A+ A A-

Θωμάς Συμεωνίδης: «Όλα είναι παρεξήγηση» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Θωμάς Συμεωνίδης: «Όλα είναι παρεξήγηση» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Ο συγγραφέας Θωμάς Συμεωνίδης ανήκει στην ταλαντούχα νέα γενιά που σπούδασε στην πατρίδα του και στο εξωτερικό: Αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη και στο Παρίσι, μεταπτυχιακές σπουδές στα Οικονομικά στο Λονδίνο και στο Μετσόβιο της Αθήνας· ζει μόνιμα στο Παρίσι, όπου ασχολείται με τη φιλοσοφία και την αισθητική κριτική, και εκδίδει στην Αθήνα. Η γέφυρα με τη μητρόπολη δεν κόπηκε, και ας είναι τα κέντρα των αποφάσεων έξω και το αντικείμενο της δουλειάς αγγίζει την ευρύτερη ευρωπαϊκή ιδεολογία. Εν ολίγοις, και εδώ και εκεί, βγαίνει στον χώρο της Τέχνης και της Φιλοσοφίας από αριστερά. Και είναι ελπιδοφόρο που ένα πρακτικό πνεύμα μπαίνει στα χωράφια του στοχασμού, ξεκόβοντας από τον χώρο της καθαρής λογικής.

Το βιβλίο με τον τίτλο Όλα είναι παρεξήγηση βασίζεται στη συζήτηση ανάμεσα στους δύο σπουδαίους άντρες, της φιλοσοφίας και του θεάτρου, τον Αντόρνο και τον Μπέκετ, η οποία κατέληξε από την πλευρά του Μπέκετ στη φράση που αποτελεί και τον τίτλο του βιβλίου. Το σημείο συνάντησης ανάμεσα στους δύο άντρες είναι η ύπαρξη ελάχιστης ελπίδας, ένας ελάχιστος τόπος «αντίστασης στην αρνητικότητα της πραγματικότητας». Μας διώχνουνε τα πράγματα κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε («Είμαστε κάτι…») θα έλεγε ο Κώστας Καρυωτάκης, ποιητικώ τω τρόπω. Θέση παλιά, ωστόσο, που λέει πως όλα στη ζωή είναι απελπισία και από αυτή την απελπισία μάς σώζει ένας έρωτας και η τέχνη. Και ας συμπληρώσουμε κι εμείς πως και από αυτό το ελπιδοφόρο δίδυμο, ο έρωτας αποχωρεί κάποτε για να αφήσει τη θέση ολόκληρη στην τέχνη, εφόσον ο έρωτας, όπως όλα τα ανθρώπινα, εκπίπτει κάποτε. Ωστόσο, όσο υπάρχει όλα είναι θεϊκά. Και όταν μετακινηθεί από τα πρόσωπα στην τέχνη, τότε γίνεται αθάνατος. Δηλαδή η τέχνη είναι αθάνατη και όποιο συναίσθημα γεννάει στον αποδέκτη της.

Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, γραμμένο με τον τρόπο που συνήθως γράφουν οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, ήτοι απαιτεί από τον αναγνώστη όλη την αφοσίωση και την αγάπη του, την οποία βεβαίως αξίζει, καθώς και τα εργαλεία κατανόησης ενός διανοητή, ή σχεδόν, της Φραγκφούρτης.

Ο Αντόρνο στο έργο του Μπέκετ διείδε έναν νέο τρόπο διατύπωσης μιας νέας αισθητικής θεωρίας, ένα σχέδιο που συμπληρώνει τη σχέση της φιλοσοφίας με την τέχνη, την αισθητική θεωρία με την αρνητική διαλεκτική. Παράλληλα, με το έργο αυτό, Το τέλος του παιχνιδιού, ασκεί κριτική στον Χάιντεγκερ, τον Σάρτρ, τον Γιάσπερς. Πρόκειται για μια μελέτη για τον κόσμο μετά το Ολοκαύτωμα, για τη σύγχυση, για την παρωδία ως μέσο αντιμετώπισης της αρνητικής πραγματικότητας.

Αφορμή για τη συζήτηση δίνει μια επίθεση από τη φοιτητική νεολαία εναντίον του Αντόρνο, ο οποίος ρώτησε τον Μπέκετ αν και σ’ εκείνον συνέβη κάτι παρόμοιο. Ο Μπέκετ είπε ότι δεν θυμάται, θυμάται όμως τη φράση του Αντόρνο από παλαιότερη συζήτησή τους, ότι «όλα είναι παρεξήγηση».

Η «παρεξήγηση» οφειλόταν στη διαφωνία τους πάνω στην ερμηνεία του έργου, η οποία μπορεί να δείχνει και τη σχέση της φιλοσοφίας με τη λογοτεχνία ή του φιλόσοφου με τον λογοτέχνη. Φυσικά, εδώ εδράζεται η αισθητική φιλοσοφική θεώρηση του Αντόρνο, ο οποίος υποστήριξε πως ο ήρωας του Μπέκετ με τον όνομα Ham προέρχεται από τον Hamlet και Clon από τον Clown. Ο Μπέκετ δυσαρεστήθηκε, διότι, όπως ισχυρίστηκε, καθόλου δεν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του. Ο Αντόρνο επέμεινε στη θέση του. Ο συγγραφέας υποστηρίζει επίσης ότι ο Αντόρνο διαφοροποιείται από τους υπαρξιστές, επειδή το έργο του Μπέκετ –το παράλογο– δεν χαρακτηρίζεται από απουσία νοήματος. Η απουσία νοήματος αντιμετωπίζεται ως κρίση των παραδοσιακών αξιών, κρίση των παραδοσιακών τρόπων νοηματοδότησης και του Λόγου εν γένει. Ο Συμεωνίδης λέει, ακόμα, πως ο Μπέκετ αφαίρεσε οκτώ σελίδες κείμενο από το έργο του, όπου γίνεται λόγος για την αυτοκτονία, θεμελιώδες θέμα-ερώτημα που ετέθη από τον Καμύ και όχι μόνο. Είναι πιθανό ο Μπέκετ να προέβη στην αφαίρεση για να μην καταλήξει η δική του θέση στο συντετμημένο αμλετικό ερώτημα: «Να ζει κανείς ή να μη ζει». Το πράγμα δεν μπορεί να διατυπωθεί τόσο απλά. Εν πάση περιπτώσει, ο Αντόρνο είδε το έργο του Μπέκετ ως «διατύπωση μιας νέας αισθητικής θεωρίας και όχι απλώς ένα νέο είδος θεάτρου».

Η Αισθητική θεωρία του Αντόρνο, λοιπόν, αν και ανολοκλήρωτη, είναι η μόνη θεωρία που έχει σημείο αναφοράς την Αισθητική του Χέγκελ. Ασχολείται με τον μοντερνισμό, διαφοροποιείται από την παραδοσιακή αισθητική –σχέση με τον μαρξισμό και την κοινωνία– και διευρύνεται για να φανούν οι τρόποι άρνησης της πραγματικότητας. Ο αισθητικός στοχασμός συνδέεται με την ενόραση για να περάσει σ’ έναν άλλο λόγο πέρα από αυτόν που υπάρχει. Η αισθητική είναι ο προνομιακός χώρος του αισθητού και γίνεται ο βασικός φορέας της πολιτικής σκέψης της φιλοσοφίας του.

Ο Συμεωνίδης, σε μια μεγάλης πληροφορητικότητας «Εισαγωγή», δίνει το ιστορικό της σχέσης των δύο αντρών, σχολιάζοντας, παράλληλα, την υπόθεση Χάιντεγκερ και τη σχέση του με τον ναζισμό, σε αντιδιαστολή με τη στάση των διανοητών της Φραγκφούρτης που υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στη Γενεύη και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη, λόγω της εβραϊκής καταγωγής των μελών της. Με μια περιήγηση στους μεγάλους στοχαστές που ασχολήθηκαν με την αισθητική, προσφέρει στον αναγνώστη μια σύνοψη της ευρωπαϊκής σκέψης και των ερωτημάτων που τέθηκαν επί του θέματος. Βεβαίως, ο Συμεωνίδης συμπεριλαμβάνει και τις κριτικές της αισθητικής θεωρίας, όπως αυτή του Μπάμπνερ, ο οποίος επιχειρεί να διαχωρίσει την αισθητική από τη φιλοσοφία, καθώς και όλες τις θέσεις και αντιθέσεις που έχουν διατυπωθεί. Ο Αντόρνο συντάσσεται εντέλει με τη ζωή και αφήνει ελπίδα, υποστηρίζοντας πως ό,τι κακό χαρακτηρίζει τον κόσμο μας «προβάλλει επιτακτικά τη “μεταφυσική ανάγκη”» ως αντίπαλο δέος στην υπάρχουσα άρνηση.

Το βιβλίο, πέρα από τη λεπτομερειακά συντεθειμένη «Εισαγωγή», αναπτύσσεται σε ένα «Πρώτο Μέρος» με τρία επιμέρους κεφάλαια, ένα «Δεύτερο Μέρος» με δύο κεφάλαια και ένα «Τρίτο Μέρος» με τέσσερα κεφάλαια. Τέλος, περιλαμβάνει εκτενέστατη βιβλιογραφία. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, γραμμένο με τον τρόπο που συνήθως γράφουν οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, ήτοι απαιτεί από τον αναγνώστη όλη την αφοσίωση και την αγάπη του, την οποία βεβαίως αξίζει, καθώς και τα εργαλεία κατανόησης ενός διανοητή, ή σχεδόν, της Φραγκφούρτης.

Όλα είναι παρεξήγηση
Ο Theodor Adorno και το Τέλος του παιχνιδιού του Samuel Beckett
Η φιλοσοφική ερμηνεία της τέχνης ως κριτική της οντολογίας
Θωμάς Συμεωνίδης
Αρμός
466 σελ.
Τιμή € 18,00
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΜΕΛΕΤΕΣ - ΔΟΚΙΜΙΑ
Γιάννης Τόλιος: «Η μετάβαση στο “εθνικό νόμισμα”» κριτική του Θανάση Αντωνίου

Καθώς η Ελλάδα βαδίζει προς τη «δεύτερη αξιολόγηση» και η κυβέρνηση περιμένει από τους δανειστές μας κάποια μείωση του δυσβάσταχτου χρέους, η συζήτηση για το «εθνικό νόμισμα» όχι μόνο δεν έχει...

ΜΕΛΕΤΕΣ - ΔΟΚΙΜΙΑ
Γιώργος Δ. Παναγιώτου: «Μποτίλια στο πέλαγο» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ως τίτλο για το βιβλίο του πάνω στο έργο του Γιώργου Σεφέρη, ο Γιώργος Παναγιώτου επιλέγει μια φράση του ποιητή –μποτίλια στο πέλαγο–, η οποία υπαινίσσεται την αμφίβολη ή απίθανη παραλαβή του...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr