A+ A A-

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΕ ΥΑΛΟΠΩΛΕΙΟ

της Ελένης Γκίκα

«Είναι δυνατόν δυο τηλεφωνήματα απρόσμενα ν' αλλάξουν άρδην τη ζωή και τη μοίρα ενός ανθρώπου; Κι όμως, είναι. Αυτό τουλάχιστον συνέβη στη δική μου περίπτωση. Και δεν χωράει αμφιβολία πως υπήρξε αποχρών λόγος και στις δυο περιπτώσεις. Αυτό έδειξε η συνέχεια των πραγμάτων. Απ' ό,τι με έχει διδάξει η πείρα, αν και κάπως αργά, τίποτα στη ζωή ενός ανθρώπου δεν είναι τυχαίο. Τίποτα απ' όσα μας συμβαίνουν δεν γίνεται χωρίς κάποιον σκοπό. Υπάρχει αιτιώδης σχέση ανάμεσα στο γεγονός και στον χρόνο που συμβαίνει αυτό, στο αίτιο και στο αιτιατό. Για όλα τα πράγματα και για τα γεγονότα που μας συμβαίνουν υπάρχει κάποιο κίνητρο, κάποιος ουσιώδης ή και ασήμαντος λόγος, κάποια σκοπιμότητα, οπωσδήποτε…»

Στο μυθιστόρημα της ποιήτριας πάνω απ' όλα (κι αυτό φαίνεται) Ελένης Χωρεάνθη, όλα ξεκινούν από το τέλος, όταν «πού πια καιρός» κι απ' το πρόβλημα. Μια γυναίκα βρίσκεται στον σταθμό, βρίσκεται Σε σταθμό, ο γιος της την αποχαιρετά κι εκείνη πηγαίνει έκτη φορά για εξετάσεις. Απέναντί της, ένα παράταιρο ζευγάρι που χαριεντίζεται και όλη της η ζωή. Ο πατέρας του γιου της και έρωτας της ζωής της, η σχέση τους που ξεκινά μπροστά σε έναν... πίνακα. Γυναίκες σε υαλοπωλείο ο τίτλος του. Γυναίκες σε υαλοπωλείο και το περιεχόμενο του βιβλίου: η ζωή της Δάφνης κι η προδοσία του Άλκη. Η ζωή της Μαργαρίτας ή Ρίτας, που ήταν η γραμματέας και ερωμένη του Άλκη. Η ζωή της Χαράς, που ήταν η ερωμένη των πάντων (και του Άλκη), της Χαράς της αισθητικού. Η ζωή τους, ένα ταξίδι μέσα στο ίδιο τρένο. Ο καθένας τους μόνος ή συμβιβασμένος με άλλον, στο δικό του βαγόνι, ο καθένας στην άνοδο και την πτώση του, ο καθένας με τη δική του δίκαιη ή άδικη πληρωμή.

Στα κεφάλαια, εναλλάσσεται η ζωή και η φωνή τους πρωτοπρόσωπα, οι καλές στιγμές τους και η πτώση τους, η ψευδαίσθηση του έρωτα, η μοναξιά, η πλάνη, η προδοσία.

Με διαρκή φλας μπακ και σπαρταριστούς διαλόγους, η συγγραφέας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις των ηρώων της, με ποιητικές και λογοτεχνικές αναφορές (αρχαίοι τραγικοί, ψαλμοί, Παπαδιαμάντης, Ελύτης, Τσαρούχης...) αποδεικνύει ότι τα βασικά της ύπαρξης παραμένουν τα ίδια. Γέννηση, έρωτας, προδοσία, ασθένεια, θάνατος, ταξιδεύουν μαζί τους, μαζί με τη Δάφνη στο ίδιο τρένο.

Συναντιούνται, χωρίζουν και ξανασμίγουν εφόσον όλα υπόκεινται, κι όλοι, στην ίδια νομοτελειακή αλυσίδα.

Ένα μυθιστόρημα που είναι πολλά: ερωτικό, αυτογνωσίας, ένα δοκίμιο, τελικά, μοναξιάς και προδοσίας. Με ποίηση και λεπτή ειρωνεία. Με ατμόσφαιρα και ψυχαναλυτικό βάθος. Με εγκιβωτισμένους μονολόγους, επειδή τα βασικά στη ζωή τα αντιμετωπίζουμε μόνοι μας. Με την πικρή διαπίστωση ότι «ο κόσμος θα συνεχίσει και χωρίς εμάς». Με την ελπίδα της ηρωίδας ότι κι αυτό, τελικά, θα περάσει.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΕ ΥΑΛΟΠΩΛΕΙΟΓυναίκες σε υαλοπωλείο
Ελένη Χωρεάνθη
Gema
220 σελ.
Τιμή € 12,00

 

Εμφανίσεις: 1275

Ο ΘΕΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ

του Φίλιππου Φιλίππου

Ο Σάκης Σερέφας έχει εκδώσει 47 βιβλία με ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, μελέτες για πόλεις, για τόπους και για ποιητές, μεταφράσεις και ανθολογίες. Έγραψε επίσης 13 θεατρικά έργα, που έχουν ανεβεί σε πολλά θέατρα. Το μυθιστόρημά του Ο Θεός αυτοπροσώπως έχει συγκεκριμένο θέμα, την ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη, του λεγόμενου δράκου του Σέιχ Σου, ο οποίος εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη τον Φεβρουάριο του 1968 για πολλαπλά εγκλήματα, κυρίως φόνους. Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει ο Θεός, δεν υπάρχει κανένας θεός. Η διευκρίνιση γίνεται διότι ο γράφων αρχικά, μόνο με τον τίτλο, υποπτεύτηκε πως θα έχουμε κι εδώ μια σάτιρα εναντίον του Θεού, μια λογοτεχνική επίθεση κατά της θρησκοληψίας. Ο θεός εδώ είναι ένας τρόφιμος ψυχιατρείου, ονομάζεται Παντελής και συστήνεται ως θεός. Υποτίθεται πως είναι ο Άρης Παγκρατίδης και αυτοβιογραφείται. Ωστόσο, πουθενά στο κείμενο δεν γίνεται μνεία του Παγκρατίδη. Τα μόνα στοιχεία που παραπέμπουν σε αυτόν είναι πρώτα το οπισθόφυλλο του βιβλίου και μετά το σημείωμα της αρχής, όπου ο Σάκης Σερέφας, σε μεγάλα κέφια σε ολόκληρο το πόνημά του, εξηγεί πως σε αυτό υπάρχουν θραύσματα από ταινίες του Τζιμ Τζάρμους και του Γούντι Άλεν, λόγια από τη δίκη του Παγκρατίδη (μαρτύρων, εισαγγελέα και κατηγορουμένου), και φράσεις από εφημερίδες και από τα σχετικά βιβλία του Κώστα Παπαϊωάννου και του Κώστα Τσαρούχα. Επομένως, το βιβλίο απευθύνεται σε μυημένους, είτε σε αναγνώστες που γνωρίζουν την υπόθεση Παγκρατίδη είτε σε όσους δεν ενδιαφέρονται για τη συγκεκριμένη υπόθεση αλλά θέλουν να δουν πώς χειρίζεται το θέμα ο Σερέφας. Μια φράση που υπάρχει στην αρχή του βιβλίου και καθορίζει τη στάση του συγγραφέα απέναντι στην υπόθεση Παγκρατίδη, αλλά και που πάνω της στηρίχτηκαν άλλα βιβλία και ρεπορτάζ που υποστηρίζουν την αθωότητα του Παγκρατίδη, είναι η εξής: «Είμαι αθώος, μανούλα μου, είμαι αθώος!»

Η αθωότητα του Παγκρατίδη δεν έχει αποδειχτεί και μάλλον δεν πρόκειται να αποδειχτεί ποτέ. Αυτή η αμφιλεγόμενη αθωότητα δημιούργησε τον μύθο του αθώου Παγκρατίδη, που ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς –με βιβλία ρεπορτάζ μα και μυθοπλασίας–, αφού αποτελεί ένα καλό λογοτεχνικό θέμα που μπορεί να αγγίξει το αναγνωστικό κοινό (μακάρι κι ο Δημήτρης Μπάτσης, που εκτελέστηκε άδικα μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη στις 30 Μαρτίου 1952, να είχε τόσους θαυμαστές και υπερασπιστές όσους ο Παγκρατίδης). Ας ξαναγυρίσουμε στον Σερέφα, ο οποίος αξιοποιώντας τον μύθο του αθώου Παγκρατίδη έγραψε ένα ευφρόσυνο κείμενο, όπου καταδικάζει την εξουσία, κρατική και κοινωνική, και μάλιστα θεωρεί πως εμείς οι υπόλοιποι, αναγνώστες και μη, καθώς και ο ίδιος, είμαστε «δράκοι», δηλαδή υποψήφια θύματα της ωμοφαγικής εξουσίας. Ας πάμε τώρα στο μυθιστόρημα. Ενίοτε η αφήγηση παίρνει θεατρική μορφή, δηλαδή μπορεί αυτούσια να παιχτεί σε θεατρική σκηνή. Χώροι δράσης είναι ένα ψυχιατρείο κι ένα γηροκομείο. Τα πρόσωπα του δράματος είναι ο Παντελής, ο ψυχίατρος, ο Μάρκος, ο εισαγγελέας, ο κίναιδος, ο Μαξ, η δημοσιογράφος, ο Λάζαρος, η Φανή, η Μάρθα. Όλοι αυτοί συζητούν, ανταλλάσσουν απόψεις, θυμούνται το παρελθόν και ενίοτε βωμολοχούν. Διότι ο συγγραφέας θέλει να προβληματίσει και ταυτόχρονα να διασκεδάσει τον αναγνώστη, και τα καταφέρνει περίφημα. Είπαμε: ο Σάκης Σερέφας βρίσκεται σε μεγάλα κέφια.

Ο ΘΕΟΣ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΩΣ Ο Θεός αυτοπροσώπως
Σάκης Σερέφας
Μεταίχμιο
177 σελ.
Τιμή € 13,30

 

Εμφανίσεις: 1493

ΚΡΑΤΑ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ

της Ανθούλας Δανιήλ

Με τον ενδιαφέροντα τίτλο Κράτα μου το χέρι βγαίνει στο λαβύρινθο της βιβλιαγοράς το νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, εραστή της noir λογοτεχνίας. Κατά ευτυχή συγκυρία, ο τίτλος εύκολα μας μεταφέρει στο Χόλιγουντ του 1953, όταν ο Τόνι Μπένετ τραγουδούσε το πολύ ωραίο τραγούδι

Take my hand, I am a stranger in Paradise,

all lost in a wonderland... That's a danger in Paradise.

Η διαφορά ανάμεσα στον κόσμο του τραγουδιού και στο μυθιστόρημα είναι ένας παράδεισος και μια κόλαση, χαοτική και ανάλογη. Το Χόλιγουντ βαριά βιομηχανία δημιουργίας παραδείσου, αλλά και κόλασης. Ο Μαμαλούκας πιστεύω πως αντλεί από το δεύτερο σκέλος. Ο κόσμος του συγκεκριμένου βιβλίου, όπως και ο κόσμος στο έργο του Κοπέλα που σε λένε Φίνι, είναι η κόλαση, αγαπημένο θέμα του. Αν θυμηθούμε και τη σαδιστική απόλαυση με την οποία παρακολουθήσαμε τις περιπέτειες της ηρωίδας, δεν θα εκπλαγούμε καθόλου με ό,τι συμβαίνει κι εδώ. Αντιθέτως, το αναμένουμε.

Θα έπρεπε ίσως να ενημερώσουμε τον αναγνώστη, προς αποφυγήν πάσης παρεξηγήσεως, όπως συνηθιζόταν παλιά, πως πάσα ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις της πραγματικότητας είναι εντελώς τυχαία. Άλλωστε, και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι εξωπραγματικά, δημιουργήματα μιας φαντασίας που απολαμβάνει νοσηρά τη φρίκη. Ο κόσμος σαν ένας λαβύρινθος, αλά Μαμαλούκα, ως βούληση και ως παράσταση, αλά Σοπενάουερ, ο τρόμος ως απόλαυση, αλά αναγνώστη.

Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον όρο «λαβύρινθος». Όλη η κατάσταση είναι λαβυρινθώδης. Και οι λαβύρινθοι στους οποίους συνειρμικά, εκόντες άκοντες, μας οδηγεί το έργο είναι πολλοί, αρχής γενομένης από τον αρχαίο με τον Μινώταυρο, στον άλλο στην Αριάγνη του Στρατή Τσίρκα, στις απέραντες βιβλιοθήκες του Χόρχε Λούις Μπόρχες, στο «Οικοδόμημα», στο Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο, στον άλλο στη Δίκη του Κάφκα, όπου περιπλανήθηκε ο πολίτης Κ., στους ανάλογους στον Αιώνα των λαβυρίνθων της Ρέας Γαλανάκη, στο Σφαιριστήριον λαβυρίνθου του Αντώνη Σανουδάκη, και τόσους άλλους. Όλοι οι λογοτέχνες με λόγο, ύφος, γνώση της ιστορίας και λογοτεχνική χάρη, με αλληγορία πάντα, μας βάζουν και μας βγάζουν στους λαβυρίνθους τους, στο μύθο και στην ιστορία, χωρίς να χάνουν τον μίτο.

Στο λαβύρινθο του Μαμαλούκα, τον μίτο και το ρόλο της Αριάδνης φαίνεται πως αναλαμβάνει ο εχθρικός, αντιπαθητικός, επιθετικός, αυταρχικός και ύποπτος θυρωρός, ο οποίος θα μπορούσε να παραβληθεί και με τον Χάροντα. Είναι λαβύρινθος «αναμνήσεων και εφιαλτών», πώς αλλιώς άλλωστε. Όλα, συνεπώς, σκούρα και άχαρα. Οι καιρικές συνθήκες, κακοκαιρία, αέρας, κρύο, χιόνι. Η πόλη, μουντή, «χαλασμένα παράθυρα», «πεθαμένα χρώματα», «γερασμένα κτίρια». Το μπαρ, η πολυκατοικία, το νοσοκομείο, όλα είναι γκρίζα, απάνθρωπα, αφιλόξενα και ανατριχιαστικά. Ο ήρωας και όλοι εκείνοι με τους οποίους θα έρθει σε επαφή μοιάζουν με φιγούρες που το έσκασαν από ένα σκοτεινό υπόγειο, πρόσωπα εχθρικά, ύποπτα, περίεργα, ασαφή, χωρίς όνομα και χαρακτηριστικά. Ο ήρωας μάλιστα, λόγω ιδιαζουσών συνθηκών, μένει μέσα την ημέρα και βγαίνει έξω τη νύχτα, η οποία «αφαιρεί τα χρώματα» από τα πράγματα, σαν να πηγαίνει να βρει το διάολό του, προσπαθώντας να φύγει μακριά από κάτι «που τον κυνηγούσε». Η διάθεση κακή, αγχωτική.

Συγκεκριμένα, στα έγκατα μιας πολυκατοικίας και πίσω από έναν κινηματογράφο, με τον εκκωφαντικό του θόρυβο και όλα της ψυχικής αποσταθεροποίησης τα σχετικά, το διαμέρισμα, που νοικιάζει για να γράψει το βιβλίο του, μια παγώνει και μια ζεματάει, σαν κόλαση αληθινή. Η είσοδος σκοτεινή, αθέατη σχεδόν, παράπλευρη και βρόμικη, μοιάζει με κάθοδο στον Άδη. Αλλά και όλοι οι άλλοι χώροι σαν μικρογραφίες κόλασης περιγράφονται. Σκοτεινοί κι αδιέξοδοι διάδρομοι, καμένες λάμπες ή που φωτίζουν ελάχιστα, αόρατοι παρακολουθητές, άνθρωποι σαν σκιές, ύποπτος θυρωρός, σαν τον κουφό τον Χάρο. Κάπου μια ταβέρνα φαντάζει ανθρωπινή, σαν δείγμα «παραδείσου», ο σκύλος όμως που ορμάει και του σκίζει το παντελόνι, σαν Κέρβερος τον εκδιώκει.

«Λιμάρικα σκυλιά του κουρελιάζουν τα μπατζάκια και τον γυμνώνουν», λέει ο Γιώργος Σεφέρης («Μέρες τ’ Απρίλη ’43»).

Έχουμε, άραγε, έναν Ορφέα ή έναν Οδυσσέα στον Άδη; Ο ήρωας επανέρχεται υπαινικτικά σε μια παλιά ζωή, σαν να έχει πεθάνει και βρίσκεται στον άλλο κόσμο, όπου θα ολοκληρώσει το βιβλίο του. Αλληγορία; Ο δημιουργός πρέπει να κατεβεί στην κόλαση για να γράψει;

Γλώσσα απλή, φράση κοφτή, απόλυτα σαφής αλλά κατάλληλα διατυπωμένη για να καλλιεργεί την ασάφεια και να ενσπείρει το φόβο και τον τρόμο, που είναι αόρατος, αν και πανταχού παρών. Λεπτομερής η περιγραφή των προσώπων, χωρίς να αποδίδονται αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, επαναλαμβάνω, αλλά και των κινήσεων, ζουμ σε όλα, σαν τον ντετέκτιβ που δεν αφήνει καμιά λεπτομέρεια αναξιοποίητη, για να προκαλέσει τον τρόμο. Μάλιστα, θα λέγαμε πως τα πλάνα είναι στημένα σαν επεισόδια παλιάς αστυνομικής ταινίας: το μπαρ και ο μπάρμαν, ο μυστηριώδης θυρωρός, ο ήρωας και το μυστικό του, η κοπέλα στο δρόμο σαν πεθαμένη και το μισό τσιγάρο της που «ήταν χωμένο ανάμεσα στα χείλη». Αυτή η κοπέλα, για κάποιον λόγο, μου θυμίζει την ηρωίδα στην ταινία Ο θυρωρός της νύχτας (σκην. Λιλιάνα Καβάνι, 1974), στην τελευταία σκηνή. Οι περιγραφές λοιπόν θυμίζουν παλιό καλό, noir κινηματογράφο, ενώ οι διαφημίσεις, επανερχόμενες (με πλάγια γράμματα), φαίνεται πως υποστηρίζουν τον «χαρούμενο»: Ζήσε τώρα, Κράτα μου το χέρι, Σφίξε μου το χέρι, Όλα προχωράνε, όλα συνεχίζουν, αλλά και το ανάποδο: Οι αρρώστιες δε φεύγουν, δε φεύγουν ποτέ. Είναι εκεί, επιμένουν. Οι αρρώστιες έχουν υπομονή κι επιμονή. Επιμένουν και στο τέλος νικάνε. Πώς λειτουργούν οι φράσεις αυτές στον ψεύτικο κόσμο της διαφήμισης; Σαν νησίδες διάσωσης; Προειδοποίησης; Μας προτείνουν τη ζωή; Και γιατί ο συγγραφέας φέρνει στο φως τους αυτόχειρες λογοτέχνες, Σεργκέι Γεσένιν, Πρίμο Λέβι, Τσέζαρε Παβέζε, που δεν βρήκαν τον μίτο για να βγουν από τα αδιέξοδά τους; Την ανατρέπει; Τι, εντέλει, θέλει να πει ο Μαμαλούκας με την αλληγορία του; Πως ο κόσμος μας δεν έχει ελπίδα; Πως το παρελθόν δεν επιτρέπει να ελπίζουμε στο μέλλον; Πως οι δυνάμεις του κακού είναι μεγαλύτερες και κυρίαρχες; Πως οι άνθρωποι-θύματα εθισμένοι στη συμφορά τους αγωνίζονται για να την διατηρήσουν; Ότι το αφύσικο και το ψεύτικο κατακλύζουν εκκωφαντικά τη ζωή μας, όπως ο θόρυβος του κινηματογράφου και τα ωραία μηνύματα των διαφημίσεων;

Για τους εραστές των θρίλερ το βιβλίο είναι απόλαυση και, επειδή περί ορέξεως ουδείς λόγος, εδώ «λαμπρά ταιριάζουν όλα» που λέει και ο Καβάφης («Εν Δήμω της Μικράς Ασίας»), καθώς και η προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη:

«Φοβηθείτε αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου» (Μαρία Νεφέλη, «Λόγος περί κάλλους»).

ΚΡΑΤΑ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙΚράτα μου το χέρι
Δημήτρης Μαμαλούκας
Ψυχογιός
184 σελ.
Τιμή € 12,20

 

Εμφανίσεις: 2122

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛ

της Κατερίνας Σχινά

Ένα παράξενο και δυσεύρετο σήμερα μείγμα συγκίνησης, ανοικειότητας και γοητείας συνεπαίρνει τον αναγνώστη όταν διαβάζει τις ιστορίες του Γιώργου Μητά. Είναι ιστορίες ειπωμένες με σουρντίνα, θα έλεγε κανείς, ιστορίες ωστόσο που παρά τη χαμηλότονη αφήγηση και την απουσία κάθε μελοδραματισμού –ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής της απουσίας– διατυπώνουν υπόρρητα ένα ηθικό αίτημα, που δεν είναι άλλο από την παρακινδυνευμένη, την ανεκπλήρωτη, αλλά και καθαρτήρια έκκληση για συνάντηση που μας απευθύνει ο άλλος.

Όσο διάβαζα τις ιστορίες του θυμόμουν μια παλιά ιρλανδική παροιμία: κάθε άνθρωπος ζει στο καταφύγιο του άλλου. Κι όσο έφτανα προς το τέλος, ολοένα και περισσότερο με συγκινούσε η κατάφαση στο σχετίζεσθαι που βρίσκεται στη ρίζα αυτού του βιβλίου, αλλά και η αναγνώριση της αγωνίας που καταλαμβάνει το άτομο όταν αυτό έρχεται σε επαφή με την ξενότητα της ετερότητας, με το παραξένισμα, πιο απλά, που μας καταλαμβάνει όταν συναντιόμαστε με τον άλλον. Δεν πρόκειται εδώ για ένα αίσθημα αποστροφής προς τον ξένο, αλλά για τον φόβο μήπως και νιώσουμε αποστροφή μπροστά στο ανοίκειο, μήπως και μας κατακυριεύσει το άγχος του αγνώστου. Ίσως γιατί αυτή η συνάντηση είναι μια εμπειρία που αποδομεί τον εαυτό, καθώς τον θέτει υπό αμφισβήτηση και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανακατασκευή του. Παραδόξως ο ξένος μάς κατοικεί, όπως έχει γράψει η Τζούλια Κρίστεβα, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητάς μας – ταυτόχρονα όμως, ακόμη κι όταν αναγνωρίζεται, δεν γνωρίζεται. Ο άλλος γίνεται αντιληπτός ως μια άγνωστη οντότητα, ως μια απύθμενη άβυσσος που δεν μπορούμε ποτέ να τη βυθομετρήσουμε.

Τι είναι, λοιπόν, οι ιστορίες του Γιώργου Μητά; Θα το πω επιγραμματικά: μια σπουδή στη μοναξιά. Σε μια πόλη βορινή, την πόλη του Χαλ, μια πόλη υγρή, σαρωμένη από τους ανέμους, με λίγες μονάχα μέρες ευεργετικής αιθρίας, οι μοναχικοί αυτόχθονες βλέπουν τη ζωή τους να ξεφτίζει και να αδειάζει, ή προσπαθούν να την προβάλλουν σε μιαν ανέφικτη δυνατότητα μελλοντικής ευτυχίας. Διστακτικοί στην έκφραση των συναισθημάτων τους από ιδιοσυγκρασία ή από κοινωνική επιταγή, ντροπαλοί ή αφύσικα θορυβώδεις στην υπερπροσπάθειά τους να μην αποκαλύψουν τον ρημαγμένο τους ψυχισμό, ταγμένοι σε μια privacy –αυτή τη λέξη-κλειδί της βρετανικής ιδιοσυγκρασίας–, σε μια διακριτική ιδιωτικότητα, δηλαδή, που συχνά γίνεται αυτοεγκλωβισμός, οι Βρετανοί ήρωες του Γιώργου Μητά έρχονται ξαφνικά σε επαφή με τον Άλλον, τον –διαφορετικών καταβολών και κοσμοαντίληψης– ξένο. Τότε, δυο πράγματα μπορεί να συμβούν. Ή να ξεκλειδωθούν, να ανοιχτούν στο φως, ή να κλειστούν, οριστικά και αμετάκλητα, στο κέλυφος της μοναξιάς τους. Η ηλικιωμένη ταξιθέτρια κυρία Ρότζερς, για παράδειγμα, η ηρωίδα της πρώτης ιστορίας, στερημένη από οικεία πρόσωπα, πεισματικά προσκολλημένη στις μικρές τελετουργίες του καθημερινού –μια βόλτα με ποδήλατο, μια εξόρμηση στο σουπερμάρκετ της γωνίας, λίγες κουβέντες με τα κορίτσια πίσω από τις ταμειακές μηχανές, κηπουρική, ένα ζεστό αφέψημα στην πολυθρόνα δίπλα στη θερμάστρα, ένα βιβλίο– δονείται από την προσδοκία να προσκαλέσει για τσάι έναν νεαρό Ισπανό, τακτικό θαμώνα της κινηματογραφικής λέσχης, σαν ανταπόδοση ενός ευχαριστώ, μιας φιλικής, ευγενικής ματιάς. Η σκηνή με την οποία ολοκληρώνεται η ιστορία, όταν η κυρία Ρότζερς ξυπνά στον καναπέ του φθαρμένου σαλονιού της μετά την επίσκεψη του καλεσμένου της, λουσμένη στο φως «ενός ευλογημένου, άχρονου, ολόλαμπρου πρωινού» συμπυκνώνει την ευφορία που χαρίζει το σχετίζεσθαι. Είναι ακαθόριστο αν η επίσκεψη αυτή είναι πραγματική ή αν την έχει απλώς ονειρευτεί η κυρία Ρότζερς. Ωστόσο, καθώς γράφει ο Μητάς, ακόμη κι έτσι, ακόμη και ως προβολή του φαντασιακού της στο καθημερινό, «οι κουρτίνες αφήνουν ένα μεγάλο άνοιγμα, απ' όπου ξεχύνεται ο καταρράκτης του φωτός. Στ' αριστερά της, η αντανάκλαση του ήλιου στον καθρέφτη της ντουλάπας εξαϋλώνει σχεδόν το δωμάτιο μέσα σε μια χρυσαφένια έκρηξη. Η μνήμη της επανέρχεται σιγά σιγά, η αίσθηση της ευτυχίας επιμένει».

Τρεις συναντήσεις περιγράφει ο Γιώργος Μητάς στο βιβλίο του – και στις τρεις δευτεραγωνιστής είναι ένας αλλοδαπός φοιτητής από κάποια χώρα της Μεσογείου, Ισπανός στην πρώτη, στη δεύτερη Έλληνας (ο αναγνώστης υποπτεύεται ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αποτελεί αυτοβιογραφική νύξη – ο συγγραφέας σπούδασε στο Χαλ), Τούρκος στην τρίτη. Δεν πρόκειται για τέχνασμα προκειμένου να υπογραμμιστεί κάποια αντίθεση ανάμεσα στους εσωστρεφείς Άγγλους και τους (υποθετικά) θερμούς, δεκτικούς στην επαφή, Μεσογειακούς – ο συγγραφέας δεν ενδίδει σε τέτοια στερεότυπα. Απεναντίας, είναι για να τονιστεί μια άλλου είδους κοινότητα ανάμεσα στον ξένο και τον ντόπιο, η ρίζα μιας ανάγκης σχεδόν στοιχειακής –της ανάγκης του ανήκειν– που για τους ξένους φοιτητές γίνεται ένα στοίχημα οικείωσης και προσαρμογής, και για τους άλλους μια δοκιμή συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Όμως ο συγγραφέας δεν μένει στο πρώτο επίπεδο αυτής της σχέσης – θα ήταν εξαιρετικά μονόχορδο για έναν συγγραφέα των αποχρώσεων, όπως ο Γιώργος Μητάς, να περιγράψει απλώς δυο μοναξιές που συναντιούνται. Στις ιστορίες του Μητά, η διαφορά ανάμεσα στο Εγώ και το Εσύ αμβλύνεται με την επαφή ή τον διάλογο, αλλά φτάνει να εξανεμιστεί εντελώς όταν η τριβή της σχέσης εντείνεται, όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και ξαφνικά αστράφτει ο σπινθήρας μιας ξαφνικής αναγνώρισης, που αποκαλύπτει την οδυνηρή συνάφεια των ηρώων του, αυτοχθόνων και αλλοδαπών. Γιατί στην πόλη του Χαλ ξένοι είναι οι αλλοδαποί φοιτητές, αλλά ίσως πιο ξένοι ακόμη οι Βρετανοί, καταδικασμένοι καθώς είναι στην εσωτερική εξορία, απομονωμένοι από τους γύρω τους είτε από γηρατειά, είτε από αναπηρία, είτε από ψυχική βάσανο.

Το ερώτημα των ορίων της επικοινωνίας διαπερνά κάθε σελίδα των Ιστοριών: πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε τον άλλον; Ως πού μπορεί να φτάσει η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθηση; Στο μεσαίο αφήγημα του βιβλίου, που επιγράφεται Ντόναλντ και Τζόυ, περιγράφεται η διστακτική φιλική σχέση ανάμεσα σ' έναν Έλληνα και έναν τυφλό, γοητευτικό και εν πολλοίς απροσπέλαστο συμφοιτητή του. Ο ήρωας, ο Ντόναλντ, δεν βλέπει, «ωστόσο μια πικρή γνώση μοιάζει να εκπορεύεται από τις τρύπες των ματιών». Η Τζόυ είναι η σκυλίτσα του, οδηγός και φύλακάς του, ευαίσθητος δέκτης των διαθέσεών του. Καθώς η τυχαία γνωριμία με τον Έλληνα φοιτητή αρχίζει να μετατρέπεται σε φιλία και οι αρχικές επιφυλάξεις υποχωρούν, ο Ντόναλντ του ζητάει να ψηλαφίσει το πρόσωπό του: «Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωθα τα δάχτυλά του να περιηγούνται το πρόσωπό μου και το κρανίο μου. Είχε σκύψει λίγο το κεφάλι σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει όλη του την προσοχή στ’ ακροδάχτυλα. Χαμογέλασε. ‘Τώρα ξέρω πώς είσαι!’» Όμως ο Έλληνας δεν μπορεί να κατανοήσει πώς αναπληρώνει το αισθητηριακό του μειονέκτημα ο Ντόναλντ. Μένει να τον παρακολουθεί και να αναρωτιέται, ακόμη πιο σαστισμένος όταν διαπιστώνει ότι ο Ντόναλντ είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα που δεν μπορεί να δει, και ακόμη πιο ανήμπορος να συλλάβει το βάθος του αποκλεισμού που βιώνει ο ερωτευμένος φίλος του όσο βαθαίνει η επίγνωσή του ότι δεν μπορεί να την αποκτήσει. Κάποια στιγμή, οι δυο τους βρίσκονται μπροστά σ’ ένα παράθυρο, να παρακολουθούν την άγρια φαντασμαγορία μιας θύελλας. Ασυναίσθητα, ο ήρωας κλείνει τα μάτια, εν μέρει θαμπωμένος, εν μέρει περίεργος να δοκιμάσει για δευτερόλεπτα την τυφλότητα – χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει. «Οι λάμψεις της καταιγίδας χόρευαν πίσω από τα κατεβασμένα βλέφαρά μου. Η σκέψη γεννήθηκε αυθόρμητα: μπορούσα ν’ απολαύσω ακόμα και με κλειστά τα μάτια αυτό το σπάνιο θέαμα, αυτό το θέαμα που ο Ντόναλντ δεν θα έβλεπε ποτέ στη ζωή του». Είναι η στιγμή της ενοχής – του συναισθήματος που πάνω απ’ όλα αμφισβητεί τη δυνατότητα της φιλίας.

Τα αφηγήματα του Γιώργου Μητά μπορούν, λοιπόν, να διαβαστούν ως τόπος συγκρότησης του υποκειμένου, ή καλύτερα ανάδειξης των όρων συγκρότησής του μέσα από την έκκληση που ασκεί πάνω του ο άλλος. Ερχόμενος σε επαφή με την τυφλότητα, ο ανώνυμος Έλληνας αφηγητής της δεύτερης ιστορίας του Μητά αρχίζει να ευαισθητοποιείται απέναντι στην αναπηρία εν γένει, να μη βλέπει πια τη δική του αρτιμέλεια ως κάτι απολύτως αυτονόητο. Αλλά εκτός από τόπο συγκρότησης του υποκειμένου, οι Ιστορίες του Χαλ συνθέτουν επίσης, όπως προείπα, και έναν τόπο ανάδυσης της ηθικής ευθύνης για τον άλλο, για τη ζωή και την τύχη του. Η ανησυχία του Έλληνα φοιτητή για την ψυχολογική κατάσταση του τυφλού του φίλου, ή η απόφαση του Τούρκου φοιτητή να εξιχνιάσει το τρομερό αίνιγμα της προσωπικότητας του αλλόκοτου συγκατοίκου του, οροθετεί ακριβώς το πεδίο αυτής της ευθύνης.

Είπα προηγουμένως ότι ο Γιώργος Μητάς συγκεράζει την επιμελή σκηνογραφία του με τις ψυχικές διεργασίες των ηρώων. Έτσι, τη στιγμή της έντονης βίωσης της διαφοράς, όπως το δευτερόλεπτο που ο Έλληνας συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να αισθανθεί όπως ο τυφλός του φίλος, η φύση γύρω τους μανιάζει. Ή, πάλι, στην τρίτη ιστορία της συλλογής, όταν ο Τούρκος φοιτητής υποπτεύεται ότι ο πληθωρικός κομπαστής σπιτονοικοκύρης του, ο ασπρομάλλης γίγαντας Στηβ, έχει οικοδομήσει έναν φανταστικό κόσμο για να καλύψει την απόγνωσή του, τα χρώματα μουνταίνουν, το τοπίο απογυμνώνεται, γίνεται ακόμη πιο ανοίκειο και εχθρικό, γίνεται η απόλυτη συμπύκνωση του Φόβου. Έχοντας ακολουθήσει τον Στηβ ως το τέλος της διαδρομής του, νιώθοντας κάθε στιγμή ότι διαβαίνει ένα σύνορο, ότι προχωρά «όλο και βαθύτερα σε μια άγνωστη, εχθρική ζώνη», ο Αζίζ βρίσκεται στην έρημη αποβάθρα του ποταμού, ατενίζοντας σαν μαγνητισμένος τους σκούρους όγκους των αποθηκών, τους σκελετωμένους γερανούς, τα θλιβερά κουφάρια των πλοίων. Εκεί θα συνειδητοποιήσει την αδυναμία της επαφής, την ολοκληρωτική απουσία του νοήματος, όταν μαρμαρωμένος, όρθιος «στην καρδιά του σκότους», όπως γράφει ο Μητάς, ακούει πανικόβλητος την ύστατη κραυγή του ψυχικά διαταραγμένου συγκατοίκου του, μέσα στον ζόφο μιας υγρής νύχτας που μοιάζει να καταπίνει κάθε ελπίδα. Ο τόνος εδώ είναι σχεδόν γοτθικός, το ψυχολογικό σασπένς κορυφώνεται φράση τη φράση, ο μετεωρισμός του Αζίζ ανάμεσα στη δυσπιστία και την τρομερή βεβαιότητα επιτείνει το υπαρξιακό ρίγος: είναι η στιγμή που ο Αζίζ έρχεται σε επαφή με την ξενότητα της ετερότητας, κι αυτή η στιγμή σημαίνει, όπως είπα και στην αρχή, τον συγκλονισμό του εαυτού.

Κι όμως, πέρα από τις στιγμές της αδυναμίας, της παλινδρόμησης στην απελπισία ή στην επιβεβαίωση της μοναξιάς, η καθαρτήρια υπόσχεση που διατρέχει το βιβλίο είναι μία: μέσα στο ελάχιστο, μπορούμε σίγουρα να ξαναβρούμε το μείζον. Αυτήν τη θερμή, ανακουφιστική, περιρρέουσα υπόσχεση την ενισχύει, πρώτα απ' όλα, η λεπτότητα της παρατήρησης: σπάνια σύγχρονος συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει με τόση λιτότητα και ευαισθησία τις αποχρώσεις των αισθημάτων, ή να προσδώσει στις σκηνές του, που ζωντανεύουν σαν υποβλητικές τοπιογραφίες, τέτοια εικαστική δύναμη και κινηματογραφική ζωντάνια. Κι ακόμα πιο σπάνια ένας νέος πεζογράφος καταφέρνει να δημιουργήσει μια τόσο κρουστή γλώσσα, ένα ιδίωμα πλούσιο και ακριβές που κουβαλάει αβίαστα απόηχους της πεζογραφικής μας παράδοσης. Πολλοί κριτικοί σημείωσαν ότι ο Γιώργος Μητάς ξεκινάει τη διαδρομή του στην πεζογραφία με τους καλύτερους οιωνούς. Πιστεύω βαθιά ότι η συνέχεια θα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛΙστορίες του Χαλ
Γιώργος Μητάς
Κίχλη
140 σελ.
Τιμή € 11,50

 

Εμφανίσεις: 2053

ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

της Ελένης Γκίκα

«Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να ξεχνάς τα τραύματα, να κρατάς τα θαύματα, να εκτιμάς τα θραύσματα σαν να μπορούν, πράγματι, να συγκροτήσουν ένα σύνολο που να βγάζει νόημα».

Έτσι γράφει και η συγγραφέας Μαρία Ξυλούρη με άφθαρτο τρόπο, με τον δικό της μυθιστορηματικό τρόπο το κατορθώνει.

«Ο κόσμος είναι οι λεπτομέρειες», διαβάζουμε στις σημειώσεις ενός ήρωά της, του Δημήτρη. Και η Μαρία, ως η Μαρία που ξεπροβάλλει φευγαλέα μέσα από την ιστορία και μας κλείνει το μάτι, είναι «η κοπέλα που γράφει». Η κοπέλα που γράφει για τη ζωή της γενικά και για τη δική της γενιά ειδικά.

Υπογράφοντας ένα μυθιστόρημα σαν ψηφιδωτό και σαν σπείρα. Η ζωή και το αίνιγμά της, η αλήθεια και ο αντικατοπτρισμός. Η καθημερινότητα και το εφήμερο αλλά κι αθάνατό της. Η καθημερινότητα και η λογοτεχνία. Ο κόσμος των νεκρών κι ο κόσμος των ζωντανών.

Η τεράστια παρουσία της απουσίας. Σε όλες της τις εκφάνσεις. Χωρισμός, θάνατος, μοναξιά.

Στις 352 πυκνογραμμένες σελίδες του, με μεγάλες περιόδους, παραγράφους και παρενθέσεις, με έναν τρόπο απολύτως μεταμοντέρνο αλλά συνάμα και μαγικό, η Μαρία Ξυλούρη ξαναγράφει ή μάλλον ξαναδιαβάζει αλλιώς τη ζωή.

Στις σελίδες της, μια παρέα που είναι σχεδόν όλος ο κόσμος.

Η Φανή, που διαβάζει το ένα βιβλίο πίσω απ’ το άλλο προσπαθώντας να καταλάβει εκείνο που ζει. Ο Ορέστης που φεύγει ακολουθώντας την “Κατσαρίδα”-κοπέλα, είναι εκείνη με τα κόκκινα μαλλιά, και ο Φώτης που έρχεται, ο Δημήτρης που ξεκινά ως παύλα, ξεγραμμένος, και αντίστροφα επιστρέφει στο βιβλίο όπου κατορθώνεται ό,τι δεν γίνεται ποτέ στη ζωή, και ο Άκος, το αγόρι που θα μπορούσε να έχει τη λύση, συνθέτουν στα πλέον λεπτά και λεπτομερή συστατικά του αυτό που θα μπορούσε να είναι το Νόημα, αυτό που μας δίδεται χωρίς να το επιδιώξουμε, εκείνο το δώρο όπως επιμένουν πολλοί, τη ζωή.

Κεντρικός άξονας, η Άννα. Το κορίτσι με τα πράσινα μάτια και αδελφή του Δημήτρη. Εκείνη που ξεκινά σαν υπόθεση «Αν» και τελειώνει χωρίς ποτέ της να καταλήξει (ποιος είπε ότι έχει κεντρική ιδέα και δίδαγμα η ζωή αυτή καθαυτή) σαν υπόδειξη «Να».

Θα μπορούσε να...

Στο μεταξύ, χρονικά όλα γίνονται ανάκατα.

Αποδεικνύοντας ότι στο παρελθόν που δεν είναι εποχή τετελεσμένη –ποιος το ’πε;– υπάρχει τελικά, εκεί κρύβεται, το μεγάλο σασπένς.

Η αφήγηση σαν σκυταλοδρομία, αρχικά η πλευρά του Ορέστη, ο Δημήτρης είναι ήδη μια παύλα ανάμεσα σε δυο ημερομηνίες και η Άννα έχει ήδη χαθεί. Και μετά, η πλευρά του Φώτη. Για ν’ αρχίσει σαν δίνη ένα παραγωγικότατο παρελθόν. Η Φανή, που προσπαθεί να το διαβάσει στις λεπτομέρειες με συνεχείς λογοτεχνικές αναφορές. Δεν αντέχει χωρίς τα βιβλία ούτε ζωή, ούτε και πένθος. Ο Άκος όσο επιστρέφουν προς τον πυρήνα, εξάλλου είναι κι ο τελευταίος που είδε τη χαμένη Άννα, «το θανατάκι», ο εγγονός του Σκευοφύλακα γερο-Θάνατου που προφητεύει θάνατο αντί για ζωή. Στο κουκούτσι, η Άννα, κατακερματισμένη, κομμάτια και θρύψαλα, με έναν τρόπο και συγγραφικά και εκδοτικά αριστουργηματικό, ναι, η Άννα είναι κάπου στο κέντρο τα μη αριθμημένα κομμάτια της, σαν παράλληλο σύμπαν, το αινιγματικό σύμπαν της Άννας, εκείνο που σκορπά το θάνατο και γεννά τη δημιουργία, για να την ερμηνεύσουν γράφουν οι πάντες, γεννά δηλαδή μέσα από τον υποτιθέμενο θάνατο τη ζωή.

Και η ανάδυση τελικά. Από το τέλος του κόσμου στην αναπαράστασή του, από τη Φανή και τον Φώτη, ως τον Ορέστη αντίστροφα, στην επιφάνεια πάλι, με λεπτομέρειες που κατέχουν το σύμπαν και σελίδες αγαπημένων που είναι ωσεί συγγενείς. Ο Μουρακάμι κι οι γάτες του, ο κύριος Κουρδιστό-πουλί και τα πηγάδια του, ο Φραγκιάς και το χάος που μας γέννησε, η Ζατέλη και η μυθολογία της καθημερινότητας, ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας με όλα του, τα βιβλία του και την αυτοκτονία του. Η Μαρία που γράφει και η Μαρία που τα ζει.

Τα βιβλία, στο βιβλίο, ζώντες οργανισμοί. Οι ιστορίες μια αλυσίδα, είτε αυτό είναι βιβλίο είτε η ίδια μας η ζωή. Η ζωή μας, στο μικροσκόπιο. Και η αλήθεια από παντού ανοιχτή. Η λήθη, επιβίωση. Και η μάσκα, ανάγκη. Η εκδοχή εκείνου που ποτέ δεν συνέβη, απόλυτα υπαρκτή. Το μυθιστόρημα, μια προέκταση της ζωής. Και κάπου εκεί και η συγγραφική ειλικρίνεια, η αποκάλυψη. Του μυθιστορήματος που όμως είναι και μια πρωτότυπη θέαση της ζωής: «Το σκέφτομαι γραμμένο σε σπείρα, σαν το δίσκο της Φαιστού, με κέντρο του την Άννα. Από αυτή θα αναπτύσσονται όλα σπειροειδώς. Γύρω απ' αυτήν. Όταν θ’ αρχίζει το βιβλίο, κι οι δυο τους θα είναι ήδη νεκροί, κι εμείς θα προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε την απουσία σε ιστορία για να ζήσουμε».

Και η Μαρία Ξυλούρη που αυτό το ανέφικτο κατορθώνει τελικά: τους σκοτώνει και τους κάνει αφήγηση. Τους πενθεί με τον μόνο τρόπο που ξέρει, διαβάζοντας. Σαν τον Κασάρες τους διασώζει στη δική της Εφεύρεση, δημιουργώντας για να τους κάνει αθάνατους τον δικό της Μορέλ. Υπογράφοντας κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, και «το βιβλίο του εαυτού της», υπογράφοντας το βιβλίο της εποχής μας, δηλαδή το βιβλίο της ζωής.

Ένα μυθιστόρημα που είναι, τελικά, πρόταση, είναι θέαση κι ανάγνωση της ανθρώπινης ύπαρξης, της ζωής αυτής καθαυτήν.

ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣΠώς τελειώνει ο κόσμος
Μαρία Ξυλούρη
Καλέντης
352 σελ.
Τιμή € 16,00

 

Εμφανίσεις: 2118

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr