A+ A A-

ΠΕΡΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Περί μελαγχολίας ο λόγος. Πρόκειται για τη «μέλαινα χολή», ασθένεια που προκαλείται όταν η χολή χυθεί στο αίμα, ή απλώς δυσθυμία, τάση για ονειροπόληση, απομόνωση, συνεχής και επίπονη λύπη (μας πληροφορεί το Λεξικό του Δημητράκου). Η συγγραφέας του ενδιαφέροντος πονήματος, Αλεξάνδρα Ρασιδάκη, ξεκαθαρίζει τα πράγματα με μια αλυσίδα ορισμών. Πρόκειται για συνώνυμο της κατάθλιψης, παροδική ψυχική διάθεση, βασανιστική στεναχώρια, γλυκιά νοσταλγία, πηγή θείας έμπνευσης, αμαρτία, ιδιοφυΐα, ασθένεια και άλλα.

Ας πάρουμε το βιβλίο από την αρχή. Χωρίζεται σε δύο μέρη: στο πρώτο, με έξι ενότητες, και στο δεύτερο, με τέσσερις ενότητες, η συγγραφέας παρακολουθεί το θέμα από την αρχαιότητα και εξής. Με αναφορές στον Αριστοτέλη, τον Γαληνό, τον Robert Burton, τους Πατέρες της Εκκλησίας και τον Φρόιντ και με αρκετά εκτεταμένη στάση στον Ρομαντισμό, θα διεξέλθει το φαινόμενο στον «ευρωπαϊκό λόγο περί μελαγχολίας» και στις εκφάνσεις του στη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα. Η έρευνα γίνεται σε τρεις θεματικούς κύκλους: Ιδιαιτερότητα και ατομικότητα, Κριτική διάθεση, Σχέση μελαγχολίας και δημιουργικότητας.

Σταχυολογώντας σκόρπιες απόψεις, σταματώ στο ότι η μελαγχολία είναι «γνώρισμα των ξεχωριστών ατόμων», ότι «ανάγεται στο προπατορικό αμάρτημα», ότι θεωρείται «ποιητική μούσα, από την Αναγέννηση ως τις απαρχές του μοντερνισμού», ότι υπάρχει «συσχέτιση με τη ματαιότητα», όπως αυτή εκφράζεται στις ολλανδικές νεκρές φύσεις, ότι η μελαγχολία είναι αρρώστια αλλά και γνώρισμα ιδιαιτερότητας, στη σχέση πένθους και μελαγχολίας, στη μελαγχολία κατά Φρόιντ. Ακόμα επιχειρεί τη «συσχέτιση επιλεγμένων λογοτεχνικών κειμένων με τον ευρωπαϊκό περί μελαγχολίας λόγο» για να διερευνήσει τη «μελαγχολική οπτική» που «λειτουργεί ως έναυσμα για την άσκηση κοινωνικής κριτικής», αλλά και πολιτικής και φροϊδικής ψυχαναλυτικής.

Ανάμεσα στους μεγάλους μελαγχολικούς ηγέτες θα συναντήσουμε τον περιπλανώμενο ανά την υφήλιο Ρολάνδο και τον Αμφόρτα, φύλακα του ιερού Γκράαλ. Η μελέτη υποστηρίζει την άποψη πως ο ηγέτης είναι μελαγχολικός λόγω της εξέχουσας θέσης του που τον ωθεί στην απομόνωση, πλήξη, ανία και βαριεστημάρα. Οι παραλλαγές είναι πάμπολλες.

Στα μυθιστορήματα Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Ο Λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη, η συγγραφέας μελετά τη μελαγχολία ως στρατηγική υπονόμευσης της εξουσίας, αλλά και ως «αφηγηματικό τέχνασμα που αποσκοπεί να καταστήσει τη μορφή του ηγέτη συμπαθή στον αναγνώστη, αλλά και στην απομυθοποίησή της». Έτσι προκύπτει ο σκληρός και αδυσώπητος δικτάτορας, ή ο καταχραστής της εξουσίας, αλλά και η παρακμή του με σκοπό να υπονομευτεί η εικόνα του, να φανεί η αδύνατη πλευρά, να κριθεί και να καταδικαστεί. Με άλλα λόγια, να γκρεμιστεί το είδωλο και να φανεί ο κοινός άνθρωπος πίσω από τον τίτλο και την εξουσία.

Η Ρασιδάκη, σχολιάζοντας τα λογοτεχνικά κείμενα σε σχέση με τα Μικρασιατικά, και ιδίως τον Λαβύρινθο, ανατρέχει διαρκώς στην ελληνική ιστορία, τον μύθο και την απομυθοποίησή του, κάνοντας μια άλλου τύπου, αξιολογότατη ιστορική αναδρομή. Τα σχόλιά της πάνω στην Ιστορία και στα μυθιστορήματα, σε αλήθειες και μυθοπλασίες, σε ιδεολογήματα και αποκαθηλώσεις, όλα περνούν από τον κριτικό έλεγχο της επιστημονικής έρευνας και ανατρέπουν γνωστά και μη ομολογημένα ευρέως πάθη, καταλήγοντας με τη θέση του Καρνέζη ότι, μεταξύ άλλων, «η λογοτεχνία προσφέρεται για αναστοχασμό».

Για τη ματαιότητα ως κοσμοαντίληψη και το θάνατο ως απλή καθημερινότητα και όχι ως «δραματικό τέλος της ζωής», στηρίζεται στα ποιήματα του Gottfried Benn με τον τίτλο «Morgue» και τη νουβέλα της Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών, όπου διαπιστώνει ότι τα κείμενα αυτά «σκηνοθετούν την ένταση μεταξύ παρουσίας και απουσίας και μπορούν… να συσχετιστούν με την παράδοση των νεκρών φύσεων».

Για τα ποιήματα του Benn γράφει ότι αντιμετωπίστηκαν με μεγάλη αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη λόγω της ωμότητας των περιγραφών τους, κάτι το οποίο «εντάσσεται στη μοντερνιστική αισθητική της ασχήμιας». Η ενότητα, τεκμηριωμένη και εξόχως πληροφορητική για μια περιοχή της τέχνης άγνωστη και, εν πολλοίς, αποκρουστική, την οποία όλο και συχνότερα βλέπουμε σε διάφορες μορφές τέχνης. Στη νουβέλα της Seghers ο θάνατος των «κοριτσιών» δεν παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη μοίρα, αλλά ως τραυματική εμπειρία, η οποία έχει την αιτία της στον πόλεμο.

Στο έργο Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll, η μελαγχολία οφείλεται σε κοινωνικούς λόγους και «συμβαδίζει με έναν κριτικό τρόπο θεώρησης του κόσμου». Ο «κλόουν», μιλώντας για τη ζωή του, αποδίδει στο περιβάλλον του την αιτία της περιθωριοποίησής του, αν και το κατάντημά του αποτελεί τη φυσική κατάληξη των επιλογών του, εφόσον ζούσε «ανεμίζοντας τη μελαγχολία του σαν λάβαρο». Στα Αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius, η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία αμέσως μετά την πτώση του τείχους. Στο έργο προβάλλονται οι «σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης». Ο αφηγητής, παρατηρητής, κριτής της όλης κατάστασης είναι ένας μελαγχολικός «σκεπτικός και σκωπτικός, που δεν συμμερίζεται την αισιοδοξία των συμπατριωτών του…», οι οποίοι στο τέλος θα φτάσουν σε σημείο «οσταλγίας», να νοσταλγούν δηλαδή το δικό τους προηγούμενο καθεστώς. Τούτο σημαίνει πως η «χαρά» της επανένωσης των δύο Γερμανιών προβληματίζει τον ήρωα και τον καθιστά δύσπιστο όσον αφορά το ευτυχές μέλλον της χώρας του. Κι εδώ, επισημαίνει η Ρασιδάκη, «δεν είναι η ιστορική πραγματικότητα, αλλά ο τρόπος αναφοράς σ’ αυτήν, η εκμετάλλευση της Ιστορίας από τον εκάστοτε κυρίαρχο λόγο».

Τέλος, στο διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», ο μελαγχολικός ήρωας και η αγαπημένη του πεθαίνουν από ανέφικτο έρωτα, εκείνη στο ψυχιατρείο κι εκείνος στο ορυχείο. Το έργο έχει επιδράσεις από τον γερμανικό ρομαντισμό (στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας, άλλωστε, ο Βιζυηνός σπούδασε Φιλοσοφία κοντά σε σπουδαίους δασκάλους και παράλληλα έγραφε ποιήματα). Το ενδιαφέρον εδώ εστιάζεται στα δύο ερμηνευτικά σχήματα της μελαγχολίας. Στο ένα του ρομαντικού ήρωα και στο άλλο της ψυχιατρικής κρίσης.

Ενδιαφέρουσα είναι και η αναφορά στη φύση, η οποία λειτουργεί ως «καθρέφτης της ψυχής», ως «μια οθόνη στην οποία προβάλλεται η αμφιθυμία του ανθρώπου». Όπως παρατηρεί η Ρασιδάκη, στα ρομαντικά εικαστικά έργα «το ρομαντικό υποκείμενο παρουσιάζεται στο ρόλο του παρατηρητή» και δεν είναι άμοιρη η σχέση του ήρωα με το τοπίο. Ενδιαφέρουσα παράμετρος είναι η αναφερομένη στο μοτίβο-δάνειο από τον γερμανικό ρομαντισμό «ορυχείο», που είναι και το κέντρο του διηγήματος του Βιζυηνού. Η συγγραφέας αναπτύσσει το θέμα του «ορυχείου» με μια εκτενή περιδιάβαση και πολλές αναφορές σε έργα που αξιοποιούν το μοτίβο. Τελικώς, το διήγημα του Βιζυηνού μπορεί να διαβαστεί ως «χρονικό μελαγχολίας» και μπορεί να θεωρηθεί «σκηνοθεσία ψυχικής κρίσης, σχολιασμένη με τον ψυχιατρικό λόγο της εποχής».

Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Ρασιδάκη, πέρα από πολύτιμη μελέτη πάνω στο θέμα της μελαγχολίας, συνιστά, με την επικουρία της επιστήμης, εργαλείο μελέτης της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικώς.

Περί μελαγχολίαςΠερί μελαγχολίας
Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη
Αλεξάνδρα Ρασιδάκη
Κίχλη
299 σελ.
Τιμή € 20,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr