A+ A A-

ΛΕΥΚΗ ΡΕΒΑΝΣ

της Ελένης Γκίκα

«Όλοι φοράμε μάσκες. Είτε το ξέρουμε είτε όχι. Το πρόβλημα είναι με εκείνους που φοράνε μάσκες δηλητηριώδεις και νομίζουν πως μπορούν να απαλλαγούν όποτε το θελήσουν, αλλά η μάσκα πια δε γίνεται να αφαιρεθεί: το πρώην πρόσωπό τους έχει αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα».

«Μάσκες είναι και τα πρόσωπά μας».

Στο καινούργιο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου, μια Πολυτίμη που είναι τηλεφωνήτρια, μια Ευρυδίκη που δουλεύει σε ταξιδιωτικό γραφείο, η Αντιγόνη που είναι πλαστική χειρουργός, μια Μαριάννα που είναι ήδη νεκρή μα ωστόσο ένα μέιλ της επιμένει σε «παρουσίες», μια Ελισάβετ που είναι Έλσα και είναι συγγραφέας και ένας άντρας που απαντά ως paranormal, λειτουργεί σαν Ζορό ο εκδικητής, είναι ο άντρας της κερδισμένης μέρας (γεννήθηκε την 29η κάποιου Φεβρουαρίου), «ζει από τύχη, αγαπά κατ' επιλογήν και μεταμορφώνεται καθ’ έξιν» και μια σειρά από μικρά εγκληματικά οικογενειακά μυστικά. Ένας άντρας που ψάχνει μέσα σε ξένα σκουπίδια.

Ήρωες που συναντιούνται τυχαία, σε μια Αθήνα όπου σπάνε βιτρίνες και σκοτώνονται μαθητές, στο Λονδίνο όπου εκρήγνυνται βόμβες και σε ένα νησί όπου ο θύτης και το θύμα ετοιμάζονται για το μεγάλο φινάλε.

Η αφήγηση πολυπρισματική, με επίκεντρο πάντα μια Μαριάννα νεκρή και με ένα τατουάζ σκαραβαίο στο χέρι που είναι το εσαεί τέλος. Με εγκιβωτισμένο ένα βιβλίο μες στο βιβλίο. «Το αμάρτημα του πατρός μου», η συγγραφέας του πιστή στο αρχικό παιχνίδι με τις μάσκες (έργο σε εξέλιξη της Ε.Λ.) είναι αυτή τελικά που θα βάλει την τελεία στης ζωής τους το κείμενο.

Αντιμετωπίζοντάς τα όλα στην αρχή σαν «ξένη πλοκή». Έτσι ακριβώς εκφράστηκε για την οικογένειά της. «Ξένη πλοκή».

Στην πορεία, μια σειρά από ασύνδετους φόνους. Τα θύματα «καμία μεταξύ τους σχέση, πέρα από την ηλικία τους: όλοι γεννημένοι την ίδια χρονιά». Ο θύτης, ένας άντρας μ' αγγελικό πρόσωπο που μισεί τους καθρέφτες, ενεργεί μόνος του πιστός σε μια λίστα, ποτέ δεν αναρωτιέται τους λόγους, ακολουθεί αυτή τη λίστα.

Τα θύματά του, από κάποιο σημείο και μετά «γυναίκες που αγαπούν τον ίδιο άντρα», και γι' αυτό και «εκτεθειμένες στον ίδιο κίνδυνο». Και μια ζωή σαν τον άνεμο, ή θα λυγίσεις, ή σπας. Ο κόσμος, όπως τον πίστευε ο αυτόχειρας πατέρας του, «μια ασθένεια».

Εγχειρίδιο σωτηρίας, σελίδες με «Α! Και ΑΧ!» Μια φωτογραφία παλιά με παιδιά, και ένα ξεχασμένο βιβλίο.

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο-ματριόσκα. Αστυνομικό κατ' αρχάς, υπαρξιακό για την τρομοκρατία του τυχαίου στο τέλος. Με τα όρια θύτη και θύματος τόσο θολά, με τα πρόσωπα να μπερδεύονται, τελικά, με το προσωπείο. Με την πρώτη της λίστας, έσχατη, εντέλει. Με τους μυθιστορηματικούς ήρωες να αποφασίζουν γι’ αυτούς της ζωής, με τον τρόπο ανάγνωσης ν’ αλλάζει όλα τα δεδομένα. Και για τούτο και... άκυρη η ρεβάνς!

Ένα ευφυές, σαν παρτίδα σκακιού, γοητευτικό, τελικά, βιβλίο.

ΛΕΥΚΗ ΡΕΒΑΝΣΛευκή ρεβάνς
Αργυρώ Μαντόγλου
Ψυχογιός
408 σελ.
Τιμή € 16,60

 

Εμφανίσεις: 1562

ΤΟ ΚΕΡΑΣΜΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕ

του Σωτήρη Παστάκα

Πάντα έτρεφα έναν κρυφό θαυμασμό για τους Νεοέλληνες πεζογράφους. Πιστεύω ακόμη πως καταπιάνονται με ένα τιτάνιο έργο: να μετατρέψουν σε αισθητικό αποτέλεσμα όλη την ασχήμια του περιβάλλοντος χώρου. Περπατώντας καθημερινά στους δρόμους της Αθήνας, ή μιας οποιασδήποτε ελληνικής πόλης, δεν βρίσκει άκρη το βλέμμα σου να σταθεί, να πιαστεί από κάπου, να γαληνέψει η ψυχούλα σου. Σε αντίθεση με τους Ιταλούς, ας πούμε, συναδέλφους τους, που όταν ξυπνάν ανοίγουν τα παντζούρια της κρεβατοκάμαράς τους και αντικρίζουν τρούλους και περίτεχνα καμπαναριά της Αναγέννησης, ο Έλληνας συγγραφέας έχει να παλέψει με τα καλώδια του ΟΤΕ και της ΔΕΗ, που του κόβουν σε αντιαισθητικές φέτες τον οπτικό του ορίζοντα! Έχει να εισπράξει την επιθετικότητα των συμπολιτών του. Απ’ τη στιγμή που θα βγει από την πόρτα του σπιτιού του δέχεται μούντζες, κορναρίσματα, παράλειψη προτεραιότητας (που κανένας μας δεν διανοείται να αφήσει σ’ αυτή τη χώρα), κι άντε μετά όλο αυτό το ανθρώπινο υλικό να το βάλεις στα πεζά σου: να αποδώσεις ευγενείς και υψηλούς χαρακτήρες, να στήσεις σκηνικά μέσα στα οποία θα κυκλοφορούν αυτοί οι ελλιπέστατοι ήρωες, να τους βάλεις να κινούνται στην έρημο των συναισθημάτων, της οποίας ερήμου γινόμαστε μάρτυρες κάθε μέρα. Ίσως γι’ αυτό, το νεοελληνικό μυθιστόρημα και διήγημα δεν καταφέρνει να τρυπήσει τα σύνορα της χώρας και ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας στο εξωτερικό παραμένει με τεράστια διαφορά, ακόμα και σήμερα, ο Νίκος Καζαντζάκης.

Ο Τάσος Μελίτης άρχισε να γράφει σε μεγάλη ηλικία (μετά τα σαράντα), έχοντας ήδη αφομοιωμένα διαβάσματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, κι έχοντας φτιάξει τα κόκαλά του στην καθημερινή απασχόληση. Μην εμπιστεύεστε ποτέ «καλλιτέχνες» που δεν έχουν κολλήσει ένσημα στη ζωή τους. Ποτέ δεν είναι αργά για την τέχνη. Σαν τη χουρμαδιά του Πωλ Βαλερύ, που θέλει χρόνια για να δώσει τους πρώτους καρπούς της, ο Τάσος Μελίτης, με όλα τα εφόδια που ανέφερα πιο πάνω, είναι έτοιμος να καθίσει στο γραφείο του και να γράψει.

Στο Κέρασμα που άργησε, με κέρδισε αμέσως το χαμηλόφωνο της αφήγησης: παρακάμπτει με σοφία όλες τις δυσκολίες της ελληνικής πραγματικότητας με τον ήπιο τόνο, την καταγγελία όλων αυτών που μας οδήγησαν στη σημερινή μνημονιακή μας κατάσταση, χωρίς να κραυγάζει, χωρίς να προσβάλλει, χωρίς να βρίζει και να γίνεται χυδαίος. Σε μια χώρα που τη χαρακτηρίζουν οι φωνές κι ο σαματάς (από τα παράθυρα της τηλεόρασης, στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας και ως το θέατρο με την υπερτονισμένη πάντα εκφορά του λόγου και τις υπερβολικές χειρονομίες), ο Μελίτης αντιτάσσει μια ευρωπαϊκή νοοτροπία, μια ευγένεια που ξεπερνάει την έμφυτη ιδιοσυγκρασία του, καθώς είναι ποτισμένη με την ευρωπαϊκή κουλτούρα στη μουσική και τις τέχνες.

Ξεχώρισα την υπόγεια μουσική υπόκρουση που διακρίνεται σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Το θέμα (το alter ego του συγγραφέα) με τις παραλλαγές του: ο βιωματικός ήρωας που μπαίνει στο προσκήνιο κουβαλώντας στοιχεία της προσωπικής του ιστορίας, σε βαθμό που κάθε φορά να φωτίζεται από άλλη πλευρά. Ένα συνεχόμενο παζλ, με όλη τη γοητεία του ανολοκλήρωτου. Ένα ψηφιδωτό εν εξελίξει, για το οποίο μας παρακινεί να διαβάσουμε και το προηγούμενο βιβλίο του (Παπαλάμπραινα by Gibson), αλλά μας δημιουργεί και το έντονο ενδιαφέρον να διαβάσουμε και το επόμενο βιβλίο του με τα σπαράγματα που μας παραδίδει κλείνοντάς μας το μάτι για δύο και τρία επόμενα μυθιστορήματα.

Κατά τη γνωστή ρήση, «ένας συγγραφέας γράφει πάντα το ίδιο βιβλίο» – με την οποία συμφωνούμε όλοι. Μου επιτρέπεται ωστόσο να προσθέσω πως στην περίπτωση του Μελίτη, έχουμε κάτι περισσότερο: ένα μυθιστόρημα που αποτελείται από διάφορα βιβλία. Μια μουσική αφήγηση που με τις παραλλαγές πάνω στο θέμα δημιουργεί εν πλήρει συνειδήσει τον μόνο τρόπο να γράψουμε το σύγχρονο μυθιστόρημα, αφού η κλασική δομή του μυθιστορήματος έχει καταρρεύσει εδώ και εκατό χρόνια με την εμφάνιση του Οδυσσέα.

Παρακολουθώ το work in progress του Μελίτη με μεγάλη προσοχή. Αυτή την προσωπική μου ευδαιμονία ήθελα απλώς να μοιραστώ και δημόσια μαζί σας.

ΤΟ ΚΕΡΑΣΜΑ ΠΟΥ ΑΡΓΗΣΕΤο κέρασμα που άργησε
Τάσος Μελίτης
Παρουσία
156 σελ.
Τιμή € 10,00

 

Εμφανίσεις: 1927

LAPIS LAZOULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

της Μαίρης Σιδηρά

Πρωτοεμφανιζόμενη η Σοφία Δημοπούλου στα μεγάλα χωράφια της μυθιστορηματικής τέχνης, τα πολυφωνικά και α-σύνορα προς τις λοιπές τέχνες. Το Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει, ήδη από τον τίτλο προϊδεάζει για τον πρωταγωνιστικό χειρισμό που επιφυλάσσει η συγγραφέας στην απουσία.

Όπως μας θυμίζει ο Ρολάν Μπαρτ, «έχουμε να κάνουμε εδώ με την ερωτική ιστορία, την υποδουλωμένη στο μέγα αφηγηματικό Έτερον […], [με] το τίμημα [ειδάλλως] που πρέπει να καταβάλει ο ερωτευμένος στον κόσμο, αν θέλει να συμφιλιωθεί μαζί του».[1] Τόσο η Μάρω όσο και η Κλαίρη, οι ηρωίδες της Δημοπούλου, έχοντας εγκολπωθεί τα άγρια τινάγματα του πάθους και τιμωρηθεί σκληρά για τη συγκατάθεσή τους στον θεσμικά αποβλητέο εξωσυζυγικό έρωτα, αφηγούνται την παθιασμένη τους ιστορία, σε μια απόπειρα υπόταξης και εξημέρωσής της.

Η Σοφία Δημοπούλου Πύρζα κατανέμει σε μια ξεχωριστή δομή το υλικό της. Με εξαίρεση το πρώτο κεφάλαιο, τα υπόλοιπα ακολουθούν με γραμμική αλληλουχία, εναλλάσσοντας δύο ιστορίες που φέρουν τα ονόματα των αντίστοιχων ηρωίδων, της Μάρως και της Κλαίρης. Η κινηματογραφική τεχνική του 1ου κεφαλαίου, με την αστυνομική ατμόσφαιρα που υποβάλλει ο τμηματικά μετακινούμενος συγγραφικός φακός και το δεδομένο ενός πτώματος, λειτουργεί, εν μέρει, ως πηδάλιο της πρόσληψης, μην επιτρέποντας στον αναγνώστη να καθησυχαστεί στις επιμέρους εξελίξεις.

Η συγγραφέας, όμως, δεν αρκέστηκε στους παράλληλους βίους δύο γυναικών, εφευρίσκοντας ένα αντικείμενο με πολλαπλή λειτουργία και φόρτιση, για να τονώσει, μεταξύ άλλων, τη δομική και κειμενική συνοχή του έργου. Πρόκειται για ένα περίτεχνο, ολόχρυσο βραχιόλι με επτά χρωματιστά σπινθηρίζοντα πετράδια. Η όγδοη πέτρα είναι χαμένη, έλκοντας στον κενό της χώρο τις παραλλαγές της απουσίας, τη μυστική συνοχή και συνενοχή μιας άλλης ιστορίας. Με το αξεδιάλυτα  απτό και μεταφυσικό του σθένος, το βραχιόλι διαθλά μαγικά τα «σκοτάδια» τόπων και πόθων, σώζοντας ανά τις δεκαετίες τα αφανή και άρρητα που ζώνουν τις δύο γυναικείες ζωές. Ως αφηγηματικό εύρημα το βραχιόλι μέσα στο σύνολο του μυθιστορηματικού σώματος ακουμπά στην ποιητικά δημοτικότροπη απόδοση των αφιερωμένων στη Μάρω κεφαλαίων, κάτι που η διασύνδεσή τους με τον τόπο –ένα μικρό χωριό της Αχαΐας- και το χρόνο –τα «πέτρινα χρόνια» της Κατοχής και των αρχών του εμφυλίου- επιτρέπει. Ωστόσο, δεν αποτελεί το μοναδικό μεταφυσικό κλειδί του έργου. Τα όνειρα που και οι δύο ηρωίδες σε καίριες στιγμές βλέπουν, με την ώριμη, από πλευράς Δημοπούλου, ένταξή τους στις σκιερές γωνίες αλήθειας και ψεύδους, γεννιούνται από την ίδια ανάγκη εννόησης του κόσμου και υπόταξης του λογοτεχνικού φαινομένου. Ειδικά, η παρουσία της Ιταλίδας Μαντόνας των επτά πόνων στο ενύπνιο της Μάρως δονείται από κρυπτικό προφητικό οίστρο, ενώ η λεκτική του ύλη φέρει την κατάλληλη δόση ελλειπτικότητας και αφαίρεσης.

Η συγγραφέας αποδεικνύει και μια ιδιαίτερη διηγηματική νοημοσύνη στην εκκίνηση των διαλογικών μερών, μη προδίδοντας αφηγηματικά τον φορέα του λόγου. Θα λέγαμε ότι το χαρακτηριστικό αυτό της ονοματοδότησης των ηρώων από τα λεχθέντα τους και όχι από τη διευκρινιστική υπογράμμιση της αφηγηματικής φωνής συνιστά υφολογικό γνώρισμα της Δημοπούλου, καθώς με μεθοδική συνέπεια το ακολουθεί καθ’ όλη την εξέλιξη της ιστορίας της.

Η ιστορία της Μάρως φέρει αβίαστα τη σφραγίδα της πλούσιας ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης λαϊκότροπων ειδών, αναμιγμένη με το έντεχνο μέταλλο της συγγραφέως της. Η συχνή πρόταξη του «και», η σύντομη φράση, η καθαρή παράταξη, γεφυρώνουν στις σελίδες της ευαγγελικές μνήμες με την προφορικότητα του παραμυθιού και με τον παράξενο εναγκαλισμό της παράδοσης από τον ποιητικό μας μοντερνισμό. Συχνά, μάλιστα, παρατηρούμε κάτι που απαντά, χαρακτηριστικά, και στην ποίηση του Μιχάλη Γκανά, τα ποιητικά δηλαδή στοιχεία να εναλλάσσονται με τα πεζότροπα, σχηματίζοντας νησίδες λυρισμού και ρυθμολογική ενότητα σ’ ένα κείμενο που μοιάζει κάποτε να επιχειρεί μια «επαναμάγευση», κατά την ορολογία του Νάσου Βαγενά, του κόσμου.[2]

Τα πεπραγμένα της Μάρως είναι ενταγμένα «στου κύκλου τα γυρίσματα», τόσο του πανανθρώπινου αγροτικού κύκλου όσο και της εποχής  που ανέλαβε να μνημειώσει μια νέα εκδοχή της ανθρώπινης θηριωδίας(Κατοχή, αρχές Εμφυλίου). Προσφυώς, λοιπόν, η συγγραφέας εν αρχή κάθε σχετικού κεφαλαίου, όταν δεν καταδύεται στον ψυχικό βυθό των ηρωίδων της, θα απεικονίσει τη φυσική εναλλαγή, τα παιχνίδια του φωτός, αλλά και τις θεσμοποιημένες εκδηλώσεις (γάμοι, κηδείες) της κοινότητας, προσδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο βάθος και γεύση απείρου στα εξιστορούμενα πάθη.

Στα Αποσπάσματα ερωτικού λόγου, ο Ρολάν Μπαρτ -αλλά και πολλοί άλλοι, πρωτίστως δε ο ίδιος ο Φρόυντ- επιχειρεί τη σύνδεση του ερωτικού πένθους με την ψυχαναλυτική θεραπεία, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η διαλογική μετάθεση του πάθους σε μια μη ομόλογη τάξη πραγμάτων, κάτι που συμβαίνει και στη συγγραφική διαδικασία. Από αυτήν τη σκοπιά, το εν λόγω μυθιστόρημα, εξωτερικεύοντας το πένθος και εξαίροντας την πληγή της απώλειας, εντάσσεται στα έργα που επιχειρούν να χειραγωγήσουν τη σχέση μας με τη δισυπόστατη έννοια της απουσίας. Και τα δύο παράνομα ζευγάρια του έργου γειτνιάζουν με τον θάνατο. Φλερτάρουν μαζί του, οι μεν εν επιγνώσει τους λόγω ιστορικής συνθήκης οι δε ανεπίγνωστα, λόγω ενός θηλυκού πεπρωμένου, μιας χρησμικής νομοτέλειας που προδίδεται από την κενή θέση της μπλε πέτρας στο βαρύτιμο και βαρυσήμαντο βραχιόλι. Η μακάβρια παραμονή του θανάτου θα ανακοπεί και η κενή θέση της μπλε πέτρας θα καλυφθεί μόνον όταν η Κλαίρη θα αναγνωρίσει στον άνδρα της δικαιώματα εραστή, διακρίνοντας σ’ αυτόν τη δύναμη του γητευτή της. Και επέρχεται η λύση του έργου, που σηματοδοτεί και την προσωρινή λήξη του ερωτικού λόγου. Ενός λόγου εκ συστάσεώς του αναρχικού, αποδομητικού για την κρούστα της κοινωνικής συνοχής. Ενός λόγου που σε ένα άλλο έργο θα λάμψει ξανά.

Η Μαίρη Σιδηρά είναι φιλόλογος και συγγραφέας

LAPIS LAZOULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙLapis lazuli, η πέτρα που λείπει
Σοφία Δημοπούλου - Πύρζα
Ιωλκός, 2012
364 σελ.
Τιμή € 20,00



[1] Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα ερωτικού λόγου. Μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλέιου, Αθήνα, Ράππα, [χ.χ.], σ. 14.

[2] Βαγγέλης Δημητριάδης, «Το ‘δισυπόστατο’ του Μιχάλη Γκανά», Απόπλους. Σάμος, 22/53 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2012) 44.

 

Εμφανίσεις: 1865

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

του Κώστα Θ. Καλφόπουλου

Mε την επανέκδοση της Μυθολογίας της Αμερικής, ο Βασίλης Βασιλικός συνεχίζει να τακτοποιεί τις εκδοτικές εκκρεμότητες με ένα σημαντικό, σε ποσότητα και ποιότητα, μέρος του έργου του. Το βιβλίο διέγραψε την τροχιά του στον πρώτο συγγραφικό κύκλο, αφήνοντας έντονα τα ίχνη του στη λογοτεχνική κριτική της εποχής, και η νέα, επαυξημένη έκδοση, σε επιμέλεια και με διαφωτιστικό επίμετρο του Θανάση Αγάθου, συμπληρωμένη με δύο διηγήματα, επικαιροποιείται εις διπλούν: εκδοτικά, αλλά και ως προς την πολιτική συγκυρία των αμερικανικών εκλογών, που ανέδειξαν εκ νέου τον Μπαράκ Ομπάμα ως 45ο Πρόεδρο των ΗΠΑ. Το ζήτημα όμως που προκύπτει είναι, εάν η κριτική είναι σε θέση να επανεκτιμήσει την αξία του βιβλίου στη σημερινή συγκυρία, λογοτεχνικά και ειδολογικά. Η αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης, που γνωρίζει το βιβλίο και έχει μια στοιχειώδη εποπτεία του έργου του Β. Βασιλικού, είναι ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που βασάνισε τον συγγραφέα και υπερεκτιμήθηκε για λάθος μάλλον λόγους στην εποχή του, αλλά η σημερινή του αξία μπορεί και πρέπει να κριθεί και να συγκριθεί με αντίστοιχα, σύγχρονα εγχειρήματα. Η κύρια αντίφαση, ένα είδος ελληνικού παράδοξου, έγκειται στο ότι στην εποχή του κρίνεται σε μία χώρα η οποία αγνοεί βασικά και στοιχειώδη πράγματα γύρω από τη σύγχρονη Αμερική, καθώς τη γνωρίζει από τρεις κυρίως «πηγές»: τη μεταπολεμική εξωτερική της Υπερδύναμης, τις φιλμικές αναπαραστάσεις, κυρίως του Χόλιγουντ, και τον δεδομένο αντιαμερικανισμό, εν μέρει δικαιολογημένο στην εποχή των ωμών μεταπολεμικών παρεμβάσεων του αμερικανικού παράγοντα στη χώρα. Έτσι, η πλειοψηφία των κριτικών αναφέρεται στο βιβλίο χωρίς να γνωρίζει το θέμα, δηλαδή τη νεωτερικότητα στη Νέα Γη. Το δεύτερο «παράδοξο» σχετίζεται με το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη το βιβλίο μπορεί να ενταχθεί μόνο στο πλαίσιο της «ταξιδιωτικής λογοτεχνίας», μία επιπλέον «αδικία» που περιορίζει ακόμα και σήμερα τους ορίζοντες του εγχειρήματος. Το τρίτο στοιχείο, που σχετίζεται άμεσα με τον συγγραφέα, είναι η ακροβασία του ανάμεσα στην ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και την αδήριτη ανάγκη, σαν τον Οδυσσέα, να «κουβαλάει» εντός του τη γενέθλια γη, με τον διπλό (υποσυνείδητο;) φόβο: να εκληφθεί ως «ομολογία πίστης» στον Νέο Κόσμο, αλλά και να υποκύψει (ασυνείδητα;) στις Σειρήνες του, δηλαδή στον μαζικό πολιτισμό, στον γιγαντισμό («κινγκ-σάιζ») και τον καταναλωτικό ατομικισμό, μακριά από τις αξίες της γενέθλιας γης και το νόστιμον ήμαρ. Πιθανόν, όμως, η Μυθολογία της Αμερικής να επιχειρεί μία «υπόγεια κόντρα» με το Δοκίμιο για την Αμερική, του Γ. Θεοτοκά, πάντως ούτε «μπήτνικ» ή road ούτε «ταξιδιωτική» λογοτεχνία είναι.

Η μυθολογία της είναι ταυτόχρονα και η απομυθοποίησή της, με ελληνοκεντρική ματιά, που διατρέχει σχεδόν το σύνολο του έργου του Β. Βασιλικού. Ένα βιβλίο σημαντικό για την εποχή του, αλλά μάλλον άνισο, που κρύβει πάντως πολύτιμα κοιτάσματα, όπως οι σκηνές στον φαντασμαγορικό κόσμο του Λας Βέγκας και στο ντράιβ-ιν ή οι πολιτισμικά «διχασμένες» προσωπικότητες των Ελλήνων μεταναστών, και θα έπρεπε σήμερα πλέον να διαβαστεί κριτικά με ισότιμα μεγέθη, όπως οι Αμερικανοί του σημαντικού φωτογράφου Ρ. Παρκ, το American Vertigo του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί ή η Αμερική του Ζ. Μποντριγιάρ

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣΗ μυθολογία της Αμερικής
Και δύο διηγήματα
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια-επίμετρο: Θανάσης Αγάθος
Γκοβόστης
220 σελ.
Τιμή € 12,00

 

Εμφανίσεις: 1593

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑ

της Κατερίνας Καριζώνη

Μ’ ένα τρυφερό και καλογραμμένο μυθιστόρημα εμφανίζεται αυτή τη φορά ο πολυγραφότατος Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, που μας έχει δώσει δείγματα γραφής σ’ όλα σχεδόν τα είδη του λόγου. Η ιστορία που μας αφηγείται βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και διαπερνά μια μεγάλη περίοδο από τη Μικρασιατική Καταστροφή ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Ο ήρωάς του θα ξεκινήσει απ’ τη Μυτιλήνη για να βρεθεί στην Άρτα του Μεσοπολέμου και να καταλήξει υπάλληλος ενός πλούσιου Εβραίου εμπόρου της πόλης. Ερωτεύεται την κόρη του αφεντικού του, Εσθήρ, την οποία όμως δεν θα μπορέσει ν’ αποκτήσει παρά μόνο ύστερα από πολλά χρόνια και μέσα από μια μακρά ιστορική διαδρομή από τη δικτατορία του Μεταξά, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, τον Εμφύλιο και την ανασυγκρότηση μετά τον πόλεμο.

Οι ήρωες θα πορευτούν στα δαιδαλώδη μονοπάτια της μοίρας τους κυνηγημένοι από τις ιστορικές συγκυρίες και θα γίνουν η αφορμή για να φωτιστούν πτυχές και λεπτομέρειες της Μεγάλης αλλά και της τοπικής Ιστορίας της Άρτας, όπου εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο τμήμα της υπόθεσης. Έτσι, πληροφορούμαστε για την εβραϊκή κοινότητα της πόλης στο Μεσοπόλεμο, τις οικονομικές και τις κοινωνικές της δραστηριότητες, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις προκαταλήψεις, τα ήθη και τα έθιμα των Ελλήνων και των Εβραίων της Ηπείρου. Επίσης, μαθαίνουμε για τις συνθήκες ζωής των κρατουμένων στο Νταχάου, για το ξεκλήρισμα των Εβραίων, τις υλικές καταστροφές που άφησαν στην ελληνική επαρχία οι Ναζί, αλλά και τις απώλειες στο ανθρώπινο και ψυχικό δυναμικό.

Παρόλο που τα γεγονότα είναι δραματικά, η γλαφυρή γλώσσα και η οικονομία του λόγου κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου ευχάριστη και ανάλαφρη. Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, με λιτό αφηγηματικό ύφος αλλά και πολύ συναίσθημα, ξετυλίγει το νήμα της ιστορίας του που δεν είναι άλλη από την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, ο οποίος περνάει διά πυρός και σιδήρου για να βγει στο τέλος νικητής. Αυτό είναι και το μήνυμα του βιβλίου. Η αγάπη νικάει στο τέλος, όσο κι αν αυτό το τέλος φαντάζει μακρινό και απρόσιτο για τους ίδιους τους ήρωες.

Είναι φανερό απ’ την πρώτη κιόλας σελίδα ότι ο συγγραφέας έκανε έρευνα σε αρχεία και βιβλία, συνέλεξε προφορικές μαρτυρίες αλλά και φωτογραφικό υλικό, και έχει τεκμηριώσει ιστορικά την αφήγησή του. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα μπορεί να αποτελέσει πηγή πληροφοριών για όλα αυτά τα θέματα και, κυρίως, για την ιστορία των Εβραίων της Άρτας, τη δράση των ανταρτών της Ηπείρου, για πρόσωπα που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην εποχή, όπως ο Νίκος Ζαχαριάδης, κ.ά. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ένα ευχάριστο και πολύ κατατοπιστικό ανάγνωσμα που διαβάζεται απνευστί.

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΑΡΤΑΚάποτε στην Άρτα
Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης
Στοχαστής
128 σελ.
Τιμή € 10,65

 

Εμφανίσεις: 1542

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr