ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

της Ανθούλας Δανιήλ

Ανά χείρας έχουμε ένα επιστημονικό πόνημα με το ενδιαφέρον από αρχαιοτάτων χρόνων θέμα της σχέσης της τέχνης με την πραγματικότητα. Βέβαια, οι υπερρεαλιστές υποστήριξαν πως οι δύο αυτές παράμετροι είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Και είναι, με τον τρόπο που το αντιλαμβάνονται εκείνοι, και δεν είναι, αν σταθούμε στον Πλάτωνα.

Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και η Χαρά Μπανάκου-Καραγκούνη το επεξεργάζεται στα τρία εκτενή κεφάλαια του βιβλίου της, Τέχνη και Πραγματικότητα, σε όλη την ιστορική πορεία του μέσα από τις απόψεις στοχαστών, καλλιτεχνών και άλλων. Η έρευνα εκκινεί «από τις απαρχές της φιλοσοφικής διατύπωσης […] Πλάτωνα και Αριστοτέλη», σταθμεύει στον Descartes, περνάει από τον αισθητικό αντικειμενισμό και αισθητικό υποκειμενισμό, 17ο και 18ο αιώνα, οπότε η αισθητική κατακυρώθηκε ως ιδιαίτερος κλάδος της φιλοσοφίας, φτάνει στον Kant, στον 19ο και 20ό αιώνα. Γενικώς η συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει τις μεταβολές της εξεταζόμενης σχέσης, κυρίως στη ζωγραφική. Όμως συχνά θα αναφερθεί και στη μουσική, δείχνοντας τον τρόπο του πώς οι καλές τέχνες επικοινωνούν αλλά και πώς επηρεάζονται από τις περιστασιακές και άλλες κοινωνικοπολιτικές συντεταγμένες.

Στο πρώτο κεφάλαιο συναντάμε την πλατωνική άρνηση της ποίησης και της ζωγραφικής – και ειδικά της δεύτερης, επειδή το εικονιζόμενο είναι απείκασμα του απεικάσματος της Ιδέας. Κι επειδή ο Πλάτων τάσσεται υπέρ της αλήθειας και της ηθικής, η τέχνη είναι απάτη, άρα απορριπτέα. Η θέση του Αριστοτέλη τηρεί αποστάσεις από τον δάσκαλο και υποστηρίζει πως το αναπαριστώμενο ανακαλεί στη μνήμη του θεατή το πραγματικό. Σχολιάζει επίσης και την ευχαρίστηση που προέρχεται από το «ευ μεμιμημένον» και το «ευποιητικόν». Την οφειλή της νεότερης αισθητικής στον Αριστοτέλη μας δίνει επιγραμματικά ο D. Ross, ο οποίος διορθώνει το λάθος που κάνουμε, «να συγχέουμε τις αισθητικές κρίσεις με τις ηθικές και την τάση να θεωρούμε την τέχνη ακριβές αντίγραφο ή φωτογραφία της πραγματικότητας». Σταματώ στις εκφράσεις: «ο ήχος των εικόνων», «ψυχρή ένταση των ευθειών» και «θερμή ένταση των καμπυλών».

Στο δεύτερο κεφάλαιο έχουμε τις «Εκδοχές του ρεαλισμού». Το κεφάλαιο αυτό είναι και μεγάλο και δύσκολο, ενώ έχει προκαλέσει πολλές αντικρουόμενες απόψεις για το αν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα ερήμην μας ή δεν υπάρχει. Η συγγραφέας αποφαίνεται σχετικά με τον κόσμο μας πως «πρόκειται για εκδοχές του κόσμου που εμείς συγκροτούμε με το δικό μας νοητικό εξοπλισμό και τρόπο, χωρίς δυνατότητα –άρα, ούτε μέριμνα– επαλήθευσης μέσω μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τους διαμεσολαβητικούς αυτούς όρους». Από την απέραντη βιβλιογραφία την οποία χρησιμοποιεί και από τις ποικίλες και αντικρουόμενες ή όχι απόψεις των εκάστοτε στοχαστών (Husserl, Descartes, Merleau-Ponty), η έννοια της αλήθειας παρουσιάζεται ανάλογη με το πρόσωπο που τη διατυπώνει και επομένως «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», καθώς έλεγε ο Πρωταγόρας, οπότε το θέμα παραμένει άλυτο. Εν πάση περιπτώσει, η αλήθεια του πράγματος αναγνωρίζεται εφόσον υπάρχουν τα ανάλογα αποδεικτικά στοιχεία.

Η φιλοσοφία διαπλέκεται με την τέχνη. Όσον αφορά το «είναι»: «Καλλιτέχνες όπως ο Cézanne, o Kandinsky, o Klee, θεωρούν […] ότι ο ζωγράφος κατορθώνει να συλλαμβάνει και να αποδίδει με ζωγραφικά μέσα […] την εσωτερική ζωογόνηση του ορατού, δηλαδή τις αόρατες διαστάσεις του Είναι». Ο Heidegger, από την πλευρά του, σχολιάζοντας έναν αρχαίο ναό καταλήγει στο ότι ο ναός «ανορθώνει ολόκληρο τον κόσμο, τον πολιτισμό, τις επιλογές και τις πεποιθήσεις ενός ιστορικού λαού». Κι ακόμα ότι: «Μέσα στη γλώσσα αναδύεται ιστορικά σε ένα λαό ο κόσμος του και διαφυλάσσεται η γη ως κάτι έγκλειστο».

Στον 19ο αιώνα, οι εκπρόσωποι του ρομαντισμού κατοχυρώνουν στις θεωρίες τους την ιδιαίτερη ικανότητα των ποιητών και των καλλιτεχνών να συλλαμβάνουν και να εκφράζουν την πραγματικότητα. Αλλά οι ρομαντικοί αντιμετωπίζουν μεγάλη αντίδραση από τους ορθολογιστές και οι ορθολογιστές από τους ρομαντικούς, για τους οποίους η τέχνη είναι αρμοδιότερη από τη φιλοσοφία να εκφράσει τον κόσμο στην ολότητά του, «μέσω της ενατένισης». Ακολουθεί μεγάλη και εκτεταμένη έρευνα πάνω στον ρεαλισμό και τους εκπροσώπους του, τα κινήματα που ακολούθησαν οι εξπρεσιονιστές και οι υπερρεαλιστές και ο διάλογος για την πραγματικότητα διαρκεί με τις ένθεν και ένθεν αντεγκλήσεις, που οδηγούν «σε νέους συναρπαστικούς δρόμους».

Στο τρίτο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Από τις ανατροπές του καταστατικού της αναπαράστασης στις ανατροπές του καταστατικού της τέχνης», είναι ενδιαφέρουσες οι αναπτυσσόμενες απόψεις του μοντερνισμού, της νεωτερικότητας και των εκπροσώπων τους, της παρέμβασης που επιχειρούν στην αλλαγή της κοινωνίας, επειδή υπάρχει η αντίληψη πως «ο καλλιτέχνης είναι εκλεκτός, χαρισματικός και οραματιστής», στη ρήξη που επιχειρούν με την παράδοση, οπότε προβάλλεται και πάλι η υποκειμενικότητα. Τα κοινωνικά κινήματα επηρεάζουν την τέχνη –παράδειγμα μας παρέχει ο Delacroix– και μοιάζουν σαν διάδοχοι της ρομαντικής παράδοσης. Ακολουθεί εκτενέστατη αναφορά στον Cézanne και τις αντιλήψεις του περί ζωγραφικής, καθώς και την πίστη του στον «θεμελιώδη ρόλο των αισθήσεων».

Ακολουθεί ο κυβισμός ως «νέος ρεαλισμός», η δήλωση του Picasso πως ζωγράφισε τα αντικείμενα όπως τα σκεφτόταν και όχι όπως τα έβλεπε, η πληροφορία ότι ο κυβιστής βάζει το χρόνο στη ζωγραφική και ότι ο χρόνος παρεμβαίνει στην πραγματικότητα, ότι και η νόηση παρεμβαίνει επίσης, ότι εγκαταλείπεται η προοπτική και ότι διαλύεται η ενότητα της μορφής. Όμως, σκοπός της ζωγραφικής είναι «να συγκροτήσει ένα εικαστικό γεγονός», λέει ο Braque. Στις αρχές του εμπρεσιονισμού αντιτίθενται οι αρχές του εξπρεσιονισμού. Υπάρχει μια έμφαση στη δραστική παρέμβαση του καλλιτέχνη στην πραγματικότητα με σκοπό τη διαμαρτυρία: «Το μάτι του εξπρεσιονιστή ανοίγει το στόμα του ανθρώπου». Οι εξπρεσιονιστές ζωγραφίζουν την εξαθλίωση, τον πόνο, την οργή. Δειγματοληπτικά αναφέρουμε ως εκπροσώπους του κινήματος τον Van Gogh και τον Munch.

Η μελέτη ολοκληρώνεται με τα νεότερα κινήματα –dada και υπερρεαλιστές–, ομοιότητες και διαφορές, καθώς και απόψεις, κρίσεις, θέσεις και αντιθέσεις στοχαστών και καλλιτεχνών, οι οποίοι θέτουν πολύ σοβαρά ζητήματα, όπως: τη δύναμη των κύκλων που αποφασίζουν περί του τι είναι τέχνη αλλά και την κρίση των αισθητικών αξιών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Duchamp, ο οποίος καταθέτει με ψευδώνυμο έργο που απορρίπτεται και μετά την αποκάλυψη του ονόματός του γίνεται αποδεκτό. Η περίπτωση αυτή φέρνει στην επιφάνεια το θέμα «της εξουσίας του καλλιτέχνη», αλλά και την «αποσύνδεση της τέχνης από την ομορφιά και την απόλαυση».

Η συγγραφέας περιγράφει εκτενώς το κίνημα του υπερρεαλισμού, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τους εκπροσώπους, τον Breton κυρίως και τα μανιφέστα του, τη θέση του ορθολογικού στον υπερρεαλισμό, το Συνέδριο του Cerizy, τις απόψεις του Camus. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές εξελίξεις και τις υπερβάσεις τους, το μεταμοντέρνο και τους περί αυτό διαξιφισμούς. Εντέλει πρόκειται για μια πλήρη, ενδιαφέρουσα περιήγηση στον κόσμο της τέχνης και την εκάστοτε περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Κρατάμε ως επιλογική φράση την ελπιδοφόρα διατύπωση: «Η τέχνη δεν παύει να θυμίζει ότι η ίδια η όραση είναι δημιουργική και η πραγματικότητα ανοιχτή» σε νέες προκλήσεις των αισθήσεων και του νου.

Τέχνη και πραγματικότητα Τέχνη και πραγματικότητα
Φιλοσοφικές και καλλιτεχνικές εκδοχές μιας πρωτεϊκής σχέσης
Χαρά Μπανάκου-Καραγκούνη
Εκδόσεις Έννοια
392 σελ.
Τιμή € 21,30

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: