A+ A A-

ΣΤΥΛΙΑΝΗ Γ. ΛΕΤΣΙΟΥ: ΓΚΡΕΚΟΙ Ή ΡΩΣΟΠΟΝΤΙΟΙ; κριτική του Θανάση Αντωνίου

ΣΤΥΛΙΑΝΗ Γ. ΛΕΤΣΙΟΥ: ΓΚΡΕΚΟΙ Ή ΡΩΣΟΠΟΝΤΙΟΙ; κριτική του Θανάση Αντωνίου
Οι Ελληνοπόντιοι από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ είναι μια ιδιαίτερη μεταναστευτική κατηγορία κι αποτελούν εδώ και δύο δεκαετίες αντικείμενο μελέτης αρκετών επιστημόνων. Είναι «παλιννοστούντες» σε μια χώρα (Ελλάδα) που κάποιοι δεν γνώρισαν ποτέ, προέρχονται από μια χώρα (Σοβιετική Ένωση) η οποία δεν υπάρχει πλέον και όλοι τους μιλούν τη γλώσσα μιας άλλης (Ρωσία), στην οποία κάποιοι από αυτούς δεν έζησαν ποτέ. Στις καρδιές τους υπάρχουν δύο πατρίδες κι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην ελληνικότητα, την οποία διεκδικούν και για την οποία «μάχονται» καθημερινά μαθαίνοντας τη γλώσσα και υιοθετώντας τις καθημερινές συνήθειες των Ελλήνων και τη «ρωσικότητα» που κουβαλάνε –κι αντιλαμβάνονται– ως ισχυρό πολιτισμικό κεφάλαιο.

Η Στυλιανή Λέτσιου έχει σπουδάσει στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα) κι έχει λάβει μεταπτυχιακούς τίτλους από το Πανεπιστήμιο Robert Schuman του Στρασβούργου και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Μυτιλήνη). Σήμερα διδάσκει στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας και η συγκεκριμένη μελέτη της είναι το πρώτο κι ενδιαφέρον έργο της στην κοινωνική ανθρωπολογία, το οποίο απευθύνεται κυρίως στους κοινωνικούς επιστήμονες.

Το σημαντικό όμως, έτσι όπως αναδεικνύεται από την έρευνα, είναι ότι «η έννοια της πατρίδας διαμορφώνεται στο διάκενο μεταξύ του χώρου της εμπειρίας και του ορίζοντα της προσδοκίας».

Η Στυλιανή Λέτσιου πραγματοποίησε έρευνα σε τρεις ομάδες Ελλήνων ποντιακής καταγωγής και το βιβλίο της παρουσιάζει τα συμπεράσματα της έρευνας, καθώς και αφηγήσεις μελών του δείγματος. Η βασική έρευνα έγινε στη Θεσσαλονίκη και σε πόλεις της Βόρειας Ελλάδας (Φλώρινα, Γιαννιτσά, Έδεσσα και Βέροια) από τον Νοέμβριο του 2007 μέχρι και τον Ιούλιο του 2009, ενώ ακολούθησε δεύτερος γύρος συνεντεύξεων μέχρι το καλοκαίρι του 2010. Η έρευνα ξεκίνησε από τα δύο διαπολιτισμικά σχολεία της Θεσσαλονίκης, επεκτάθηκε στο σχολείο εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για μετανάστες «Οδυσσέας» στη Θεσσαλονίκη και σε χώρους συνάντησης νεαρών, ιδιωτικούς και δημόσιους. Η έρευνα ολοκληρώθηκε στην Τιφλίδα (Γεωργία) με συνεντεύξεις με τους σπουδαστές στο Τμήμα Ελληνικών και Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Τιφλίδας και με μέλη της Ένωσης Ελληνοποντίων Τιφλίδας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι συνεντεύξεις έγιναν στην ελληνική, τη ρωσική και τη γεωργιανή γλώσσα, τις οποίες μιλάει άπταιστα η καθηγήτρια.

Ο ΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Το βιβλίο είναι δομημένο πάνω στις απαντήσεις που δίνει στην ερευνήτρια καθεμιά από τις τρεις διαφορετικές κατηγορίες του δείγματος: οι πιτσιρικάδες του Λυκείου, οι λίγο μεγαλύτεροι/ρες του σχολείου «Οδυσσέας» –δύο κατηγορίες Ελληνοποντίων που βρίσκονται στην Ελλάδα– και οι νεαροί/ρές της Τιφλίδας, που έχουν επισκεφθεί στο παρελθόν ή θέλουν να «επιστρέψουν» στην Ελλάδα.

Κεντρική θέση της ερευνήτριας είναι ότι οι δύο πρώτες ομάδες είναι εγκλωβισμένες σε έναν «ατέρμονο κύκλο απουσίας και νοσταλγίας», βιώνοντας μια «μόνιμα ατελή και τραυματική σχέση», η οποία οδηγεί σε κάποιες περιπτώσεις σε ένα ασυνήθιστο φαινόμενο το οποίο η συγγραφέας αποκαλεί «αντίστροφη διασπορά», καθώς κάποιοι, απογοητευμένοι από την Ελλάδα, την πατρίδα της προσδοκίας, επιθυμούν πλέον να γυρίσουν πίσω.

Η Στυλιανή Λέτσιου εξετάζει ένα προς ένα όλα τα στοιχεία της ταυτότητας των μελών του δείγματος και εισάγει στο γραπτό της έννοιες όπως η «ρωσική ψυχή», η «ρωσοφροσύνη», η «ρωσικότητα», η «ρωσομάθεια»· το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου της περιστρέφεται γύρω από τις εκφάνσεις της γλώσσας και τον κεντρικό ρόλο της στο συμβολικό σύστημα επικοινωνίας κι έκφρασης των Ελληνοποντίων.

Η ρωσική γλώσσα κατέχει ηγετική θέση στη ζωή των Ελληνοποντίων και η συγγραφέας θεωρεί ότι η χρήση της προκρίνεται για να αντιμετωπιστεί ο κοινωνικός αποκλεισμός και η περιθωριοποίηση των Ελληνοποντίων. Κατά την άποψή της, η «ρωσοφροσύνη» είναι ένα σύνολο πρακτικών και η ρωσομάθεια είναι μια από αυτές. Η συγγραφέας θα την εξετάσει σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας των νεαρών του δείγματός της για να καταλήξει σε ένα πρώτο, εξόχως σημαντικό αλλά όχι ιδιαίτερα αποδεκτό από την επίσημη ιστοριογραφία συμπέρασμα: οι πρακτικές της ρωσοφωνίας και η «αντίστροφη διασπορά» υπαγορεύονται από ένα υπολογιστικό πνεύμα των συνομιλητών της, που θέλουν να διατηρούν ανοιχτές πόρτες και προς τις δύο... πατρίδες τους.

ΑΝΑΜΕΣΑ Ή ΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Η συγγραφέας καυτηριάζει τις υπεραπλουστεύσεις και τις στρεβλώσεις της κυρίαρχης αφήγησης για την Ιστορία του ποντιακού ελληνισμού και, χωρίς να απορρίπτει πλήρως το επίσημο αφήγημα, το εμπλουτίζει με προσωπικές ιστορίες των συνεντευξιαζομένων της. Σύμφωνα με την έρευνά της, οι περισσότεροι από τους συνομιλητές της στην Ελλάδα δεν γνώριζαν πολλά για το ποντιακό παρελθόν τους, δεν υπέστησαν διώξεις από το σταλινικό καθεστώς της ΕΣΣΔ που να δικαιολογούν απόλυτα τη φυγή και δεν... ξετρελάθηκαν που «επέστρεψαν» στην πατρίδα τους.

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι συναισθηματικοί λόγοι της επιστροφής είναι υπερτονισμένοι, καθώς δεν είναι οι αρχικοί λόγοι της μετεγκατάστασης· ήταν κυρίως οικονομικοί/βιοποριστικοί οι λόγοι της παλιννόστησης. Όσον αφορά τους Έλληνες της Τιφλίδας, αυτοί αντιμετωπίζουν ακόμα την Ελλάδα με τον κλασικό, εξωραϊσμένο τρόπο του πρόσφατου παρελθόντος.

Οι Ελληνοπόντιοι από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ συζητούν με την ερευνήτρια για τις σχέσεις με τους γονείς τους, για το ρωσικό εκπαιδευτικό σύστημα (οι περισσότεροι θεωρούν σημαντικό εφόδιό τους τη φοίτησή τους σε αυτό), για τη ρωσική μουσική, για τα παραμύθια και τη ρωσική λογοτεχνία, για το φαγητό, τη διαδικτυακή περιήγηση και ενημέρωση ακόμα και για το ποδόσφαιρο. Οι περισσότεροι συνομιλητές της ήταν με την Εθνική Ελλάδας όσο ζούσαν στην Σοβιετική Ένωση, σήμερα όμως, όσοι δεν νιώθουν αμηχανία να απαντήσουν (οι περισσότεροι...) είναι μάλλον με την Εθνική Ρωσίας!

Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, η συγγραφέας επιχειρεί να συγκροτήσει την έννοια της «πατρίδας» έτσι όπως την αντιλαμβάνονται οι νεαροί συνομιλητές της Ελληνοπόντιοι σε Βόρεια Ελλάδα και Τιφλίδα. Οι νεαροί ορίζουν ως πατρίδα τους τη χώρα όπου γεννήθηκαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιθυμούν να επιστρέψουν. «Η πατρίδα κατασκευάζεται ιδεολογικά και φαντασιακά», υποστηρίζει η Στυλιανή Λέτσιου. Το σημαντικό όμως, έτσι όπως αναδεικνύεται από την έρευνα, είναι ότι «η έννοια της πατρίδας διαμορφώνεται στο διάκενο μεταξύ του χώρου της εμπειρίας και του ορίζοντα της προσδοκίας». Έτσι δικαιολογείται, κατά τη συγγραφέα, ο «ημινομαδισμός» που παρατηρείται και η διατοπικότητα που βιώνεται ανάμεσα σε δύο πατρίδες που τους θεωρούν ξένους, την εκεί, όπου τους αποκαλούσαν Γκρεκ, και την εδώ, όπου τους αποκαλούν «Ρωσοπόντιους».

«Η Ελλάδα είναι σαν μια έγχρωμη τηλεόραση, ενώ η Ρωσία σαν μια ασπρόμαυρη», πίστευε μια νεαρή κοπέλα- μέλος του δείγματος, πριν έρθει με την οικογένειά της στην Ελλάδα από το Κρασνοντάρ της Ρωσίας. Οι περισσότεροι Ελληνοπόντιοι όμως ανακάλυψαν ότι η έγχρωμη τηλεόρασή τους έπαιζε στη (νέα) πατρίδα με πολλά «χιόνια».

1-patakis-linkΓκρεκοί ή Ρωσοπόντιοι;
Στυλιανή Γ. Λέτσιου
Επίκεντρο
400 σελ.
Τιμή € 25,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr