πρόκειται για μια πολύ σημαντική μελέτη για τη ζωή και το έργο του Γιάννη Μηλιάδη, ενός πνευματικού ανθρώπου, ξεχασμένου στην εποχή μας. Αποτελείται από τα εξής μέρη: Πρόλογος, Εισαγωγή, Πρώτο μέρος, όπου παρουσιάζονται οι Στίχοι (δέκα ποιήματα) του Μηλιάδη και οι Μεταφράσεις του από την ξένη και την αρχαία ελληνική ποίηση. Δεύτερο μέρος, με εβδομήντα Μελέτες και Άρθρα. Στο Τρίτο μέρος καταχωρίζεται εκτενής και εμπεριστατωμένη μελέτη πάνω στην ερωτική μυθιστορία Βέλθανδρος και Χρυσάντζα και τα Ηλιοδώρου Αιθιοπικά. Ακολουθεί το Επίμετρο και το Ευρετήριο κυρίων ονομάτων.

Αυτός, λοιπόν, ο ογκώδης τόμος αποτελεί ένα κειμήλιο για τη Γραμματεία μας, αλλά και φόρο τιμής στον εν πολλοίς άγνωστο δημιουργό Γιάννη Μηλιάδη, ο οποίος με μεγάλη αγάπη για τα γράμματα και τις τέχνες έγραψε, έκρινε, παρουσίασε, αρθρογράφησε.

Ο Μηλιάδης ήταν αρχαιολόγος και διευθυντής, μεταξύ άλλων, του Μουσείου της Ακροπόλεως, οπότε στα κείμενά του ευλόγως περιλαμβάνονται άρθρα, τα οποία έχουν να κάνουν με την ειδικότητά του, αρχαιολογία, γλυπτική, ζωγραφική, αλλά και άλλα που έχουν σχέση με τη φιλολογία και τη λογοτεχνία, πράγμα άγνωστο για τον πολύ κόσμο, τουλάχιστον, τον σημερινό. Συγκεκριμένα, οι μελέτες και τα άρθρα, μεταξύ άλλων, αφορούν τους λογοτέχνες Χρηστομάνο, Μαρτζώκη, Βουτιερίδη, Παλαμά, Καβάφη, Σκίπη, Παράσχο, Γρυπάρη, Σικελιανό, καθώς και εκπροσώπους άλλων τεχνών και επιστημών, όπως Θεοτοκόπουλο, Φρόιντ, Τσούντα, Μπερξόν, το θέατρο και άλλα σημαντικά του πνευματικού μας κόσμου.

Στις πέντε σελίδες του προλόγου του ο Παπακώστας εκθέτει εν συντομία τούς λόγους για τους οποίους ασχολήθηκε με τον Μηλιάδη, τις πηγές από τις οποίες άντλησε το πλούσιο υλικό του, τους προβληματισμούς του για την καταχώριση των κειμένων, πόσα κείμενα επέλεξε, πόσα άφησε εκτός τόμου και γιατί.

Ιδιαίτερο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η εκτεταμένη σε εκατόν τριάντα έξι σελίδες εισαγωγή του, όπου παρακολουθούμε όλο το ιστορικό της εργασίας. Η έρευνα του Παπακώστα μάς πληροφορεί ότι η σχέση του Μηλιάδη με τη λογοτεχνία δεν έχει απασχολήσει τους κριτικούς και τους φιλολόγους. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει μόνο μερικές βιβλιογραφικές πληροφορίες στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου και στη σειρά περιοδικών που επιμελήθηκε ο Χ.Λ. Καράογλου, Περιοδικά Λόγου και Τέχνης. Βεβαίως, βασική πηγή παραμένει το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ, όπου βρίσκεται ταξινομημένο το έργο του Μηλιάδη σε δύο μέρη, που αφορούν το ένα την ειδικότητα του αρχαιολόγου και τις εξ αυτής απορρέουσες δραστηριότητες και το άλλο, έξι τόμοι, αποκόμματα εφημερίδων με ποιήματα, μεταφράσεις, άρθρα και μελέτες για τη λογοτεχνία, ζωγραφική, γλυπτική, τα οποία ο Παπακώστας σχολιάζει και μελετά σε βάθος.

Ένα πλήρες, εμπεριστατωμένο βιογραφικό παρουσιάζει τον άνθρωπο και την κοινωνική του θέση. Τη γέννησή του στην Αθήνα το 1895, την αστική οικογένειά του, τις σπουδές του, τη θέση του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το 1919, τις προαγωγές του, τις μεταθέσεις του, τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Βιέννη και στο Μόναχο και τον σημαδιακό θάνατό του στην Αθήνα το 1975, την ώρα της συνεδρίασης για την Ακρόπολη, όπου συμμετείχε αμισθί.

Ο Μηλιάδης άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα περιοδικά σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Ποιήματα δικά του και μεταφράσεις Γάλλων ποιητών συνήθως παρουσιάζονται στα περιοδικά της εποχής, στα οποία δεν στέλνει απλώς τα κείμενά του, αλλά κάποια τα διευθύνει επίσης, όπως π.χ. το περιοδικό Ανεμώνη, για το οποίο συλλέγει τις συνδρομές και την αλληλογραφία. Στα πρώτα του ποιητικά φανερώματα χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ιούλιος Νάρκισσος, αργότερα πολλά άλλα, καθώς και το μονόγραμμά του, Μ, και το αρχικώνυμό του Γ.Μ., σύνολο οκτώ ψευδώνυμα τα οποία ο Παπακώστας μπόρεσε και τα εταύτισε με φιλολογικά κριτήρια και πολλή έρευνα.

Η Ανεμώνη τού έδωσε την ευκαιρία να επικοινωνήσει με επιφανείς της εποχής, Παλαμά, Νιρβάνα, Βλαχογιάννη, Σκίπη, Καμπάνη, και άλλους, των οποίων κείμενα δημοσίευε στο περιοδικό του. Στα φοιτητικά του χρόνια, με τη συνδρομή και άλλων ανήσυχων καλλιτεχνικά νέων σύστησε το σωματείο «Οργάνωση των Νέων», με σκοπό την «εξυγίανση κάθε μέσου» που θα οδηγούσε στην ανανέωση «καλλιτεχνικής, δημιουργικής δύναμης της χώρας μας». Την προκήρυξη της «Οργάνωσης» προσυπογράφουν οι Φώτος Γιοφύλλης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μανώλης Μαγκάκης, Στέλιος Φέρης. Στην «Οργάνωση» ανήκαν και οι Ταγκόπουλος, Παράσχος, Κουκούλας και άλλοι. Ο Παπακώστας παραθέτει όλο το ιστορικό εκείνης της εποχής και τις δραστηριότητες του Μηλιάδη, οι οποίες μοιάζουν εν πολλοίς, τηρουμένων των αναλογιών και ιδεολογιών, με τα μανιφέστα του Μπρετόν, όταν από το 1924 έγραφε και υπεραμυνόταν για τις αρχές του Υπερρεαλισμού. Γιατί ο Μηλιάδης, μέλος της «Φοιτητικής Συντροφιάς», μεταξύ άλλων διακήρυττε πως «ο δημοτικισμός δεν είναι μόνο ζήτημα γλωσσικό, αλλά ευρύτερα εκπαιδευτικό, κοινωνικό». Αργότερα θα βρεθεί στους κύκλους της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς», ανάμεσα σε γνωστούς λόγιους και καλλιτέχνες, μετά ως μέλος λογοτεχνικής ομάδας του περιοδικού Οι Νέοι, όπου αυτός και οι φίλοι συνέταξαν κείμενο-μανιφέστο εναντίον εκείνων που απέρριπταν τη δημοτική. Διοργάνωσαν, επίσης, σειρά διαλέξεων στην οποία ο Κλέων Παράσχος μίλησε για τον Μπωντλαίρ, ο Τέλος Άγρας για τον Ζαν Μορεάς, ο Φάνης Μιχαλόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο Λίνος Καρζής για τον Περικλή Γιαννόπουλο, ο Γιάννης Μηλιάδης για τον Ιωάννη Γρυπάρη.

Γενικώς, η ζωή και η δράση του Μηλιάδη είναι ένας αδιάκοπος αγώνας για την παιδεία, την αξιοπρέπεια, την εντιμότητα. Η ίδρυση του «Φιλολογικού Φροντιστηρίου», για παράδειγμα, με τη συνδρομή «νέων λογίων και επιστημόνων θα προέβαινε ʽʽσε κριτική μελέτην της νεοελληνικής φιλολογίαςʼʼ [=λογοτεχνίας] και ʽʽμάλιστα με τρόπον συστηματικόνʼʼ», αποδεικνύει το πάθος του ανθρώπου για την πρόοδο, γιατί πίστευε πως «η λογοτεχνία μιας χώρας αποτελεί ʽʽασφαλές κάτοπτρον του πολιτισμού τηςʼʼ». Η ιδέα της δημιουργίας του «Φιλολογικού Φροντιστηρίου», γράφει ο Παπακώστας, «γεννήθηκε στους κύκλους του Εκπαιδευτικού Ομίλου».

Όμως, όπως είναι φυσικό, τα πρόσωπα με τα οποία συνεργάστηκε και οι τόσες δραστηριότητες προκάλεσαν εντάσεις, πήραν πολιτικές προεκτάσεις και κλήθηκε σε απολογία, γιατί μαζί με άλλους προσυπέγραψε τη διαμαρτυρία κατά της εκδίωξης του Βάρναλη από τη θέση του στην Παιδαγωγική Ακαδημία, με αφορμή τη δημοσίευση της ποιητικής συλλογής Το φως που καίει.

Η ζωή του υπήρξε πολυτάραχη, ενδιαφέρουσα, γεμάτη ευχάριστες αλλά και δυσάρεστες εκπλήξεις, αντιπαραθέσεις, διαφωνίες. Ποτέ, όμως, δεν παραιτήθηκε, δεν δείλιασε και δεν υποχώρησε. Έμεινε σταθερός στις απόψεις του για τη δημοτική γλώσσα και σε όλες γενικώς, με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.

Η εργασία του Γιάννη Παπακώστα είναι μια πλήρης μονογραφία, μια πλήρης εργογραφία, ένα πορτρέτο του ανθρώπου, του ποιητή, του κριτικού, του διαφωτιστή, του κοινωνικού αναμορφωτή. Είναι η προβολή μιας σε όλα τα επίπεδα ενδιαφέρουσας προσωπικότητας, την οποία ανέσυρε από την αφάνεια και έφερε στο φως, όπως και για άλλους έχει με επιτυχία πάντοτε επιχειρήσει.

Από τη λογοτεχνία στον κοινωνικό προβληματισμόΑπό τη λογοτεχνία στον κοινωνικό προβληματισμό
Ποιήματα, μεταφράσεις, μελέτες και άρθρα του Γιάννη Μηλιάδη (1895-1975)
Γιάννης Παπακώστας
Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη
792 σελ.
Τιμή € 33,02

 

Εμφανίσεις: 2140

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

Ο γενικότερος προβληματισμός της κοινωνίας μας και η ανησυχία για το αύριο που θα παραδώσουμε στους νέους μάς κάνει να αναρωτιόμαστε ποια εκπαίδευση πρέπει να δώσουμε στην ερχόμενη γενιά. Αν και η εκπαιδευτική πολιτική αλλάζει, ο δάσκαλος μοιάζει να είναι ο μόνος που πολλές φορές είναι αμέτοχος σε αυτές τις αποφάσεις. Έτσι, γίνεται αποδέκτης πολλών προβλημάτων και καταστάσεων που δυσκολεύουν το δρόμο του και τον οδηγούν σε σκέψεις και σε θολό τοπίο για το τι θα πράξει για να προσφέρει στους μαθητές του τη σωστή μάθηση.

Όπως προτείνει ο συγγραφέας, ο δάσκαλος πρέπει να είναι κριτικά σκεπτόμενος και με διάθεση «ανοικτότητας» σε διδακτικές καινοτομίες. Έτσι θα μπορέσει να λειτουργήσει καλύτερα σε ένα πλουραλιστικό περιβάλλον γνώσεων, αξιών και στάσεων ως αμερόληπτος κριτής, με ευαισθησία, κοινωνική δικαιοσύνη αλλά και με δεκτικότητα στις κοινωνικοεκπαιδευτικές προκλήσεις και αλλαγές. Στη βάση αυτή δημιουργείται η ανάγκη ενός νέου διδακτικού προφίλ, μέσω του οποίου δίνεται πρωτίστως έμφαση στην ανάπτυξη κριτικής και δημιουργικής σκέψης και των κοινωνικών διαστάσεων της συμπεριφοράς του μαθητή, και δευτερευόντως στις γνωστικές επιδόσεις. Ο δάσκαλος, όπως λέει ο Νίκος Καζαντζάκης, είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Για να καταστεί αυτό εφικτό, ο εκπαιδευτικός επιβάλλεται να διαφοροποιεί τη διδακτική δραστηριοποίησή του και να κινείται στο πλαίσιο του ρόλου του καθοδηγητή, συμβούλου, οργανωτή, διαμεσολαβητή και διαμορφωτή συνθηκών ενεργοποίησης των μαθητών. Ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να ενεργεί έχοντας υπόψη του τη συνολική συγκρότηση προσωπικότητας του μαθητή και δείχνοντας ταυτόχρονα εμπιστοσύνη στην αυτόνομη δραστηριοποίησή του. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η σχέση δασκάλου-μαθητή δεν αποτελεί μία σχέση εξουσίας, αλλά μια δημιουργική διασύνδεση διαπροσωπικών σχέσεων, που έχει ως βασικό της γνώρισμα την αμοιβαιότητα και την αλληλεπίδραση.

Για να πετύχει ένας δάσκαλος πρέπει να αγαπά το επάγγελμά του, αλλά και τα παιδιά. Να τον διακρίνει η καλοσύνη, η εντιμότητα, η ακεραιότητα, η ευγένεια, η αμεροληψία, η υπομονή και το χιούμορ του. Για τον Δελμούζο «αληθινός δάσκαλος» είναι εκείνος που δεν ασκεί το διδακτικό του έργο με συνταγές, αλλά προβληματίζεται αδιάκοπα για το έργο του και την αποτελεσματικότητά του. Ο ρόλος και το έργο του δασκάλου στοιχειοθετείται σε τέσσερα βασικά δομικά σημεία: ο εκπαιδευτικός πρέπει να πιστεύει στην αποστολή του, να κατέχει τα μορφωτικά αγαθά, ώστε να βοηθήσει τους μαθητές του, να γνωρίζει και να σέβεται την αναπτυξιακή και εξελικτική διαδοχή των ψυχοσωματικών δυνάμεων του παιδιού και, τέλος, να διακρίνεται για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, το πνεύμα δικαιοσύνης και το παιδαγωγικό τακτ. Προκειμένου όμως όλα αυτά να γίνουν πράξη, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν: να σκέφτονται ελεύθερα, να βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση, να συνειδητοποιούν τα λάθη τους, να δημιουργούν κατάλληλο μαθησιακό κλίμα, να αναγνωρίζουν τις διαφορετικές μαθησιακές ανάγκες των μαθητών τους και, το σημαντικότερο, να φροντίζουν ώστε να μην αισθάνονται οι μαθητές ως παρίες αλλά να παίρνουν κίνητρα από το σχολείο. Ο δάσκαλος, τονίζει ο συγγραφέας, πρέπει να έχει συνείδηση του διδακτικού ρόλου και έργου. Και αυτό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα κατάρτισης, αλλά κυρίως εσωτερικής αναζήτησης, προβληματισμού και προσπάθειας. Γιατί τότε η πορεία προς μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει η ελπίδα να γίνει ευκολότερη.

Μία μελέτη γραμμένη σε πολύ καλή γλώσσα και θα έλεγα ένα εγχειρίδιο σημαντικό για τους εκπαιδευτικούς, αλλά και για τους φοιτητές που θέλουν να μυηθούν στην τέχνη της διδασκαλίας.

Σύγχρονες διαστάσειςΣύγχρονες διαστάσεις του διδακτικού έργου και ρόλου του εκπαιδευτικού
Ιωάννης Μ. Φύκαρης
Αφοί Κυριακίδη
360 σελ.
Τιμή € 31,00

 

Εμφανίσεις: 1833

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΠΙΝΔΟΥ

του Μιχάλη Μακρόπουλου

Σε τούτο το βιβλίο έντεκα κείμενα συνυπάρχουν κι αλληλοσυμπληρώνονται δίνοντας μια βαθιά και πλατιά εικόνα αυτού που λέει ο τίτλος.

Το πρώτο κείμενο πραγματεύεται τον τρόπο που οι νομάδες Σαρακατσάνοι και οι ημινομάδες Βλάχοι αντιλαμβάνονταν το χρόνο (καλοκαίρι στο βουνό και χειμερινή «εξορία» στον κάμπο). Το ίδιο εν μέρει πραγματεύεται και το κείμενο «Ο Βλάχος στο λαϊκό πολιτισμό» (εδώ, επί Τουρκοκρατίας, το καλοκαιρινό βουνό είναι για το Βλάχο χώρος ελευθερίας κι ο χειμερινός κάμπος είναι, αντίθετα, χώρος υποταγής). Το δεύτερο κείμενο αναφέρεται στην ταυτότητα ενός τόπου (τα Τζουμερκοχώρια) μέσ’ από τα μάτια των κατοίκων του – η ταυτότητά του ως τόπου μυθικού (με γενάρχη τον Αθάμαντα) ή τόπου νοσταλγίας για τους Τζουμερκιώτες της Διασποράς που «ικανοποιημένοι που ο τόπος ανταποκρίθηκε με τα πανηγύρια στις ψυχικές και κοινωνικές ανάγκες του κατοίκου της πόλης, δυσκολεύονται ν’ ακούσουν τον ήχο της σιωπής που το χειμώνα είναι κυρίαρχος στα Τζουμέρκα».

Τούτος ο προσδιορισμός της ταυτότητας μέσ’ από ένα κοινό μυθικό παρελθόν είναι το θέμα και του επόμενου κειμένου, τώρα με τον Ασπροπόταμο να προσφέρει τη γεωγραφική ραχοκοκαλιά που στο προηγούμενο κείμενο την προσέφερε ο Άραχθος, κι εδώ ο συγγραφέας διαπιστώνει:

«Η κτηνοτροφία καταρρέει και οι κτηνοτρόφοι, στην πλειονότητά τους, επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στον κάμπο. Οίκος των Ασπροποταμιτών πλέον γίνεται ο κάμπος. Τα ορεινά χωριά τους, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1980, μεταβάλλονται σε πολιτισμικές βαλβίδες για τους κατοίκους του κάμπου. Δεν είναι τα πανηγύρια και ο καλοκαιρινός χρόνος μέρος του τελετουργικού, αναπαραγωγικού χρόνου. Το πανηγύρι ως τελετουργία υπηρετεί τη δομή του παραγωγικού χρόνου στο σύγχρονο κόσμο, που χρειάζεται πολιτισμικές βαλβίδες εκτόνωσης».

Μια εκκλησία είναι η μαγική πύλη ενός τόπου, του Συρράκου, στο κείμενο με τίτλο «Σ’ντζόρτζιου» (ο Αϊ-Γιώργης). Στην «Γκλίτσα», το θέμα είναι ο τρόπος που τα σύμβολα ορίζουν την ταυτότητα – και στα μάτια αυτού που αυτοπροσδιορίζεται και στα μάτια των άλλων. Ένα καθημερινό, ταπεινό θα ’λεγε κανείς αντικείμενο, σαν την γκλίτσα, με την κατασκευή της, τα κεντήματά της, κ.λπ., ορίζει τη θέση του ατόμου στην κτηνοτροφική κοινωνία.

Στο μεστό κείμενό του για τον Κώστα Μπαλάφα, τον σπουδαίο Ηπειρώτη φωτογράφο, ο συγγραφέας τον συγκαταλέγει στη χορεία των μεγάλων, αυτοδίδακτων λαϊκών μαστόρων. «Η φωτογραφική τέχνη του Μπαλάφα, λοιπόν, είναι η συνέχεια του μοιρολογιού, του τραγουδιού της ξενιτιάς, των γεφυριών. Είναι ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο που στέκει όρθιος σ’ όλες τις αντιξοότητες. Δεν έχει αφετηρία τη μιζέρια. Αντίθετα, είναι δοξαστικό στη λαϊκή κοσμολογία».

Τα κείμενα, χάρη στον τρόπο που ο συγγραφέας τα πραγματεύεται, υπερβαίνουν ανεξαιρέτως το στενό ενδιαφέρον του θέματός τους ή του τόπου τον οποίον αφορούν, και χάρη στην ευρύτητα και τη γλαφυρότητά τους «μιλούν» σ’ οποιονδήποτε αναγνώστη ευαίσθητο απέναντι στο πώς ο άνθρωπος βιώνει τον τόπο του κι ορίζεται απ’ αυτόν.

Ο Ευάγγελος Αυδίκος είναι καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Στην εισαγωγή του γράφει:

«Όσο κι αν ο στρεβλός τρόπος ανάπτυξης της Ελλάδας οδήγησε πολλούς να μετακινηθούν στον κάμπο, γεγονός που σημαδεύτηκε από απαξίωση για τον πολιτισμό τους, οι ρίζες υπάρχουν μέσα μας. Μοιάζουν με τις αγριάδες που φυτρώνουν στον κήπο μου. Όσο κι αν προσπαθώ να τις ξεριζώσω, αυτές ξεπετάγονται και ξαναφουντώνουν, βγάζοντάς μου περιπαικτικά τη “γλώσσα” για την αφέλειά μου να πιστεύω ότι ο πόλεμος με τις ρίζες μπορεί να με αναδείξει τροπαιοφόρο. Το ίδιο ισχύει και για την καταγωγή. Και εκεί ο αγώνας είναι μάταιος. Η ανακάλυψη και η συμφιλίωση με αυτήν είναι μια πράξη ομολογίας των δανείων αλλά και του χρέους μας προς τις κολόνες του νεοελληνικού μας βίου: τα βουνά».

Η παραπάνω παράγραφος είναι χαρακτηριστική του ύφους (και του ήθους) του βιβλίου.

Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας ΠίνδουΠολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου
Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00

Πολιτισμοί και κοινωνίες της νότιας Πίνδου

Ευάγγελος Αυδίκος
Πεδίο
336 σελ.
Τιμή € 17,00

 

Εμφανίσεις: 1825

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr