A+ A A-

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

της Ελένης Γκίκα

«Η λαδομπογιά στον καμβά ενός ζωγραφικού έργου, όσο παλιώνει, γίνεται διάφανη. Όταν συμβαίνει αυτό, μπορείς να δεις τις αρχικές γραμμές που έθεσε ο δημιουργός. Το δέντρο φαίνεται μέσ’ από το φόρεμα μιας γυναίκας, ένα παιδί παραμερίζει για να περάσει ο μισοσχεδιασμένος σκύλος, κάποιες φιγούρες ξεπροβάλλουν πίσω από την ώχρα μιας πρόσοψης σπιτιού. Αυτό στη ζωγραφική λέγεται “pentimento”, γιατί ο ζωγράφος άλλαξε γνώμη...» Λίλιαν Χέλμαν, Τζούλια.

Με μότο που αποτελεί, τελικά, και το κλειδί του βιβλίου, ο Γιάννης Ξανθούλης υπογράφει μια ιστορία όπου εκδικείται το παρελθόν και οι νεκροί διεκδικούν τη φωνή και το δίκιο τους. Φυσικά, όλα ξεκινούν «επιστρέφοντας» – μήπως μια επιστροφή στα μυστικά και στα βασικά δεν είναι όλη η ζωή μας;

Αφηγητής, ο Νικόδημος, ένα από τα πέντε παιδιά του δασκάλου, αυτός που επέζησε μαζί με τη μεγάλη του αδελφή και τις δυο δίδυμες, εκείνος που ποτέ δεν αξιώθηκε να ονομαστεί, όπως ο χαμένος του αδελφός, «ο γιος του δάσκαλου». Έχει σπουδάσει και έχει ξενιτευθεί, εργάζεται ως επιμελητής και, υποτίθεται, έχει ξεφύγει. Επιλέγοντας μια δική του «ενσυνείδητη μοναξιά», ρίχνοντας μαύρη πέτρα σε ό,τι τον πόνεσε και τον βαραίνει. Στο μυστήριο της αυτοκτονίας του «ωραίου αδελφού», στα μυστικά της «αγίας τριάδας» με τους δυο εναπομείναντες πια ως γαμπρούς, πρώην φίλους. Εξάλλου, όταν σκοτώθηκε ο Βασίλης, την αποκήρυξαν την αυτοκτονία στο σπίτι, πρώτος ο δάσκαλος, όσο κι αν άφησε εκείνη στους πάντες και για πάντα τη βαριά της σκιά. Διεκδικώντας την ύπαρξή της σαν σχέδιο που διέγραψε ο ζωγράφος από ένα κομμάτι της πινακοθήκης του κόσμου. Έτσι, μια βροχερή μέρα θα σταθεί αρκετή για να φτάσει στα χέρια του μεσήλικα πια Νικόδημου το απαγορευμένο κομμάτι. Ένα βιβλίο σε κάποιο παλαιοπωλείο με τον κινηματογραφικό τίτλο «Γεια σας, παιδιά», που του θυμίζει ελληνικό τίτλο σε ταινία του Λουί Μαλ, θα του γυρίσει απροσδόκητα τις σελίδες του χρόνου. Και μια άγνωστή του Μαρία Ιορδάνου, που υπογράφει, μοιάζει να ξέρει καλά ό,τι αυτός και η οικογένειά του τόσα χρόνια αγνοεί. Τι συνέβη ακριβώς «και έσπασε η φλέβα» εκείνο το χάραμα στου αδελφού του το κεφάλι.

Ολόκληρο το βιβλίο είναι το χρονικό μιας επιστροφής σε ό,τι συνέβη και μας πόνεσε που το ’σβησε η μνήμη, για να μπορέσουν να επιζήσουν οι εναπομείναντες. Και ένα βιβλίο μες στο βιβλίο. Το «Γεια σας, παιδιά» της Μαρίας Ιορδάνου που, απ’ ό,τι θα ανακαλύψει, ήταν ως τότε παραμυθού, και το οποίο είναι η αλήθεια που λείπει στον χρόνο.

Πανταχού παρόντες μες στο βιβλίο θα είναι ως το τέλος οι δυο νεκροί: ο Βασίλης, που δεν άντεξε, και ο δάσκαλος, που είχε σκηνοθετήσει τα πάντα. Η κατέχουσα την αλήθεια, επίσης, μια συγγραφέας νεκρή. Κι αυτός που αξιώνεται να τη μάθει ο φυγάς-γιος, ο Νικόδημος, που τον διέσωσε τελικά «η αηδία του για το τέλειο».

Με δραματικά στοιχεία και ειρωνική αντιμετώπιση στο αμετάκλητο της ζωής, ο Γιάννης Ξανθούλης υφαίνει αριστοτεχνικά ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων που ολοκληρώνει νομοτελειακά σχεδόν την εικόνα του κόσμου. Με υπερφυσικά πετάγματα από τον αθώο σαλό, η αιωνιότητα αποκαλύπτεται στο άδολο βλέμμα για ένα ελάχιστο της στιγμής για να ξανασυνεχιστεί αμέσως μετά η κανονικότητα της ζωής, μακριά, όμως, απ’ τον πλανήτη «Τριφύλλι» (το όνομα του χωριού). Η μοναξιά των νεκρών θα συνεχίσει με τους δικούς της κώδικες, αλλά προηγουμένως θα λάμψει το σκίτσο στο σώμα του κόσμου!

Μεγάλος μάστορας όσον αφορά τις αισθήσεις της μνήμης, ο Ξανθούλης θα ζωντανέψει τα πάντα με εικόνες και μυρωδιές, με ξεχασμένους ήχους και με αφή, με όλα εκείνα που μας χαράσσουν χαρακτήρα και υποσυνείδητο στη ζωή και στον χρόνο.

Μια ιστορία θανάτου, που μας χαρίζεται γενναιόδωρα ως ιστορία ζωής.

Ατμόσφαιρα, μυστήριο και χαρακτήρες με όρια ασαφή, τελικά, υπαινίσσονται την ενδεχόμενη λύση στο αίνιγμα.

Ο γιος του δάσκαλου Γιάννης Ξανθούλης ΔιόπτραΟ γιος του δάσκαλου
Γιάννης Ξανθούλης
Διόπτρα
310 σελ.
Τιμή € 15,90

 

Εμφανίσεις: 3226

Η ΠΙΟ ΚΡΥΦΗ ΠΛΗΓΗ

της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Είναι το καινούργιο μυθιστόρημα του εκλεκτού, πολυγραφότατου και ρηξικέλευθου συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Το βιβλίο στηρίζεται σε δύο πολύ ουσιαστικά και καταλυτικά θέματα. Το πρώτο είναι ο σφοδρός και παθιασμένος έρωτας, που διατρέχει το μυθιστόρημα από την αρχή μέχρι το τέλος του, και το δεύτερο η αναφορά σε κοινωνικές ταραχές και εξεγέρσεις, όπως η Κατοχή, τα Δεκεμβριανά, ο Εμφύλιος που ακολούθησε. Αλλά και σαν προέκταση κατά κάποιον τρόπο των Δεκεμβριανών, με απόσταση 67 χρόνων, το κίνημα των Αγανακτισμένων, που βιώσαμε το καλοκαίρι του 2011 με την οικονομική χρεοκοπία και τα γνωστά δεινά στα οποία εισήλθε η χώρα μας.

Το μυθιστόρημα αρχίζει το 1976. Κεντρικός ήρωας είναι ο Μιχάλης, που αποτελεί και τον πρωτοπρόσωπο, παντογνώστη αφηγητή. Βρίσκεται στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας και φλογερά ερωτεύεται τη συνομήλική του, ωραία, χυμώδη και εξωστρεφή Νίκη. Εκείνη τον προτρέπει να εμπλουτίσει εκτενέστερα τις ήδη βιωματικές γνώσεις του για τα Δεκεμβριανά, ώστε να εντυπωσιάσει τον αριστερό πατέρα της, Μίμη. Από τότε ξεκινάει το αμέριστο ενδιαφέρον του Μιχάλη για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο, ένα ενδιαφέρον που συνεχίζεται αδιάπτωτα σε όλο το μυθιστόρημα. Όμως οι δύο έφηβοι θα χωρίσουν και θα ξαναβρεθούν στα 22 τους χρόνια, το 1985, σε ένα πάρτι –ο Μιχάλης είναι πλέον ηθοποιός και η Νίκη δημοσιογράφος–, όπου θα έχουν την πρώτη ερωτική επαφή τους. Από το 1985 μέχρι και το 2011, η Νίκη με τη μαγική παρουσία της θα είναι το μήλο της έριδος ανάμεσα σε τρεις άνδρες – τον Μίμη, τον Άβερελ και τον άνδρα της, Άρη, με τον οποίον όμως θα χωρίσει. Τα έχει κατά διαστήματα και με τους τρεις, κάτι το οποίο είναι εν γνώσει τους, και παρ’ όλα αυτά πασχίζουν μανιωδώς να την αποκτήσουν ο καθένας για τον εαυτό του παραγκωνίζοντας τους άλλους. Αυτός που την κερδίζει τελικά είναι ο Μιχάλης.

Παράλληλα με τη διεκδίκηση της Νίκης από τους τρεις άνδρες, το μυθιστόρημα προχωράει και συνυφαίνεται με την πιο κρυφή πληγή, δηλαδή με την πολύπλευρη εμβάθυνση των γνώσεων του Μιχάλη για τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Με στηρίγματα αυτές τις γνώσεις θα προχωρήσει στη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος Η εξαφάνιση του Αριστοτέλη Νικολαΐδη. Ουσιαστικά αυτή η θεατρική διασκευή με τον τίτλο «Σκελετός» εγκιβωτίζεται στο βιβλίο και διευρύνει την πλοκή. Ο τίτλος αυτός για τον Μιχάλη έχει μεταφορική σημασία. Σκελετός είναι ό,τι μένει βαθύ και άφθαρτο μέσα στο χρόνο, είναι τα ιδανικά, οι αναλλοίωτες αξίες μας, ατομικές και συλλογικές. Γιατί ο Μιχάλης, όπως και η Νίκη, έχει βαθιές λαϊκές ρίζες από το προσφυγικό Περιστέρι. Για τον Μιχάλη υπήρχε βαθιά μέσα του η μυθολογία του Περιστεριού, όπου έλαμπε η ντομπροσύνη, η αμεσότητα, η εσωτερική ανάγκη να είσαι «ξηγημένος», που σημαίνει να διαθέτεις ένα βαθύ υπόστρωμα ηθικής, όχι με τη στενή έννοια, αλλά με την τάση να νοιάζεσαι για συλλογικά οράματα και για τον διπλανό σου. Το αριστερό, λαϊκό Περιστέρι έχει διαποτίσει τον ψυχισμό των δύο ηρώων, γι’ αυτό και η Νίκη σε ένα άρθρο της σε εφημερίδα γράφει: «Η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα ήρθε κάπως νωρίς με το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. Στη νέα αυτή δεκαετία αλλάζουν πολλά. Γιατί το οικονομικά κραχ δεν φέρνει μόνο την κατάρρευση του καταναλωτισμού, αλλά και του ατομισμού. Πρόκειται για ένα σεισμό που φέρνει στο προσκήνιο αντί του εγώ το εμείς και κυρίως τις ταξικές διαφορές».

Με αυτά τα πιστεύω οι δύο πρωταγωνιστές θα συμμετάσχουν ενεργά με ορμή, ζέση και αυταπάρνηση στο κίνημα των Αγανακτισμένων, το οποίο περιγράφεται σε όλο το βάθος και την έκτασή του, έτσι όπως συνέβη το καλοκαίρι του 2011.

Για τον Μιχάλη, το κίνημα των Αγανακτισμένων είναι ένα είδος συνέχειας των Δεκεμβριανών, μια εποχή που τον έχει στοιχειώσει από την εφηβεία του. Αν και γνωρίζει ότι οι σημερινές δυτικές κοινωνίες είναι παροπλισμένες μέσα στην παγκοσμιοποίηση και την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας, αν και σε μιαν άκρη του μυαλού του διατηρεί την υποψία ότι οι λαϊκές εξεγέρσεις μοιάζουν με υστερία, εντούτοις ως αδυσώπητα ρομαντικός πιστεύει ότι οι καταπιεσμένοι είναι υποχρεωμένοι να αγωνίζονται για τα δίκαιά τους.

Εξόχως ενδιαφέρον είναι το μέρος εκείνο του βιβλίου, όπου ο συγγραφέας περιγράφει την κρίσιμη μετάβαση του Μιχάλη από την παιδική στην εφηβική ηλικία με όλη την έκταση των εκρήξεων της σεξουαλικότητας. Οι περιγραφές είναι τολμηρές και αποκαλυπτικές, θελκτικά αληθινές ως προς την ηδυπάθειά τους. Το ίδιο τολμηρές είναι και οι ερωτικές σκηνές που διανθίζουν το βιβλίο σε όλη την έκτασή του.

Το μυθιστόρημα μαγεύει με την ενάργεια της έκφρασης, τους ζωντανούς χαρακτήρες, την έντονη λαγνεία, την πλοκή που ελίσσεται με εκπλήξεις και απρόοπτα, τον κοινωνικό και υπαρξιακό στοχασμό. Ο Ραπτόπουλος άφησε και πάλι με επιτυχία την ιδιαίτερη σφραγίδα του και σε αυτό το καινούργιο μυθιστόρημά του.

Η πιο κρυφή πληγή Βαγγέλης Ραπτόπουλος ΊκαροςΗ πιο κρυφή πληγή
Βαγγέλης Ραπτόπουλος
Ίκαρος
461 σελ.
Τιμή € 17,90

 

Εμφανίσεις: 2355

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

της Έλενας Χουζούρη

Η Λίλα Κονομάρα εμφανίστηκε στα γράμματα το 2002 με τις νουβέλες της υπό τον τίτλο Μακάο (Εκδ. Πόλις) και αμέσως κέρδισε τις εντυπώσεις και τις καλές κριτικές. Το βραβείο σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω ήταν αναμφισβήτητα μια επίσημη αναγνώριση της πρώτης εκείνης συγγραφικής της εμφάνισης, αλλά και μιας απαίτησης από αυτήν να συνεχίσει την ίδια και καλύτερη συγγραφική πορεία. Θα την ξαναβρούμε το 2004 με το μυθιστόρημα Τέσσερις εποχές – Λεπτομέρεια (Εκδ. Μεταίχμιο) και το 2009 με το επίσης μυθιστόρημα Αναπαράσταση (Εκδ. Μεταίχμιο). Μεσολαβεί ένα παιδικό μυθιστόρημα με τίτλο Στις 11 & 11’ ακριβώς (Εκδ. Παπαδόπουλος) το 2005. Το Δείπνο είναι το τρίτο μυθιστόρημά της. Από το πρώτο της βιβλίο έως το τελευταίο, η Λίλα Κονομάρα δεν επέλεξε εύκολους αφηγηματικούς δρόμους, δικαιώνοντας έτσι όσους την είχαν προσέξει ή βραβεύσει με την πρώτη της συγγραφική εμφάνιση. Έτσι, από το πρώτο της βιβλίο έως το τελευταίο, η Λίλα Κονομάρα φλερτάρει ή και οικειοποιείται εντελώς τους νεωτερικούς τρόπους γραφής. Δεν την ενδιαφέρει δηλαδή απλώς να διηγηθεί μια ευθύγραμμη ιστορία, που το ένα συμβάν θα διαδέχεται το άλλο, με συμβατική χρονική αλληλουχία, με πληθώρα διαλόγων και άφθονη δράση. Η Κονομάρα επιλέγει να διαρρήξει τους αφηγηματικούς χρόνους, να εγκιβωτίσει διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές στο μυθιστορηματικό σώμα, επιστολογραφία, ημερολογιακές σημειώσεις, συνεντεύξεις κ.λπ. Προχωρεί έτσι σε μια ψηφιδωτή σύνθεση, την οποία ο αναγνώστης καλείται να παρακολουθήσει ενεργητικά και όχι παθητικά. Η Κονομάρα δεν αρκείται δηλαδή στην ανάγνωση-ψυχαγωγία, αλλά την ενδιαφέρει η ανάγνωση-πρόκληση και ενεργοποίηση του αναγνώστη. Ο κριτικός Γιώργος Αράγης, σε μια εκτενή κριτική για το μυθιστόρημά της Αναπαράσταση, στέκεται ιδιαίτερα στις αφηγηματικές επιλογές διαφόρων τεχνικών της συγγραφέως. Τονίζει, μάλιστα, ότι «οι γεωμετρικοί τόποι» της ανάγονται στους πατριάρχες του μοντερνισμού Τζόις και Γουλφ, καθώς και στους εκπροσώπους του «νέου μυθιστορήματος», όπως ο Αλέν Ρομπ-Γκριγιέ. Θα προσθέσω και το μεταμοντέρνο στοιχείο που εκφράζεται στα βιβλία της Λίλας Κονομάρα μέσω της διαθεματικότητας. Αυτά τα συγγραφικά χαρακτηριστικά υπάρχουν και στο τελευταίο της μυθιστόρημα, το Δείπνο. Άλλωστε, μπορούμε πλέον να παρατηρήσουμε ότι η Λίλα Κονομάρα έχει διαμορφώσει ένα ευδιάκριτο συγγραφικό προφίλ αφενός και αφετέρου έχει, με τις δύσκολες επιλογές της, δείξει ποια θέση θέλει να κατέχει στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Ξεκινώντας από την άποψη ότι λογοτεχνία είναι κυρίως οι αφηγηματικοί τρόποι μέσω των οποίων αναδεικνύεται ένα θέμα ή μια ιστορία, και όχι τόσο το ίδιο το θέμα ή η ιστορία, στην περίπτωση του Δείπνου δεν έχουμε ένα περισπούδαστο, εντυπωσιακό θέμα, μια ιστορία γεμάτη ανατροπές και δράση, δεν έχουμε ένα φοβερό αίνιγμα να λύσουμε, ούτε ένα θρίλερ που θα μας κόψει την ανάσα. Το Δείπνο δεν είναι ένα εξωστρεφές μυθιστόρημα, αλλά ένα μυθιστόρημα εσωτερικών καύσεων, που παραπέμπει στην ατμόσφαιρα του Πίντερ ή θυμίζει την κατά Μπουνιουέλ Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας. Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, του οποίου ο βασικός του σπόνδυλος είναι ένα φαινομενικά ευχάριστο και ανάλαφρο δείπνο, μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά. Οι τρεις αφηγηματικές ενότητες-φωνές του μυθιστορήματος έχουν ως σημείο εκκίνησης και αναφοράς το εν λόγω δείπνο. Πρόκειται για ένα δείπνο καρδιακών, υποτίθεται, φίλων της ίδιας γενιάς, συν πλην πενήντα οι περισσότεροι και οι περισσότερες, με κοινές διαδρομές και κοινές αναμνήσεις από τα χρόνια της νεανικής τους αθωότητας, των μεγάλων προσδοκιών και των ακόμη μεγαλύτερων οραμάτων. Ένα δείπνο που σαν άλλος, σύγχρονος, «Μυστικός Δείπνος», κρύβει προδοσίες και ύπουλες προσπάθειες αλληλοεξόντωσης. Το τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τα ανάλαφρα γέλια, τους ήχους των ποτηριών που ντιντινίζουν, τα πιάτα με τα γκουρμέ φαγητά, τις επιτηδευμένες αβρότητες και τα δηλητηριώδη αστεία που ανταλλάσσονται, το «ακούμε» μέσα από την αφηγηματική φωνή του Αντώνη, ενός από τους συνδαιτυμόνες, αποτυχημένου μουσικού, τριτοκλασάτου μέσα στην υπόλοιπη παρέα, ο οποίος μισεί φοβερά τον υποτιθέμενο καλύτερό του φίλο, Στέφανο, πετυχημένο μουσικό, καταξιωμένο σε όλους τους τομείς της ζωής του. Το μίσος του Αντώνη προς τον Στέφανο είναι τόσο, ώστε ετοιμάζεται να τον καταστρέψει επαγγελματικά και κοινωνικά με μια ψεύτικη ανώνυμη καταγγελία. Έτσι, μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Αντώνη αναδύονται εικόνες παρακμής και διάλυσης των ανθρώπινων σχέσεων, των αξιών, της κατάρρευσης τελικά μιας κοινωνίας υπό κρίση σε όλα τα επίπεδα. Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματός της, η συγγραφέας δίνει μια εικόνα συνόλου. Όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν κινούνται και λειτουργούν μέσα στο ίδιο σκηνικό ως ένα σύνολο. Οι απόψεις τους ακούγονται, τα σχόλιά τους επίσης. Κι όλα αυτά μέσα από τη φωνή και τη ματιά του Αντώνη, που δεν αφήνει κανέναν ασχολίαστο – ούτε και τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλωστε, την περιρρέουσα σαπίλα τη φέρνει στο ίδιο του το σώμα. Ένα σάπιο δόντι δεν τον αφήνει να ησυχάσει.

Στο δεύτερο μέρος, το όλον δίνει τη θέση του στο μερικό. Εδώ η συγγραφέας επιλέγει άλλες αφηγηματικές τεχνικές, προκειμένου να αναδείξει την παθιασμένη παράνομη ερωτική σχέση της Λήδας, που ξεκίνησε σ’ εκείνο το καλοκαιρινό Δείπνο. Για να μπορέσει να μεταδώσει η Λίλα Κονομάρα τόσο το πάθος της Λήδας, όσο και την αγωνία που αυτό της προκαλεί για την επερχόμενη φθορά του πενηντάχρονου σώματός της, άρα και της πρόκλησης ή όχι της επιθυμίας του εραστή, επιλέγει την αφηγηματική τεχνική των ημερολογιακών σημειώσεων. Οι σημειώσεις αυτές γράφονται ενόσω διαρκούν οι εργασίες ανασκαφής στην Κέρο, καθώς η Λήδα είναι αρχαιολόγος. Έτσι, η αρχαιολογική σκαπάνη μπορεί να συμβολίζει την εσωτερική ανασκαφή στην οποία υποχρεώνεται η Λήδα εξαιτίας της εξωσυζυγικής ερωτικής της σχέσης.

Το τρίτο μέρος είναι και το πιο ιδιαίτερο στο σώμα του μυθιστορήματος, τόσο που θα μπορούσε να διεκδικήσει και μιαν αυτοτέλεια. Η αναφορά του βέβαια είναι πάντα εκείνο το ανάλαφρο καλοκαιρινό δείπνο. Η αφηγηματική όμως φωνή ανήκει σ’ ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Ένα πρόσωπο με δανεική ταυτότητα, δανεικό όνομα και δανεική όψη. Η Λι υπήρξε υπηρέτρια της οικοδέσποινας του περίφημου δείπνου, η οποία μετά το τέλος της όμορφης εκείνης καλοκαιρινής βραδιάς, πεθαίνει από καρδιακό επεισόδιο στα 52 της χρόνια. Η Λι του τρίτου μέρους του μυθιστορήματος της Κονομάρα βρίσκεται τώρα στη Νέα Υόρκη, όπου έχει καταφύγει και έχει ανοίξει εστιατόριο. Έτσι «ακούγεται» να διηγείται σε πρώτο πρόσωπο εν είδει εσωτερικών μονολόγων και με τη μία ιστορία να εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη, τη ζωή της, από το πώς αναγκάστηκε, παιδάκι, να φύγει από τη γενέτειρά της –εικάζουμε σε κάποια πρώην γαλλική ασιατική αποικία–, να βιώσει αλλεπάλληλα σκληρές περιπέτειες, να παραμορφωθεί, να οικειοποιηθεί το διαβατήριο μιας νεκρής, έως να φτάσει κάποτε ως μετανάστρια στην Ελλάδα και να βρεθεί υπηρέτρια στο σπίτι της οικοδέσποινας του Δείπνου. Ωστόσο, τα όσα καταιγιστικά διηγείται η Λι έχουν ως αποδέκτη έναν άνδρα, τον οποίο εκείνη κρατά φυλακισμένο στο υπόγειο του εστιατορίου της και του οποίου επιπλέον του έχει κόψει τη γλώσσα! Προφανώς γιατί εκείνος γνωρίζει με ποιον τρόπο η Λι βρέθηκε στη Νέα Υόρκη. Πώς βρήκε τα χρήματα για να ανοίξει το εστιατόριο και, ακόμη, τι ακριβώς παίχτηκε το βράδυ του θανάτου της οικοδέσποινας του δείπνου και αφεντικίνας της Λι. Εν κατακλείδι, το Δείπνο είναι αναμφισβήτητα μια καλογραμμένη, ενδιαφέρουσα, σύγχρονη συγγραφική κατάθεση.

Το δείπνο Λίλα Κονομάρα Κέδρος Το δείπνο
Λίλα Κονομάρα
Κέδρος
258 σελ.
Τιμή € 12,50

Το δείπνο
Λίλα Κονομάρα
Κέδρος
258 σελ.
Τιμή € 12,50

 

Εμφανίσεις: 1831

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

της Πόλυς Χατζημανωλάκη

Η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια σημαντική λογοτέχνις της Θεσσαλονίκης. Συγκρατημένη, διστακτική απέναντι στη γραφή – μας παραδίδει το Αλογάκι της Παναγίας ύστερα από μια οκταετία σιγής από το πρώτο της βιβλίο. Τόσον καιρό δεν έκανε θόρυβο γύρω από το όνομά της. Στο κείμενό της αποκαλύπτεται και καταγράφεται η μαρτυρία ενός βίου «αισθηματοποιημένου», με την καβαφική έννοια. Συλλαμβάνει τον εαυτό της στον κόσμο και απολογείται, λες, για τη σιωπή της, για τη στάση της απέναντι στη ζωή και τη γραφή. Εντάσσει την προσωπική –τη μικρή– ιστορία της μέσα στη μεγάλη, τον εαυτό της και τον αναγνώστη στον κόσμο και την εποχή του. Συνθέτει ένα λογοτεχνικό έργο με τον τρόπο που προσδιορίζει ο Ορχάν Παμούκ: είναι λογοτεχνία, γιατί ενώ γράφει για εκείνην, ο αναγνώστης που το διαβάζει πιστεύει ότι γράφτηκε για αυτόν.

Ένα άλμπουμ εικόνων, αφηγήσεων, περιστατικών, εξομολογήσεων, επιστολών, ένα τοπίο εσωτερικό – ένα τοπίο μνήμης και αυτογνωσίας που συνθέτει-δημιουργεί η συγγραφέας όχι με τον τρόπο του ιστορικού ή του συλλέκτη τεκμηρίων, αλλά με τον τρόπο του ποιητή και του λογοτέχνη. Με τον τρόπο του Καβάφη όταν μιλά για το περιβάλλον του σπιτιού του και τις αναμνήσεις του: «σε δημιούργησα μες σε χαρές και λύπες, που αισθηματοποιήθηκες για μένα».
Για μια αφήγηση σαν της Οδύσσειας δηλαδή πρόκειται, όπου ο ταξιδιώτης, ο ήρωας κάτι δίνει και κάτι παίρνει σε κάθε σταθμό του ταξιδιού του, απώλειες συντρόφων, οδύνη, βάσανα, και φεύγει με μια νέα εμπειρία που «δεν θα τον γελάσει» ποτέ, που θα του δώσει σχήμα ανθρώπου, μορφή και ταυτότητα.
Η αφήγηση αυτή καλύπτει κοντά σαράντα χρόνια, όχι μόνο δέκα όπως το συμβολικό ταξίδι του Οδυσσέα: από την εποχή που τελειώνει η δικτατορία και το σπουδαίο ταξίδι-ορόσημο με την υποτροφία στη Γενεύη – από το 1973 δηλαδή μέχρι τις μέρες μας.
Σαράντα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, μια μύηση, μια δικαίωση ενός ανθρώπου, μια συγχώρεση, μια κατανόηση του εαυτού του αφηγητή, του ήρωα με τα χίλια πρόσωπα, που μετέρχεται τόσων τρόπων και μορφών γραφής και ύφους στο κείμενο της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα πρωτεϊκό, ένα πολύτροπο κείμενο, όπου ο αφηγητής αλλάζει πρόσωπο, φύλο, μιλάει πότε σαν άντρας, πότε σαν γυναίκα, αλλάζει ηλικίες, επάγγελμα, ταυτότητα για να δημιουργήσει το εσωτερικό, αισθηματοποιημένο τοπίο του εαυτού, του δικού του/της και αυτού όπου θα καθρεφτιστεί ο αναγνώστης.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου έχει τη μορφή επιστολικού μυθιστορήματος. Οι επιστολές του Άγγελου, συντρόφου, φίλου, ερωτευμένου μαζί της: «Κοιτάς τη ζωή σου τη ζωή μας από τα σύννεφά σου…» λέει γι’ αυτόν στην αρχή.

«Τα σύννεφά σου», γιατί έχει πεθάνει και δεν ανήκει πια, ως Άγγελος, στον κόσμο αυτό, ή «τα σύννεφά σου» γιατί είναι αιθεροβάμων, γιατί πετά στα σύννεφα, γιατί σε κάθε περίπτωση είναι «εκτός» πραγματικότητας, εκτός του κόσμου, μια και ο Άγγελος που ήταν μαζί της στη Γενεύη είναι στρατευμένος στην ΠΠΣΠ, την οργάνωση εκείνη που ήθελε να αποκαλείται της συνεπούς Αριστεράς.

Άγγελος, λοιπόν, και λόγιος μια και έχει κοινωνήσει της Γενεύης, Άγγελος στρατευμένος, Ταξιάρχης δηλαδή με ρομφαία, συσπειρωμένος εντός του συστήματος σαν ελατήριο γεμάτο ενέργεια για να το ανατρέψει, αναστοχαζόμενος και αυτοκριτικός για τις πράξεις του – μέχρι συγκινήσεως στις εξομολογήσεις του και στις αποφάσεις του για στράτευση, για συνέπεια στον αγώνα. Εξομολογούμαι ότι τον πίστεψα απολύτως. Άγγελος ειλικρινής, μου θύμισε τον τρόπο που γράφαμε και μιλούσαμε εμείς του ’76 οι εκδρομείς, ενταγμένοι στην Αριστερά, συνεπή ή λιγότερο συνεπή, και στις οργανώσεις της.
Καθρεφτίστηκα στα γράμματα του Άγγελου, αντήχησαν μέσα μου. Βρήκαν αναμνήσεις από καθαρό μέταλλο: ματαιώσεις αλλά ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση εκτός τόπου και χρόνου. Ήταν η αρχή της ανάγνωσης και πείστηκα ότι το βιβλίο έχει κάτι να μου πει. Ότι είμαι ο αναγνώστης ο όμοιος, ο αδελφός – αναγνωριστήκαμε και με τον Άγγελο και με τη Ναυσικά, παραλήπτρια των επιστολών, τη βασιλοπούλα που εξ απαλών ονύχων ταλαντεύεται ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή, ανάμεσα στη δουλειά και στην ένταξη, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του έρωτα και τις δεσμεύσεις της πραγματικότητας.
Οι επιστολές αυτές, στην αρχή, είναι το πρώτο ξύπνημα, όπου η Ναυσικά δεν ξέρει ποια είναι, όπου ο Άγγελος ερωτευμένος την καλεί και προσπαθεί να της δώσει σχήμα στη σκέψη του και στη ζωή του, όπου ο Άγγελος αφηγείται τη στεγνή ζωή του ως φαντάρος. Όπου ο Άγγελος αναπολεί τη μαγική Ιθάκη, την κοινή τους πνευματική εκκίνηση, εκείνη τη Γενεύη του 1973, που ζωοποιεί και τους δύο, τους ενώνει, είναι σταθερή αναφορά τους, τη νοσταλγούν, τους καθορίζει. Το τάλαντό τους, ο σπόρος του καλού σπορέα.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι η εμπειρία της Γενεύης –σημαίνουσα η αναφορά στο Ματαρόα– το νεοζηλανδέζικο πλοίο που μετά τον πόλεμο, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου, το 1945 μετέφερε Έλληνες νέους –αριστερούς και όχι– στη Γαλλία. Μια ονειρική έξοδος, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», όπως είχε πει πολλά χρόνια αργότερα ένας από τους επιβάτες του Ματαρόα, ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης…

Κώστας Αξελός, Νίκος Σβορώνος, Κορνήλιος Καστοριάδης βεβαίως, Μάτση Χατζηλαζάρου, Εμμανουήλ Κριαράς, Ιάννης Ξενάκης, Έλλη Αλεξίου, μερικά από τα ονόματα αυτών των νέων, που με την πρωτοβουλία του σπουδαίου Οκτάβιου Μερλιέ του Γαλλικού Ινστιτούτου, μπόρεσαν να σωθούν, να σπουδάσουν και να αξιοποιήσουν με τον δημιουργικότερο τρόπο αυτή την ευκαιρία.
Με κάποιον τρόπο, έμοιαζε με το Ματαρόα αυτή η πρωτοβουλία, αυτή η υποτροφία του ενός μηνός, στα τέλη της δικτατορίας –αυτό βέβαια το λέμε εκ των υστέρων, γιατί τότε ήταν άγνωστο πότε θα έπεφτε η δικτατορία, όπως και ανεξήγητο το ότι είχε διαρκέσει τόσα χρόνια– σε νέους από την Ελλάδα να κάνουν σπουδές ελληνικού πολιτισμού στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, με καθηγητές Έλληνες ή ελληνιστές που δίδασκαν εκεί, ή σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης.
Εδώ η αφηγήτρια ταυτίζεται με τη συγγραφέα και μάλιστα εμφανίζεται σε φωτογραφία στο οπισθόφυλλο και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου με τον Δημήτρη Χατζή, έναν εκ των διδασκόντων, τον αγαπημένο της, ο οποίος είχε έλθει από το Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης επί τούτου.

Ο τρόπος της γραφής εδώ γίνεται ημερολογιακός, σχεδόν δημοσιογραφικός. Να μην παραλείψει τίποτε, να τηρήσει δηλαδή την επιταγή του Καστοριάδη για το δικό της Ματαρόα, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», έτσι καταγράφει επιμελώς μαρτυρίες από τη συνύπαρξη των φοιτητών, τις εκδρομές, τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις – στις 11 Σεπτεμβρίου που ανατράπηκε ο πρόεδρος της Χιλής Αλιέντε από τη Χούντα του Πινοσέτ. Οι αυτοεξόριστοι Έλληνες στερημένοι από δυνατότητες διαμαρτυρίας μια επταετία διαδήλωσαν στη Γενεύη.

Το πώς τραγουδούσε ο φίλος της ο Βασίλης τη «Ρωμιοσύνη», όταν «συνοδεύοντας επικά το τραγούδι, σταμάταγε λίγο στο επίμαχο σημείο και χαμογελώντας δρομολογούσε μέσα από τα δικά του σκούρα γένια και τις μαλλούρες τη φορά του πετάγματος ενός μικρού χελιδονιού…»

Η συνύπαρξη των νέων, οι ελπίδες τους, οι φιλίες που δημιουργήθηκαν, οι αγάπες, τα γέλια, τα όνειρα, το κοινό βίωμα – η μια πλευρά. Η άλλη όμως, σαν εκ των υστέρων οδηγός σπουδών, σαν απολογισμός, σαν παρακαταθήκη για το μέλλον, η παρουσίαση του τι ήταν ένας ένας αυτοί που δίδασκαν. Ο όμορφος καθηγητής Μπουβιέ, που δίδασκε Κάλβο και κυκλοφορούσε με το ποδήλατο, ο Δημήτρης Χατζής με τις θεωρίες του για τον ελληνικό πολιτισμό, που την πρόσεξε και την αγάπησε. «Είσαι ντροπαλή γιατί είσαι δειλή. Κι είσαι δειλή γιατί είσαι περήφανη…» είχε σχολιάσει ο δάσκαλός της τη νεανική της εσωστρέφεια, τη σιωπή της.

Η σιωπή του γραφιά – κάνω μια παρέκβαση για να σχολιάσω πώς διαχειρίζεται το θέμα αυτό η συγγραφέας, η οποία έχει εκδώσει το προηγούμενο πόνημά της πριν από οκτώ χρόνια. Και καθυστερεί σαράντα χρόνια για τις μαρτυρίες αυτές. Τριάντα χρόνια για να δημοσιεύσει κάτι, ενώ της το ζητά ο Μανόλης Αναγνωστάκης. «Έχω αφλογιστία» του λέει και τα μάγουλά της κοκκινίζουν, γιατί ξέρει σε ποιον μιλάει.

Και γράφει καλά. Αυτό να λέγεται. Αλλά είναι ολιγογράφος, σιωπηλή, περήφανη.
Δεν σηκώνει αφρό με φλυαρίες.
Δειλή δεν θα την έλεγα. Στοχαστική και μετρημένη και πολύ μορφωμένη…
Σε ένα εξομολογητικό του κείμενο, ο Λεβί Στρος είχε πει ότι ένας παράγοντας επιτυχίας της έρευνάς του είναι να μην έχει διαβάσει τι έχει γραφτεί γύρω από το αντικείμενο που τον απασχολεί. Γιατί αν το γνωρίζει, αυτό θα τον συνθλίψει και δεν θα μπορεί να δημιουργήσει.
Αυτό ακριβώς είναι η χώρα των λωτοφάγων του Οδυσσέα του βιβλίου. Τελειομανία, μελέτη και επάρκεια…
Τι είπε για το θέμα η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Ορχάν Παμούκ, τι έγραψε στα τετράδια του Ρήγα ο τάδε. Απόψεις για τον Οδυσσέα του Τζόις σε τρεις αράδες. Τρυπωμένες, ενθυλακωμένες σε όλο το σώμα του βιβλίου βρίσκονται απόψεις, αποστάγματα λογοτεχνικής κριτικής, λόγος γιγάντων, για τη βιβλιοκριτική, για το θέατρο, τον κινηματογράφο.
Έπειτα από αυτό, πώς να μην πάθει η νεαρή Ναυσικά, η βασιλοπούλα, η μοσχαναθρεμμένη, πώς να μην πάθει περηφάνια, πώς να θέλει να γράψει κάτι αφού ξέρει, έχει χάσει την αθωότητά της, ποιοι έγραψαν πριν από αυτήν, με ποιους βάζει το κείμενό της να αναμετρηθεί, και σιωπά. Καταγράφει.

Έτσι λοιπόν, με τον τρόπο της καταγραφής, έχουμε τις παρουσιάσεις των σπουδαίων, Δημήτρη Χατζή, Ιάννη Ξενάκη, Αριστόβουλου Μάνεση, μια εξαιρετική συνέντευξη από τον Βασίλη Βασιλικό που δημοσιεύτηκε τριάντα χρόνια μετά, συνέντευξη-θησαυρός για τη λογοτεχνική παραγωγή και τα πρόσωπα της εποχής του.

Στo τρίτο και το τέταρτο μέρος του βιβλίου περιέχονται άλλου είδους κείμενα. Μικροδιηγήματα.
Ψηφίδα ψηφίδα, εικόνα εικόνα, δημιουργείται το τοπίο το μετά. Το μετά τη Γενεύη. Μετά τη μαγική Ξαναντού…

Το τοπίο της μικρής και μεγάλης ιστορίας, της Θεσσαλονίκης των τόπων, των αντιδικτατορικών αγώνων, των γραμμάτων, του πνεύματος.
Διαβάσματα – ένα τοπίο αλλιώτικο. Τίτλοι βιβλίων. Τι διάβασε, πότε το διάβασε, τι κρατούσε στην τάδε εκδρομή, τι διάβασε πριν κοιμηθεί. Όπως ο Προυστ, που λέει πως οι μέρες που νομίσαμε πως δεν τις ζήσαμε επειδή τις περάσαμε συντροφιά με ένα βιβλίο αγαπημένο, είναι οι μέρες που ζήσαμε πιο αυθεντικά, έτσι και η συγγραφέας υπομνηματίζει με αναγνώσεις τις μικροαφηγήσεις και τις αισθηματοποιημένες ιστορίες τόσων και τόσων προσώπων που ζητούν δικαίωση και συγχώρεση.

Αγωνιστές και επώνυμοι ποιητές όπως ο Τόλης Νικηφόρου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, γνωστοί βιβλιοπώλες που επέδρασαν πάνω της με τις προτάσεις τους, αγαπημένοι της καθηγητές στο Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο ή το Γαλλικό Ινστιτούτο, κατοικούν στη δική της Θεσσαλονίκη.

Αυτή η προσωπική μαρτυρία για την πόλη της, με τα κτίρια, τα μνημεία, τους δρόμους της, νοηματοδοτημένα από τη φοιτητική, την πνευματική και τη λογοτεχνική ζωή της αφηγήτριας, με γοητεύει – παρότι δεν έχω εδώ να μοιραστώ κοινές αναμνήσεις. Με γοητεύει, ωστόσο, γιατί αναγνωρίζω εδώ την αγάπη των Θεσσαλονικέων για την πόλη τους, την έχω συναντήσει στα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου, αλλά συνειδητά χαρτογραφημένη στα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου, εκεί που την ενσωματώνει, όταν το σώμα του γίνεται χάρτης της πόλης του.

Εδώ είναι η Θεσσαλονίκη των ποιητών, της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των περιοδικών με συνεχείς εξόδους σε τόπους της υπόλοιπης Ελλάδας ή την Κύπρο, που σαν τον Οδυσσέα περιηγείται με την ευκαιρία των διακοπών του Πάσχα ή του καλοκαιριού, ή μιας αφήγησης που το επιβάλλει και όπου απαντά στο ερώτημα των συντρόφων του: σε ποια χώρα βρωτών έχουμε βρεθεί; Τι τρώνε, δηλαδή, εδώ – με υπομονετικές περιγραφές των φαγητών και πώς γίνεται το ντοματόρυζο, τι φάγαμε εδώ ή εκεί, αν ήταν μαρουλοσαλάτα, πεπόνι, τυρί-ψωμί τα παιδιά που δούλευαν στους δικηγόρους, πατάτες τηγανητές με σουπιές και ντοματοσαλάτα, σταφύλι γλυκό που ήτανε κεράσι.
Μια διαρκής γευστική ανταλλαγή – μια ανθρωποποίηση.
Σε αντίθεση με τον ήρωα –αφηγητή– του Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, που ταξιδεύει στην Αφρική και τρώει μόνο από κονσέρβες, δεν αγγίζει το φαγητό του Άλλου, δεν ανταλλάσσει.
Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.
Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…

Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.

Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.

Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.
Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.

Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.

Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.

Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

Το αλογάκι της Παναγίας Αρχοντούλα Διαβάτη ΝησίδεςΤο αλογάκι της Παναγίας
Αρχοντούλα Διαβάτη
Νησίδες
174 σελ.
Τιμή € 10,65

 

Εμφανίσεις: 2564

«ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ ΝΑ ΠΩ…»

του Κωνσταντίνου Ι. Κορίδη

Από το 2004, δηλαδή μέσα σε εννιά χρόνια, ο Γιώργος Καπράνος κυκλοφόρησε έξι μυθιστορήματα και μια συλλογή από νουβέλες. Τα περισσότερα μυθιστορήματά του κινούνται στον ιστορικό χώρο της Ελλάδας, αναδεικνύοντας αγώνες και θυσίες, όνειρα και διαψεύσεις, πρόσωπα και καταστάσεις σε μια Ελλάδα πολύπαθη, τραυματισμένη, αιμάζουσσα από εχθρούς και προστάτες από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της.  

Το νέο ιστορικό μυθιστόρημα «Δεν έχω τίποτα άλλο να πω…» του Γιώργου Καπράνου έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά, να αφυπνίσει συνειδήσεις και πιστεύω στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, να επαναφέρει την αξιοπρέπεια, όλες τις χαμένες αξίες, που ηθελημένα ή αθέλητα, ή και από ανικανότητα των εκάστοτε κρατούντων, παραδόθηκαν στη χλεύη των σύγχρονων τυράννων, των αιώνιων κομπλεξικών αδίστακτων τοκογλύφων.

Οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι πρόσωπα υπαρκτά. Κεντρικός ήρωας είναι ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, αυτή η ευγενική μορφή, ο πατριώτης, ο βαθύτατα συνειδητός Έλληνας, που θυσίασε τα πλούτη και τη ζωή του για την Ελλάδα και μόνο για την Ελλάδα, αγνοώντας την αρνητική στάση των επιτηρητών, ξένων και ντόπιων, της χώρας.

Ο λόγος του συγγραφέα δεμένος, τολμηρός, πράος και συνεπής κατακτά τον αναγνώστη και του επιτρέπει να λαμβάνει μέρος στα δρώμενα, να κρίνει και να συμπεραίνει. Είναι τόσα εκείνα που συμβαίνουν στην, ακόμα, μικρή Ελλάδα, που ο νους κάπου σαστίζει, εκμηδενίζει τις χρονικές αποστάσεις και ζει τα τότε γεγονότα με τα σημερινά, που ουσιαστικά, δε διαφέρουν σε τίποτα – προστάτες τότε, προστάτες και τώρα…

Ο συγγραφέας βλέπει αντικειμενικά τα γεγονότα και τα προσφέρει στον αναγνώστη, στο μοναδικό αποδέκτη του τότε και του σήμερα. Ο τόνος του δημιουργού είναι σμιλεμένος από τεχνίτη που ξέρει να χειρίζεται τη γλώσσα, αλλά και τον τρόπο, το σωστό τρόπο προβολής των πρωταγωνιστών – επώνυμων και ανώνυμων.

Ο ήρωας του βιβλίου, ο Λορέντζος Μαβίλης, έτσι όπως σκιαγραφείται από το συγγραφέα, υπήρξε ένας μεγάλος οραματιστής. Η ποίηση έγινε σκοπός ζωής γι’ αυτόν και η φιλοπατρία ήταν το όραμα που ήθελε να κάνει πραγματικότητα. Δε λογάριασε ποτέ τη βολεμένη ζωή, έστω κι αν είχε όλα τα οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία για να την απολαύσει.

Η εθνική τραγωδία του 1897 συγκλόνισε το Μαβίλη. Η επέμβαση των ξένων δυνάμεων, πρώτα ως συμμάχων και μετά ως ρυθμιστών στα του οίκου της Ελλάδας, τον εξόργισε. Σε ηλικία πενήντα τριών χρόνων, φόρεσε το κόκκινο χιτώνα των εθελοντών Γαριβαλδινών. Αποχαιρέτησε τη γυναίκα που αγαπούσε και πήγε να προσφέρει τη ζωή του θυσία στην εκπλήρωση του οράματός του.

Ο συγγραφέας, συνειδητός εργάτης του Λόγου και, προπαντός αντικειμενικός, λυτρωμένος από πάθη στενόμυαλης πολιτικής, μπορεί και βλέπει, στο μέγεθος της έκτασής τους, εκείνα που συνέβησαν, σε κάποιες εποχές, σ’ αυτόν τον πολύπαθο τόπο και συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται, κάτω από άλλο μανδύα, με τον ίδιο, όμως, καταστρεπτικό τρόπο. Οι σελίδες του νέου μυθιστορήματός του αναδύουν εκείνο το σπάνιο άρωμα της απέθαντης ελπίδας. Αγκαλιάζουν τον αναγνώστη και γίνονται σηματωροί στις σκοτεινές ώρες της μεγάλης νύχτας που την ξανάφεραν στον τόπο μας, ξένοι και δικοί μας τυμβωρύχοι.

Το κύριο χαρακτηριστικό ενός μυθιστορήματος είναι η πειθώ. Κυρίως του ιστορικού μυθιστορήματος, που δεν απέχει καθόλου από τη δρώσα ζωή. Για να κερδίσει το κοινό ο συγγραφικός λόγος και, ένα παραπάνω, το ιστορικό μυθιστόρημα, χρειάζονται βέλη αιχμηρά και μη επίορκους τοξότες. Στοιχεία που διαθέτει ο συγγραφέας.

«Δεν έχω τίποτα άλλο να πω...» Γιώργος Καπράνος Ιωλκός«Δεν έχω τίποτα άλλο να πω...»
Γιώργος Καπράνος
Ιωλκός
317 σελ.
Τιμή € 18,00

 

Εμφανίσεις: 1373

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr