A+ A A-

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ: ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

 

Ο Γιάννης Δάλλας είναι γνωστός μελετητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας. Αρχικά καθηγητής φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση και αργότερα καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στις αποσκευές του φέρει πολλά: Α' Κρατικό Βραβείο Κριτικής-Δοκιμίου (1987), Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του (1999) και Βραβείο του Ιδρύματος Π. Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών (2009) για το βιβλίο του Σολωμός και Κάλβος. Κι ακόμα τριάντα περίπου τόμους με μελέτες πάνω στην αρχαία και νέα ελληνική ποίηση, καθώς και μεταφράσεις. Και πέραν όλων αυτών, δεκαεπτά ποιητικές συλλογές, διότι ο Δάλλας είναι αξιολογότατος ποιητής που, διακεκριμένος ανάμεσα στους άλλους της γενιάς του, συνεχίζει επάξια τη μακρά σειρά της ποιητικής μας παράδοσης.

Ο παρών τόμος με τον τίτλο Σύμμεικτα περιέχει εργασίες, οι οποίες ανακοινώθηκαν σε διάφορα συνέδρια ή δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και φιλολογικά-λογοτεχνικά περιοδικά. Συγκεκριμένα, οι μελέτες εκτεταμένες, πολυσέλιδες και απαιτητικές είναι οι εξής: «Η αρχαία λυρική ποίηση στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση», «Από τη Σαπφώ του Ανατολικού Αιγαίου στη Σαπφώ του Ιονίου. Η ποιήτρια Σαπφώ και ο Λευκάτας», «Το φως που καίει», «Η Βαρναλική ως καρναβαλική αναπαράσταση της Ιστορίας και του κόσμου», «Γλωσσική ''αντίδραση'' και σημασιολογικές ''διχοστασίες'' στην ποιητική του Καρυωτάκη», «Δημήτρης Χατζής. Η ποιητική της ιδεολογίας και της πρόζας, Η συγγραφική πορεία του Δ. Χατζή και η ποιητική της», «Η αποκατάσταση του θέματος στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου», «Γιάννης Πάνου. Από την ιστορική μυθοπλασία στην αναγωγή των ιδεών, Η επαναξίωση ενός έργου», «Κριτικές για συλλογές μεταπολεμικές: των ποιητών Γιώργου Θέμελη, Τάκη Σινόπουλου, Γιώργη Παυλόπουλου, Έκτορα Κακναβάτου, Μιχάλη Κατσαρού, Νίκου Καρούζου», «Μίλτος Σαχτούρης. Από τη σκοπιά των τελευταίων συλλογών του, μια ανάληψη του όλου».

Θέματα ποικίλα και ενδιαφέροντα, τα οποία απλώνονται από τις απαρχές της ελληνικής ποίησης και φτάνουν στο σήμερα της γενιάς του. Σχετικά με το πρώτο κείμενο, το αφορών τη λυρική ποίηση, ο συγγραφέας μάς ενημερώνει για την ενασχόλησή του με αυτήν επί τριάντα πέντε χρόνια και ότι την αντιμετωπίζει ως ζώσα, τη μελετά και τη σπουδάζει φιλολογικά, την εξετάζει ιστορικά και κριτικά ως φιλόλογος, ως μεταφραστής και ως παιδαγωγός, εφόσον κλήθηκε να δημιουργήσει βιβλίο για το σχολείο.

Γι' αυτό το τελευταίο μάς εκθέτει λεπτομερώς τα στάδια της εργασίας του, σκεπτικό και οργάνωση του υλικού, επιλογή κειμένων, επεξεργασία, πλάνο μαθήματος, διαγράμματα. Ο Δάλλας, παράλληλα με το πρακτικό μέρος, μελετά τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ωρίμασε το έργο, καθώς και τη λαϊκή παράδοση, παραθέτει τα κείμενα, εργασίες και ερωτήματα. Από τα κείμενα επιλέγει για την ενότητα «Μικρασιατικός Ελληνισμός» τον Καλλίνο τον Εφέσιο, τον Μίμνερμο τον Σμυρναίο και τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο. Συχνά παραθέτει και απόσπασμα από Νεοέλληνα ποιητή για συνεξέταση και σύγκριση.

Στο δεύτερο κείμενο, που αφορά τη Σαπφώ, ο Δάλλας προβαίνει, επίσης, σε βαθιά έρευνα. Ξεκινάει από την άποψη του Οδυσσέα Ελύτη για τη Σαπφώ, στην οποία επισημαίνει μια αναγωγή γενεαλογική και μία λογία πρόσληψη του έργου της. Την πρώτη χαρακτηρίζει «προβαθμίδα» και την άλλη «εποικοδομή» της. Στη συνέχεια, ο Δάλλας προβαίνει σε βαθύτερη έρευνα της σχέσης του Ελύτη με τη Σαπφώ, της συλλειτουργίας Φύσης και Έρωτα, και εξετάζει τη μυθοποίηση των ερώτων της ποιήτριας από άλλους ποιητές, Έλληνες και ξένους.

Ο Κώστας Βάρναλης ή Δήμος Τανάλιας είναι ο δημιουργός της συλλογής Το φως που καίει. Ο Δάλλας στην αναδίφηση των καταλοίπων του Βάρναλη ανακάλυψε τα προμαρξιστικά αναγνώσματά του, τις πρώτες γραφές, την αλληλογραφία του με τον εκδότη, η οποία αφορά κυρίως τη διευθέτηση των οικονομικών. Η μελέτη προωθείται στο βάθος και προβαίνει στον χαρακτηρισμό του έργου: Το Φως που καίει είναι έργο στρατευμένης τέχνης, «λυρικό στη διάθεσή του» και «εκφράζει μ' ενθουσιασμόν ωρισμένες πίστεις, χτυπά με μίσος τις αντίθετες», στα πρόσωπα και στον συμβολισμό τους, στην αιτιολόγηση του ψευδωνύμου «Δήμος Τανάλιας», στην κριτική του έργου και εν γένει στην τύχη του ποιητή μετά την κριτική. Κι εδώ, βέβαια, ο σημερινός αναγνώστης έχει να δει πολλά και να πληροφορηθεί επί του πώς λειτουργεί το σύστημα εναντίον όποιου το πολεμά, είτε ως «Τανάλιας» είτε ως Βάρναλης. Διώξεις, απολύσεις, ύβρεις, λίβελοι. Ωστόσο, ο απτόητος Βάρναλης δεν σκύβει το κεφάλι, εξακολουθεί να γράφει, να δημοσιεύσει και να τροφοδοτεί τον προσωπικό του μύθο. Ο Δάλλας παραθέτει αρκετές επιστολές του Βάρναλη προς τον εκδότη του, καθώς και το σημείωμά του που ετοίμασε για τη δεύτερη μεταπλασμένη έκδοση της συλλογής του.

Στο επόμενο θέμα, επίσης βαρναλικό με τη «Βαρναλική ως καρναβαλική αναπαράσταση της Ιστορίας και του κόσμου», μαθαίνουμε πόθεν κατάγεται η «μαϊμού». Ο Δάλλας, αφού προσπεράσει τον Γιάννη Αποστολάκη και τον Φώτο Πολίτη, μεγάλους ιδεολογικούς αντιπάλους του Βάρναλη, θα σταματήσει στον Μπαχτίν, ο οποίος βρίσκει τη ρίζα του κωμικού σε μια λαϊκή γιορτή, σε μια καρναβαλική γιορτή. Δεν ξέρω αν μερικοί πίνακες του Μπρύγκελ έχουν και αυτοί εδώ την αφετηρία τους. Πάντως η ουσία της συγκεκριμένης αναφοράς –του Μπαχτίν– εστιάζεται στην ανατροπή, την «αντιστροφή», σε αλλεπάλληλους συνδυασμούς «εκθρονίσεων και ενθρονίσεων συμβολικών σαν του βασιλιά Καρνάβαλου». Ακολουθεί αντιστοίχιση και απεικόνιση των συμβόλων στο έργο του Βάρναλη, όπου με πολύ καλή αίσθηση των αναλογιών ο Δάλλας μάς ενημερώνει και μας δίνει το κλειδί για σχετικές μελέτες. Ακολουθούν ενδιαφέρουσες σελίδες σχετικές με μεταμορφώσεις Ελλήνων και ξένων δημιουργών αναλόγων ή σχετικώς αναλόγων με τη βαρναλική «μαϊμού».

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαβάζουμε τη μελέτη για τον Καρυωτάκη, τον οποίο αποκαλεί «κλασικό αντιδραστήρα», που φέρνει τη ρήξη στο βάθος χωρίς να ταράζει την επιφάνεια της ποιητικής παράδοσης. Συγκεκριμένα, μελετά τις «δύο γλωσσικές και εκφραστικές πραγματικότητες», των οποίων η συνύπαρξη στα ποιήματα του Καρυωτάκη είναι «αναγκαία δημιουργική συνθήκη». Ο μελετητής διακρίνει τέσσερις «διχοστασίες» στη γλώσσα του Καρυωτάκη, οι οποίες προκύπτουν από τις παρεμβάσεις της δικής του «αντιγλώσσας» στην «κοινή» δημοτική. Η καρυωτακική γλώσσα –η «αντιγλώσσα»– έχει πηγή της τυπικά την καθαρεύουσα και ουσιαστικά τη λογιότητα, υπηρεσιακά τη γραφειοκρατία και κοινωνικά την αγοραία ομιλία, είναι η κοσμική γλώσσα ενός κυρίου και η συμβατική του εργαστηρίου. Χρησιμοποιεί ως αυτήκοος την «κοινή» για να μιλήσει, αφού την οικειοποιηθεί, ως ποιητής.

Κατά τον ίδιο τρόπο, εκτενώς και εμπεριστατωμένα εκτίθενται και τα άλλα θέματα του βιβλίου, το οποίο αποτελεί ένα ακόμα δείγμα της εκ προοιμίου δοσμένης φιλολογικής σκευής του Δάλλα, αλλά και της ποιητικής του δεύτερης ουσίας, η οποία μαζί με την πρώτη συναποτελούν το βάθρο στο οποίο στηρίζονται οι μελέτες του. Τέλος, το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον όχι μόνο για τον φιλόλογο, ή καλύτερα τον απαιτητικό φιλόλογο, αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο ή και περιφερόμενο στην επιφάνεια της ποίησης και αγνοούντα το βάθος, τις ρίζες και τις προεκτάσεις.

ΣύμμεικταΣύμμεικτα
Μελετήματα, Δοκίμια-Κριτικές
Γιάννης Δάλλας
Gutenberg
256 σελ.
Τιμή € 14,00
1-patakis-link

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr