A+ A A-

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ

της Γιώτας Φώτου

Ο Φώτης Θαλασσινός στη νουβέλα του Το άσμα της φάλαινας, επιστρατεύοντας ποιοτική και ποιητική γραφή, ιδιαίτερα πλούσιο λεξιλόγιο και πυκνά νοήματα, δημιουργεί ένα σκληρό και αρχικά σοκαριστικό σκηνικό, για να δώσει θέματα και ιδέες που με την πρώτη ματιά ο αναγνώστης αποποιείται, αλλά κατά βάθος γνωρίζει ότι τον αφορούν και βρίσκονται γύρω του.

Χώρος η φανταστική Μπελούγκα, που είναι ταξινομημένη σε ζώνες κοινωνικών τάξεων και διαφορετικών ηθικών αξιών. Οι κάτοικοί της μετακινούνται ανάμεσά τους προσπαθώντας να κατακτήσουν το καλύτερο, σε υλικό και ηθικό επίπεδο, ωστόσο κάποιες φορές συμβαίνει το αντίθετο – όπως και στην πραγματική ζωή.

Από το πρώτο κεφάλαιο συναντάμε ένα είδος κανιβαλισμού που αποθαρρύνει (προσωρινά, ευτυχώς) τον αναγνώστη. Η σκηνή της δολοφονίας του Αμπντάλ από τον Χασάν και όλα όσα ακολουθούν, ορίζουν τα επόμενα, είναι συμβολικά και συνειδητά επιλεγμένα από τον συγγραφέα. Ο κανιβαλισμός με τη μεταφορική έννοια υπάρχει στη ζωή όλων, οι άνθρωποι αξιολογούνται με βάση επουσιώδη ζητήματα, όπως για παράδειγμα το μέγεθος του ανδρισμού. Η δεύτερη δολοφονία του Σιράχη (ενός ανθρώπου που αναζητά τη γαλήνη μέσα από το ύψιστο τραγούδι της φύσης και εστιασμένου περισσότερο στην ανάγκη της πνευματικότητας και της ηρεμίας) από τον Μάικ (προσηλωμένος στην απόκτηση υλικών αγαθών εκείνος) δίνει τις σχέσεις αλληλεπίδρασης θύματος και θύτη και τα αποτελέσματα καθημερινών πράξεων, αφού πολλές φορές για να κατακτήσει κάποιος «το καλό» περνά μέσα από «το κακό».

Και δίπλα σ’ αυτούς ο Έντγκαρ, μοναχικός, καταραμένος, Χριστιανός, παρακολουθεί τους ανθρώπους «να περνούν στη θάλασσα των ειμαρμένων τους» ψάχνοντας ο ίδιος τη συντροφικότητα που θα τονώσει τη φωτεινή πλευρά του εαυτού του. Η πλατεία της Μπελούγκα, όπου κινείται, συμβολίζει το δικό του πεδίο δράσης, τη δική του κοινωνία μέσα στην ευρύτερη. Εκεί συναντώνται άνθρωποι που δεν έχουν θέση αλλού, ο μουσικός που τραγουδά τη νοσταλγία (προϋποθέτει παρελθόν), ακόμα παιδιά και περιστέρια. Εκεί βρίσκεται μια λάμπα (όσα παραπλανούν τον άνθρωπο) που καίει τα έντομα (όσους αθώους παραπλανούνται) κι ο Έντγκαρ αντλεί παρηγοριά παρακολουθώντας την καταστροφή τους (έτσι αντέχει τη δική του αδυναμία και θέση). Η συγγραφέας της πλατείας, Καλένα (Ζατέλη), αγαπιέται από τον Έντγκαρ, γίνεται λόγος ύπαρξης, είναι πολύ κοντά αλλά και πολύ μακριά, απρόσιτη, σε άλλον κόσμο. Αντίθετα η Μίμος (επίσης σημειολογική η ασχολία και η ανωνυμία της) κινείται σε έναν πιο πραγματικό κόσμο, αφήνει περιθώρια επικοινωνίας κάτω από τη μάσκα της, επικοινωνεί εντέλει.

Όλα δένονται με «Το άσμα της φάλαινας» (τον ήχο του Σύμπαντος που οδηγεί όσους καταφέρουν να το ακούσουν στην αυτοπραγμάτωση). Προσηλωμένος σ’ αυτή τη μελωδία ο Σιράχης απαρνείται την προηγούμενη ζωή του, ο Μάικ επηρεάζεται, ο Έντγκαρ μαγεύεται, αποφασίζει ότι έχει την υποχρέωση να τη μοιραστεί με άλλους.

«Η γαλήνη αναδύεται όταν οι ανθρώπινες πράξεις έχουν τη φυσική ομορφιά του πετάγματος μιας πεταλούδας» τονίζει ο Φώτης Θαλασσινός στο εξαιρετικά ενδιαφέρον και άψογα δομημένο βιβλίο του, για να αφήσει τελικά στον αναγνώστη την αίσθηση της αισιοδοξίας αλλά και την απειλή της αβύσσου, που καραδοκεί ανά πάσα ώρα και στιγμή.

ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣΤο άσμα της φάλαινας
Φώτης Θαλασσινός
Οδός Πανός
79 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1571

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΥ ΑΛΛΟΥ Η ΓΙΟΡΤΗ

του Γιάννη Στρούμπα

Είναι δυνατόν να διαπραχθεί ληστεία, πρωταρχικός στόχος της οποίας δεν θα ’ναι τα χρήματα; Η ερώτηση επιδέχεται καταφατική απάντηση, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν άλλα ισχυρά κίνητρα ικανά να οδηγήσουν σε μία αντίστοιχης υφής απονενοημένη πράξη. Για τον δεκαοκτάχρονο Μπίλη, τον ήρωα του Χρήστου Χαρτοματσίδη στο μυθιστόρημά του Είναι κάπου αλλού η γιορτή, τα κίνητρα όντως υφίστανται και τον οδηγούν, παραμονή Χριστουγέννων, μεταμφιεσμένο στον συνονόματό του Αϊ-Βασίλη, σε επίθεση εναντίον του γειτονικού ζαχαροπλαστείου. Το ζαχαροπλαστείο ανήκει στον νταή της γειτονιάς, άρχοντα της νύχτας και διακινητή μαύρου χρήματος Πιτ Καλαβάθη, επονομαζόμενου και «Μαύρου Πιτ». Ο Καλαβάθης αναγνωρίζει τον ληστή. Έκτοτε ξεκινάει ένα εικοσιτετράωρο του Μπίλη στην παρανομία, που θα διαρκέσει ως το επόμενο βράδυ των Χριστουγέννων, οπότε και θα συλληφθεί.

Οι περιπλανήσεις του κεντρικού μυθιστορηματικού ήρωα περιλαμβάνουν σωρεία αναδρομών στο παρελθόν, μέσω των οποίων πραγματοποιείται σταδιακά τόσο η ανασύνθεση του παρελθόντος των βασικών ηρώων του μυθιστορήματος, όσο κι η ερμηνεία του ψυχισμού τους, που ’ναι συνάρτηση πρωτίστως του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έχουν μεγαλώσει. Ο Μπίλης ανήκει σε οικογένεια εργατών. Η φτώχεια της οικογένειας συνεπάγεται, εκτός από στερήσεις, και πολλές ταπεινώσεις. Για τον Μπίλη, το κέντρο της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου ένα ζευγάρι γυναικείες μπότες κοστίζει όσο δύο ενοίκια της οικογένειάς του, είναι ο τόπος μιας διαρκούς γιορτής, που μπορεί μόνο επιφανειακά να τη γευτεί στις εξόδους των Σαββατοκύριακων, απομακρυνόμενος προσωρινά από τους «ταπεινούς» Αμπελοκήπους, όπου διαμένει. Η αίσθηση πως η «γιορτή» είναι διαρκώς κάπου αλλού κινητοποιεί τον μυθιστορηματικό ήρωα, ώστε να ξεφύγει από το κλίμα ταπείνωσης της κοινωνικής του τάξης και να αποδείξει ότι διαθέτει το σθένος να ενεργήσει απρόβλεπτα κι αντισυμβατικά.

Το βασικότερο θέμα, λοιπόν, στο μυθιστόρημα του Χαρτοματσίδη είναι το κοινωνικό σχόλιο που απορρέει από τον τίτλο του: είναι κάπου αλλού η γιορτή. Ο Χαρτοματσίδης, αφορμώμενος από το ρεαλιστικό περιβάλλον της γιορτής των Χριστουγέννων, αδράχνει την ευκαιρία να μιλήσει συμβολικά, μεταφερόμενος από τη θρησκευτική γιορτή σε μία γενικότερη διάσταση της έννοιας «γιορτή», σύμφωνα με την οποία η λέξη αποδεσμεύεται από τον ημερολογιακό της εντοπισμό και περιγράφει τις περιστάσεις εκείνες που διασφαλίζουν στους ανθρώπους μία ζωή πρόσφορη στην απόλαυση υλικών αγαθών και διασκεδάσεων, πέρα από τις μειονεξίες που δημιουργούν οι δυσκολίες της ζωής.

Η διεκδίκηση ενός κομματιού από τη «γιορτή» είναι βασική επιδίωξη των ηρώων του Χαρτοματσίδη, όσων τουλάχιστον δεν ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή δεν είναι βολεμένοι. Στο πλαίσιο της διεκδίκησης αυτής δομείται βήμα βήμα ο χαρακτήρας των ηρώων, μέσα από μια σειρά συμπεριφορικών εκδηλώσεων που δεν χαρακτηρίζονται κατ’ ανάγκη από τη συνέπειά τους, και οι οποίες αποδίδουν μάλιστα την αντιφατικότητα των ανθρώπων, των ανθρώπων που είναι αρκούντως πολύπλοκοι ώστε να μην είναι πάντα προβλέψιμοι. Οι ήρωες του Χαρτοματσίδη ακροβατούν ανάμεσα στο κοινωνικώς ηθικά αποδεκτό και στη διάθεσή τους να μη φαντάζουν τελείως αφελείς υποκύπτοντας στις κοινωνικές συμβάσεις. Κι επειδή επιπλέον δεν είναι όντως αφελείς, ο προσποιητός τους «ρομαντισμός» αποδομείται όντας κάλπικος.

Η ατυχής απόπειρα των ηρώων να ισορροπήσουν μεταξύ αντιτιθέμενων τάσεων τους καθιστά πρωταγωνιστές μιας ιλαροτραγωδίας, όταν αποτυχαίνοντας γελοιοποιούνται. Παράλληλα, οι ήρωες του Χαρτοματσίδη φαντάζουν μέσα στα αδιέξοδά τους σαν τραγικά θύματα μιας μοίρας, την οποία δεν μπορούν να αλλάξουν. Η κονιορτοποίηση των προσδοκιών προκύπτει ακόμη και μέσα από τη διάψευση των πόθων των ηρώων από τη διάφορη πραγματικότητα. Ο Χαρτοματσίδης, διεισδύοντας βαθιά στις ψυχές των ηρώων του, παρουσιάζει ενδόμυχες σκέψεις τους σχετικές με την ανθρώπινη τάση της φαντασίωσης καταστάσεων εντός των οποίων ο κάθε άνθρωπος οραματίζεται την προσωπική του αυτοθυσία, τα προσωπικά του «μαρτύρια», προκειμένου να «σώσει» καταστάσεις ηρωοποιούμενος. Κι ενώ μ’ όλες αυτές τις ανεπάρκειες των ηρώων η ατμόσφαιρα τείνει να βαρύνει, ο Χαρτοματσίδης αποφορτίζει το κλίμα με μια ακαριαία διαπίστωση, που προσγειώνει τους ήρωες στην πραγματικότητα και τους απομυθοποιεί, στον αντίποδα της προηγούμενης ηρωοποίησης, καθιστώντας τους πιο γήινους και, λόγω των αδυναμιών τους, πιο συμπαθείς.

Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκει τον Μπίλη να δέχεται πυροβολισμό από τον Καλαβάθη, ο οποίος ζητά εκδίκηση για τη ληστεία. Ο Χαρτοματσίδης δεν ξεκαθαρίζει ποια τύχη περιμένει τους ήρωες. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Μπίλης σώζεται μεν, όμως χάνει τη σπλήνα του. Τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά: θα συγκαλυφτεί η υπόθεση; Θα βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει ο Καλαβάθης, με τα κυκλώματα που ελέγχει; Είναι πολύ πιθανό. Μα εξίσου πιθανό είναι και να τιμωρηθεί επιτέλους, κάτι που δεν το τολμούσε κανείς από τους ενοίκους της γειτονιάς, επειδή όλοι τον φοβούνταν. Έτσι, η επικείμενη τιμωρία εναντίον κάθε κατεργάρη, μικρού ή μεγάλου, ίσως αποκαθιστά την τάξη κι επιφέρει την κάθαρση, που λυτρώνει τους αναγνώστες του μυθιστορήματος με τρόπο δραματουργικό. Ωστόσο, ακόμη και πέρα από την επικείμενη τιμωρία, η τελική αισιοδοξία του Μπίλη, ο οποίος βρίσκει τη δύναμη να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται από το κρεβάτι του νοσοκομείου, είναι από μόνη της αρκούντως λυτρωτική.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΟΥ ΑΛΛΟΥ Η ΓΙΟΡΤΗΕίναι κάπου αλλού η γιορτή
Χρήστος Χαρτοματσίδης
Τόπος
229 σελ.
Τιμή € 13,90

 

Εμφανίσεις: 1277

ΥΨΙΠΥΛΗ, Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

της Ελένης Χωρεάνθη

Παραφράζοντας τη φράση που η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο στη «Δεύτερη περιπλάνησή» της (σελ. 28): «Σοφά ανοίγει δρόμο το κακό για να μας παγιδέψει», μπαίνω στον πειρασμό να αντικαταστήσω τη λέξη «κακό» με τη λέξη «αυτογνωσία». Και, ναι μεν, το κακό οδήγησε τις απατημένες διαδοχικά Λήμνιες στην τρέλα και στο «κατάπτυστον» έργο τους, η δε αυτογνωσία οδήγησε τη συγγραφέα να συνθέσει ένα αλλιώτικο, σε σχέση με τα προηγούμενα θαυμαστά ιστορικά έργα της, μυθιστόρημα βασισμένο στον πανάρχαιο μύθο, που ολοκληρώνεται σε «πέντε τελετουργικά, σε πέντε –θεατρικά– δρώμενα».

Ευτύχησε να γεννηθεί σ’ ένα «εκατόχρονο σπίτι στην οδό Υψιπύλης», στο χώρο δηλαδή όπου, υποθετικά, ήταν τα βασιλικά παλάτια του Θόαντα. Έτσι, μπορεί να παρακολουθεί από την κλειδαρότρυπα τα εντός των ανακτόρων δρώμενα, αλλά και τα συμβαίνοντα εκτός και κυρίως στις ψυχές των τραγικών ηρωίδων. Περιφέρεται ανάμεσά τους, ζει εντός και εκτός της μυθικής και της σύγχρονης πραγματικότητας, μια τραγική μυθική ηρωίδα κι εκείνη, βιώνοντας και κατανοώντας το διαχρονικό δράμα της απατημένης αιώνια γυναίκας.

Στην πραγματικότητα, την απασχολεί ζωτικά η Λήμνος, η γενέτειρά της, το νησί με τους γυμνούς, χρυσαφένιους λόφους, τις κρυστάλλινες πηγές, τα ιαματικά Θέρμα όπου είχε, λέει ο μύθος, το σιδηρουργείο του ο θεός Ήφαιστος, τα ερείπια αρχαίων ναών, τα μοναδικά πήλινα ευρήματα ενός πανάρχαιου πολιτισμού που αναπτύχθηκε στη μυθική Πολιόχνη, στην Ηφαιστεία, τα σημάδια του ναού της Άρτεμης, ο Ρωμαίικος γιαλός, όπου εικάζεται ότι προσορμίστηκε η μυθική Αργώ με τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, ο Μπουρνιάς και ο Πέτασος, η σπηλιά του Φιλοκτήτη και πλήθος άλλα κι αδιάψευστα τεκμήρια για τη συμβολή της Λήμνου στον πολιτισμό.

Με εχέγγυο την παθιασμένη αγάπη της για τη Λήμνο, βουτάει σε πολύ βαθιά νερά και τολμάει να αναλύσει εις τα εξ ων συνετέθη και να ερμηνεύσει τον αρχαίο μύθο, γίνεται ένα πρόσωπο με διπλή ή διχασμένη προσωπικότητα, μια σύγχρονη γυναίκα και συγχρόνως ιέρεια στον περικαλλή ναό του ηλιόλουστου γυμνού νησιού της, όχι μαινάδα, ο ρόλος των μαινάδων είναι για τις πολύπαθες φόνισσες που αντιμετωπίζει με πολλή κατανόηση και αγάπη σε όλες τις φάσεις του δράματος: στην τρέλα και στο φονικό, στη χειρότερη φάση των δρώμενων, τη συναίσθηση της αποτρόπαιης πράξης και τη μεταμέλειά τους και ως την κάθαρση από το φρικιαστικό έργο για να αξιωθεί να βιώσει και το ερωτικό συναπάντημά τους με τους Αργοναύτες για τη συνέχιση της ζωής πάνω στην ξανθή γυμνότητα του νησιού με τη νέα ανθρώπινη σπορά.

Ανεξάρτητα από τις προθέσεις της, τις διασαφηνίσεις που θεώρησε αναγκαίο να κάνει για να μυήσει, προφανώς, τον ανυποψίαστο αναγνώστη στα ορφικά μυστήρια της γραφής της και τα «πιο αρχέγονα στοιχεία της ψυχής, το πάθος, το πένθος, το σπαραγμό, την κάθαρση και την αγάπη» που επιστράτευσε για να πλάσει το ιδιότυπο μυθιστόρημά της, την προσφυγή συχνά στις πηγές για την επιστημονική στήριξη του έργου της, γεγονός που σπάει την ενότητα και την ποιητικότητα του κειμένου, εκείνο που αποκομίζεις από την προσεκτική ανάγνωση και μελέτη του πολύ ενδιαφέροντος για πολλούς λόγους βιβλίου, είναι η αγωνιώδης προσπάθεια της συγγραφέως να βρει έναν κώδικα επικοινωνίας της με τους μυθικούς προκατόχους του νησιού της, να δημιουργήσει γέφυρες πάνω από το χάσμα των εποχών και των γενεών τριάντα τριών αιώνων για να συνδέσει διαχρονικά τα πρόσωπα και τα γεγονότα, τις εποχές και τις περιόδους της ανθρώπινης περιπέτειας. Έτσι μπαίνει η ίδια μέσα στο μυθιστορηματικό γίγνεσθαι, πάει κι έρχεται προς και από το μακρινό παρελθόν, αθέατη πάντα, παίρνει μέρος στα δρώμενα, συμπορεύεται, συμπάσχει, πενθεί, περνάει από όλα τα στάδια του ψυχικού μαρτυρίου των Λήμνιων γυναικών, όχι ως κριτής, αλλά συμπάσχουσα, συμπονούσα, πασχίζοντας και η ίδια να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, τα σκορπισμένα εδώ κι εκεί στα χρυσαφένια τοπία της γυμνής γης της πατρίδας της για να συνθέσει και να συνδέσει τον δικό της μύθο με τον πανάρχαιο των παθιασμένων γυναικών.

Η δυναμική, εξόχως ποιητική, γραφή της ξεπερνάει τις κακοτοπιές και χτίζει ένα ιδιόμορφο, γλαφυρό, ποιητικό μυθιστόρημα, ένα δρώμενο με δομή τραγωδίας που θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει θεατρικά χωρίς τα δεκανίκια, τα επεξηγηματικά σχόλια που αποδυναμώνουν το έργο. Η παρουσία της, άλλωστε, και η συμμετοχή της στα μυθιστορηματικά δρώμενα είναι εμφανής.

ΥΨΙΠΥΛΗ, Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣΥψιπύλη, η βασίλισσα του αίματος
Μαρία Λαμπαδαρίδου - Πόθου
Πατάκης
208 σελ.
Τιμή € 4,00

 

Εμφανίσεις: 2123

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

της Λίτσας Ψαραύτη

Ένας παλιός κολίγος και όσα αφήνει κληρονομιά στα εγγόνια του: ιστορίες του κάμπου, ένα κομμάτι γης και έναν έρωτα που δεν πρόλαβε να χαρεί ο ίδιος.

Πέντε παιδιά: η Ζαμπέτα, ο Λίνος, ο Κωσταντής, ο Αργύρης και ο Μιχέλ, που μεγαλώνουν μαζί, φίλοι αχώριστοι στα παιχνίδια της αυλής, για να σκορπίσουν αργότερα στα παιχνίδια της ζωής και του έρωτα.

Ένα φτερωτό άλογο εγκλωβισμένο στις κλωστές του υφαντού και στο νήμα του μύθου, που ακολουθεί τους ήρωες από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας.

Μια στέρνα στην αυλή με μυστικά και φεγγάρια στο βυθό της και μια «μικρή μάγισσα» που ήξερε να σηκώνει κύματα στα νερά της και να μαγεύει τον κόσμο μιας στερημένης εφηβείας.

Ένα ποτάμι «γιος της Λήθης» και το χώμα του θεσσαλικού κάμπου.

Ο χρόνος, άρπαγος και ψεύτης, και ο έρωτας, λυτρωτής ή τιμωρός. Ήττες και ενοχές. Ένας γάμος κάτω από τη ρομφαία της τιμωρίας.

Άνθρωποι που έφυγαν και ξαναζούν στη μνήμη των αγαπημένων τους.

Η πόλη που μεγαλώνει και αλλάζει μαζί με τους ήρωες.

Η ζωή που την ταράζουν αγώνες και αγωνίες, έρωτες και λάθη, και πότε σκορπάει πότε φαντάζει λαμπερή, όπως και το φεγγάρι που καθρεφτίζεται άλλοτε ολόκληρο σε νερά ακύμαντα άλλοτε κομματιασμένο σε νερά ταραγμένα. Γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της πόλης των Τρικάλων αλλά και της Θεσσαλίας, δεμένα με τη ζωή των ηρώων, μέσα από τη ζωή δύο οικογενειών σε μια αυλή τρικαλινού σπιτιού από τις αρχές του 1900 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70.

Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο πλέκονται ιστορίες έρωτα και ιστορίες επιβίωσης των ηρώων παράλληλα με τον αγώνα τους με τη γη και τον εχθρό ή με τον εαυτό τους, στον πολύπαθο θεσσαλικό κάμπο και στις γειτονιές που διατρέχει ο Ληθαίος, το τρικαλινό, αρχαίο ποτάμι.

Η συγγραφέας, από τις καλύτερες στο χώρο της λογοτεχνίας για νέους αλλά και για ενήλικες –ένα από τα πρώτα της βιβλία, η Οδός Γραβιάς (Βραβείο Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου), θεωρείται σταθμός στη νεανική λογοτεχνία, καθώς και το έργο της Τα χρόνια τρέχοντας, που μπήκε στη λίστα για κρατικό βραβείο–, γράφει για την πόλη της και για τον κάμπο που την περιβάλλει. Θέλει ν' ακουστεί η ανάσα τους, η φωνή τους μαζί με τη φωνή των ηρώων. Να ζωντανέψει το απώτατο παρελθόν της πόλης, το πρόσωπό της το χτεσινό με τις παλιές γειτονιές της, τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια της, τις πλατείες της, τα τραγούδια της, τις μυρωδιές της, τα χρόνια τα δύσκολα που πέρασε μαζί με τους ανθρώπους του κάμπου έτσι όπως τους φαντάστηκε, να αγαπούν, να πενθούν, να γλεντούν, να αγωνίζονται για τη γη τους και να διεκδικούν – όλα αυτά που έχει ακούσει ή διαβάσει σε βιβλία. Ήρωες της ιστορίας της είναι και η πόλη με τον κάμπο της. Ίσως πρωτίστως να το έκανε για την ίδια. Για να ξεφύγει για λίγο από τα σημερινά που δυναστεύουν όλους μας, επιστρέφοντας στα παλιά που την έθρεψαν και τη μεγάλωσαν.

Τριγυρίζει στον κάμπο, στα παλιά καλντερίμια της πόλης, στις παλιές πλατείες και ζει σημαδιακές στιγμές από το παρελθόν της, όσα δεν ήξερε και τα βρήκε μέσα σε βιβλία όπου, με κόπο και αγάπη περισσή για την πόλη, κάποιοι άνθρωποι προσπάθησαν να τα καταγράψουν και να τα διασώσουν για τις επόμενες γενιές.

Επιχειρεί ένα οδοιπορικό προς τα πίσω. Υποδέχεται μαζί με τους ήρωες της ιστορίας της και τους ανθρώπους του κάμπου τον ελληνικό στρατό όταν μπήκε μέσα στην πόλη, εκείνο τον Αύγουστο του 1881 που η Θεσσαλία ξαναέγινε ελληνική. Βρίσκεται μαζί με τους Τρικαλινούς που προσπάθησαν να υπερασπιστούν την πόλη στον άτυχο πόλεμο του ’97. Ζει στιγμές από τη μεγάλη πλημμύρα του 1907. Είναι στο Κιλελέρ μαζί με τους εξεγερμένους αγρότες ή στα καφενεία της Ασκληπιού όπου καβγάδιζαν οι βασιλικοί με τους βενιζελικούς. Ακούει τα βήματα των Γερμανών που περιπολούσαν τη νύχτα. Βλέπει τα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλα κρεμασμένα στο τσιγκέλι, όπως τα είδαν τα παιδιά εκείνης της εποχής. Και θέλει να ερωτευθεί. Να ερωτευθεί πολύ, χωρίς όρια και χωρίς πρέπει, μέσα από τον έρωτα της Ζαμπέτας για τον Λίνο και της Διαμάντως για τον Αντρέα.

Ταξίδεψε «επί της σιδηράς οδού» προς τον Βόλο μαζί με τον Πασχάλη Ντάκο, παλιό κολίγο και φτωχό αγρότη, όταν πήγαινε με το αργοκίνητο μαύρο τρένο του θεσσαλικού κάμπου για να συναντήσει επιτέλους τη θάλασσα και τον έρωτα και τόλμησε να κλέψει την όμορφη πλουσιοκόρη του Βόλου, τη Φιλίτσα Ρούμπου.

Περπάτησε ώρες και μέρες πολλές, χειμώνα ή καλοκαίρι, σε δρόμους και δρομάκια των Τρικάλων, στα στενά του Βαρουσιού με τα περήφανα αρχοντικά, στα παραποτάμια μονοπάτια, σε κάποιες γειτονιές όπου επιμένουν να υπάρχουν ακόμα σπίτια του άλλου καιρού, εκείνα τα παλιά σπίτια από πλιθιά, ετοιμόρροπα, σαν τον ετοιμοθάνατο που του σώνεται η ανάσα. Αλλά ψευτοζούν ακόμα με τα χαγιάτια τους, την πλακόστρωτη αυλή, τα μικρά παράθυρα, την τουλούμπα και τα μυριστικά στα παρτέρια. Κατέβηκε στις όχθες του Ληθαίου –το ποτάμι και οι μοσχοϊτιές υπάρχουν πάντα στα βιβλία της– και πίσω από το Κουρσούμ- τζαμί φαντάζεται τη Ζαμπέτα στην αγκαλιά του Λίνου. Έστησε μια άλλη πόλη πίσω από την καινούργια, τη σημερινή όπως τη βρήκε ο Λίνος όταν γύρισε από την Αθήνα, με το φόβο ότι δεν θα τον αναγνωρίζουν πια οι δρόμοι με τις πολυκατοικίες, οι πλατείες με τα εξωτικά δέντρα και τις μοντέρνες ομπρέλες ή τα σταυροδρόμια με τους φωτεινούς σηματοδότες.

Ακολούθησε τον Κωσταντή στην Ιταλία, στον Καναδά και στην Κορέα, στα ταξίδια που έκανε για να συναντήσει ή να ξεχάσει τη Ζαμπέτα, και έζησε την απελπισία του και τη ζήλια του όταν, παιδί ακόμα, ύστερα από τον παιδιάστικο, αστείο γάμο του Λίνου και της Ζαμπέτας φώναζε όλο θυμό και πίκρα πάνω από το πεζούλι της αυλής τους: «Θα καείτε στην Κόλαση που παντρευτήκατε ενώ είσαστε ξαδέρφια». Τέλος, βρέθηκε μαζί με τη Ζαμπέτα στο παράθυρο της κλινικής του Αργύρη Ζέγκου, απ’ όπου έβλεπε με νοσταλγία και τρυφερότητα τη συνάντηση των δύο παλιών φίλων, του Λίνου και του Αργύρη, «υπόλοιπο μια παρέας παιδικής, μιας γειτονιάς και μιας εποχής που είχαν ο καθένας μέσα του, σαν τα σημάδια από χτυπήματα και ορθοπεταλιές που είχαν ακόμα στο δέρμα τους. Μιας γειτονιάς και μιας πόλης που άλλαζε χρόνο με το χρόνο αλλά είχε πάντα μια εκκλησία, ένα τζαμί και τις φυλακές της, στη σειρά δίπλα δίπλα κι ένα ποτάμι, πότε να τους νανουρίζει με τα βατράχια του τη νύχτα και πότε να τους φοβερίζει με τα θολά νερά του…» Πρόθυμη και έτοιμη κι αυτή –γιατρεμένη και αποφασισμένη να πάρει άλλο δρόμο στη ζωή της– «να γίνει η τρίτη της παλιάς παρέας τους, να γελάσει και να θυμηθεί μαζί τους κι ύστερα να τους οδηγήσει εκεί που τίποτα δεν χάνεται για όσους δεν διστάζουν ή αντέχουν να επιστρέφουν στο παρελθόν και στα λάθη τους με κατανόηση και χωρίς τύψεις».

Και συμφώνησε τελικά μαζί της «πως έρχεται κάποτε ο καιρός που ό,τι αγαπήσαμε κι ό,τι μας πόνεσε, αν δεν κακοφορμίσει κι αν δεν χαθεί, γίνεται φάρμακο και μας γιατρεύει, νεράκι και μας ξεδιψάει...»

Γι’ άλλη μια φορά η συγγραφέας με το συναρπαστικό της μυθιστόρημα κατάφερε να κατακτήσει τις καρδιές μας. Ιστορική γνώση, λόγος μεστός, πλούσιος σε περιγραφές και διεισδύσεις, ένα βιβλίο που διαβάζεται μονορούφι.

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟΦεγγάρι στο νερό
Τούλα Τίγκα
Ψυχογιός
523 σελ.
Τιμή € 18,00

 

Εμφανίσεις: 1979

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΟΥ

της Ευαγγελίας Κουλιζάκη

Ένα ξενοδοχείο που μετράει τις τελευταίες μέρες –και νύχτες του– πλάι στη θάλασσα. Μια μητέρα που βρίσκεται σε ρήξη με τη γυναικεία της υπόσταση – την αναζητά, τη διεκδικεί, την επαναπροσδιορίζει. Η δεκατετράχρονη κόρη της, πάλλουσα από μια σωματικότητα που αρχίζει να ξεχειλίζει, στα πρόθυρα των δικών της ανακαλύψεων, χαμένη στα αχαρτογράφητα μονοπάτια του καλειδοσκοπικού ερωτισμού που αναδύεται σαρωτικός και τη συνεπαίρνει. Μια μυστηριώδης γυναίκα, αδελφή της μιας και θεία της άλλης, σκιώδης femme fatale που εμφανίζεται αιφνιδιαστικά από το παρελθόν, βασανισμένο τοτέμ που επιθυμεί να εκπέσει από το βάθρο της μοιραιότητάς της. Η αινιγματική παρουσία ενός άντρα, ο οποίος εμφανίζεται για να διαταράξει τις επισφαλείς ισορροπίες και η απτή απουσία ενός άλλου –συζύγου, πατέρα, εραστή– που έχει κλονίσει το σύμπαν τριών θηλυκών υπάρξεων εδώ και καιρό. Ο περιπλανώμενος μα οικείος ξένος, περισσότερο σύμβολο και αρχέτυπο παρά πραγματικός χαρακτήρας που ξεδιπλώνεται σε όλες του τις διαστάσεις, έρχεται για να φουντώσει αλλά και για να κατευνάσει τα πάθη, να ξεκλειδώσει τα κορμιά και τα μυστήρια, διαφυλάσσοντας ωστόσο το δικό του. Ένας απροσδόκητος λυτρωτής στα ίχνη της καταστροφής που άφησε πίσω του ο αιμοσταγής και ματωμένος αγαπημένος, προδότης της επιθυμίας του και προδομένος από αυτήν, ρευστός και άπιαστος, ένα φάσμα προορισμένο –και καταδικασμένο ίσως;– να συδαυλίζει και να υποθάλπει το ανικανοποίητο:

Η μαμά ήταν πάντα μαμά. Η θεία Έλσα γυναίκα με γάντια. Κι ο μπαμπάς είχε πάντα ερωμένες. Κι όταν την έπαιρνε στα γόνατά του, της έλεγε η αγάπη μου είσαι εσύ. Κι έτσι έμαθε όλα να του τα συγχωρεί. Και τις κλοτσιές που έτρωγε η μαμά και το πιστόλι που εκείνος είχε βγάλει μια φορά, και τα μεθύσια, προπάντων τα μεθύσια, γιατί ήταν η αιτία για όλα αυτά.

Τώρα όμως τι; Γιατί μετά από τόσα χρόνια σκεφτόταν τον μπαμπά, γιατί σκεφτόταν τον μπαμπά κι εμπρός της έβλεπε το ματωμένο χέρι ενός αγνώστου;

Έκλεισε τα μάτια κι έκανε κάτι που το ονόμαζε κίνηση πεταλούδας.

Κίνηση πεταλούδας σήμαινε κίνηση ανθρώπου πάνω σε πεταλούδα. Για την ακρίβεια, άνθρωπος πιάνει φτερά πεταλούδας κι έτσι τα σβήνει, του μένει χρώμα στο χέρι, τρίβει τα δάχτυλα κι αυτό ήταν. Κίνηση πεταλούδας, λοιπόν, κι έσβησε κάθε σκέψη. […]

Υπάρχει μια στιγμή που σχηματίζονται τα σύννεφα. Και μεγαλώνουν κι ακουμπούν το ένα στο άλλο. Τότε έρχεται η καταιγίδα. Το κορίτσι το ξέρει. Και θα μείνει εκεί. Θα την αφήσει να ξεσπάσει.

Η Σοφία Διονυσοπούλου χτίζει στέρεα την ιστορία της διαπλέκοντας αντιθέσεις, δίπολα, εποχές και αφηγήσεις – η τριτοπρόσωπη αφήγηση παραχωρεί τη θέση της στην αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο (μιας εσωτερικής, ημιπαραληρηματικής φωνής) και τούμπαλιν, χωρίς αυτό να δημιουργεί προβλήματα στη ροή του μυθιστορήματος. Ταυτόχρονα ενσωματώνει δεξιοτεχνικά την παράδοση της γαλλικής ερωτικής λογοτεχνίας –ως γλώσσα, ύφος και αίσθηση– και τις δημιουργικά αφομοιωμένες επιρροές της από την ψυχανάλυση και τον μαγεμένο κόσμο των σουρεαλιστών: το κείμενο ανασαίνει στον παλμό του Ανδρέα Εμπειρίκου και της Μάτσης Χατζηλαζάρου, αν και ο δικός τους απροκάλυπτος, πολλές φορές, ερωτισμός αντικαθίσταται εδώ από μεγαλύτερη πυκνότητα στο λόγο, υπαινικτικότητα και υπόγειο, ασφυκτικό, σχεδόν, αισθησιασμό που δεν είμαστε ποτέ σίγουροι αν εκτονώνεται – και ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μας πλανεύει, μας καλεί επιτακτικά να μπούμε στην τροχιά του. Διαβάζοντας δε το παρακάτω απόσπασμα, ο συνειρμός μου οδηγήθηκε αναπόφευκτα σ’ έναν άλλο μεγάλο ερωτικό, τον Ντ. Χ. Λώρενς, και συγκεκριμένα στη συλλογή του Πουλιά, Ζώα και Λουλούδια. Γράφει η Διονυσοπούλου:

Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι τον είχε δει γυμνό κι ότι εκείνος πάλι την είχε γδύσει. Η ηδονή του νερού επανερχόταν στο κορμί της, πλανόδια πλανεύτρα που χτυπά αναπάντεχα την πόρτα […] Θυμήθηκε ξανά τις μπίρες, τη γύμνια τους λες και ήταν ό,τι πιο φυσικό, μα πάνω απ’ όλα εκείνο το λικνιστικό σούρσιμο απ’ τα μαλλιά και αποφάσισε να λύσει το μυστήριο. Δεν θα κατέβαινε για φαγητό. Πάνω στο γραφειάκι της είχε πέντε βερίκοκα. Της άρεσαν πολύ τα καλογινωμένα βερίκοκα. Κάθισε στο πάτωμα, τα ακούμπησε στο φουστάνι της κι άρχισε να τα τρώει. Έπρεπε να μείνει μόνη. Να σκεφτεί. Έτρωγε κι αφαιρέθηκε. Έφτυνε στις σανίδες τα κουκούτσια.

Είναι στιγμές που τρέμουνε τον κόσμο τα κορίτσια. Τότε κάτι έρχεται και τα μεταμορφώνει. Και συνεχίζουν τη ζωή δαιμονισμένα.

Η θεατρικότητα, επίσης, της Διονυσοπούλου παραμένει αδιαπραγμάτευτη –το κατέχει, άλλωστε, το είδος– και αναδεικνύεται και πάλι ως σπάνιας λυρικής ευαισθησίας: στην αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο ατάκτως ερριμμένες φράσεις της αστράφτουν σαν πολύτιμοι λίθοι, θραύσματα γυαλιού καρφωμένα σε βελούδο που σπιθίζουν στα σκοτάδια και σε ματώνουν όταν πας να τα αγγίξεις. Βαθιά ερωτικό, ποιητικό, σκοτεινό, με την άγρια τοπιογραφία και την υποβλητική εικονοπλασία του, το βιβλίο σε παρασύρει στο γενναιόδωρο βυθό του για να σε βγάλει στην επιφάνεια με μιαν ανάσα. Το αν θα βουτήξετε με ή χωρίς αναπνευστήρα είναι δική σας ευθύνη, υπάρχουν όμως αδιαμφισβήτητες εγγυήσεις για τα θαύματα που θα συναντήσετε εκεί, φιλοτεχνημένα από μια ακαταπόνητη τεχνίτρια των λέξεων με μοναδική ενσυναίσθηση, που θα σας αποζημιώσει για την επιλογή σας να εισέλθετε στον κόσμο της.

Η ΚΟΡΗΗ κόρη του ξενοδόχου
Σοφία Διονυσοπούλου
Άγρα
179 σελ.
Τιμή € 13,50

 

Εμφανίσεις: 1427

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr