Ανδρέας Φιλιππόπουλος-Μιχαλόπουλος: «Το βιβλίο του νερού»

Ανδρέας Φιλιππόπουλος-Μιχαλόπουλος: «Το βιβλίο του νερού»

Η λίμνη είναι οι άλλοι

1.
«Όταν πια έβγαλε όλο τον αέρα από μέσα του, η υδάτινη μάζα γύρω του με τη σιμιγδαλένια αμμουδερή βάση της και τα διάφορα φύκια, ψάρια, πέτρες, είχε σταματήσει να κινείται. Όλα απλώθηκαν σαν κύμα χρόνου, γιγαντιαία αργό. Τον είχαν ξεχάσει ανάμεσα στις πτυχές τους, τον άφηναν να παρατηρεί γύρω του την παύση». (Από το Βιβλίο του νερού).

Στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο Το βιβλίο του νερού (εκδόσεις Θίνες, 2017) ο Ανδρέας Φιλιππόπουλος-Μιχαλόπουλος χτίζει ένα σύμπαν όπου πρόσωπα και πράγματα υπάρχουν και αναπτύσσονται σε απόλυτη εξάρτηση και συνάφεια με το υγρό στοιχείο. Στα 20 διηγήματα της συλλογής (ή ακριβέστερα: αφηγήματα με μορφή ποιητικής πρόζας) ο χρόνος, τα σχήματα, οι κινήσεις, οι αποστάσεις, τα μεγέθη, οι αλληλουχίες και οι αισθήσεις αποκτούν μια άλλη διάσταση, μια εντελώς άλλη προοπτική.

«Με το που έστηνε λοιπόν τους τοίχους κι άρχιζαν τα δωμάτια να ζεσταίνονται, να γίνονται λίγο πιο ανθρώπινα, έπαιρνε και ξέσκιζε τα κτίρια προκειμένου ν’ ανοίξει τα παράθυρα, μεγάλα ή μικρά, σχισμές ή χάσματα, που τ’ άφηνε ορθάνοιχτα, έτσι ώστε το ηλιόστραφτο νερό να ορμάει μέσα. Και το έξω πλημμύριζε το μέσα με αγκαλιές κυμάτων, φαρδιά δωμάτια νερού που άφριζαν καθώς κατάπιναν τα κτίρια».

Η πρώτη εντύπωση, αυτή δηλαδή που αποκομίζουμε όταν διατρέχουμε για πρώτη φορά το βιβλίο ως αναγνώστες, είναι αυτή μιας γραφής πέρα από τα ειωθότα και μιας αφήγησης που ενώ κινείται σε ασαφείς λεκτικές επιφάνειες έχει τη δική της αδιαπραγμάτευτη και αδιαμφισβήτητη λογική και δομή. Ο τρόπος που ο συγγραφέας χειρίζεται τη γλώσσα, τη σύνταξη καθώς και η φόρμα που επιλέγει, είναι μαγικός, αλλόκοτος, ανοίκειος.

Λυρισμός, σουρεαλισμός, ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε όνειρα ή εφιάλτες με έντονη την αίσθηση του πνιγμού, αλληγορία∙ στο σύμπαν του Νερού τίποτα δεν είναι αυτονόητο, προφανές, προβλέψιμο, στατικό. Παντού μας περιμένει η ανατροπή και το ξάφνιασμα ενός κόσμου που, ενώ μοιάζει ενύπνιος και ονειρικός, είναι εντέλει πολύ πιο σκληρός από τον συνηθισμένο, τον καθημερινό, εκείνον που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικό.

Τα σκηνικά είναι έωλα, τα μεγέθη καταργημένα, τα σχήματα αλλοιωμένα. Οι δράσεις απροσδιόριστες, οι άνθρωποι όπως και οι κινήσεις τους μέσα στον χώρο εξωπραγματικές. Ωστόσο, κάτω από αυτή την κρούστα του αλλόκοτου, του ανοίκειου και του μαγικού, σε μια δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, αντιλαμβάνεται κανείς πως ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Στο «Κατώφλι», το πρώτο από τα τέσσερα μικρά αφηγήματα που συγκροτούν την πρώτη ενότητα «Η λίμνη είναι οι άλλοι», ο «πρωταγωνιστής» έχει μόλις ξυπνήσει. Κοιτάει γύρω του και συνειδητοποιεί πως βρίσκεται μέσα σε ένα δωμάτιο που, αν και είναι το γνωστό του δωμάτιο, είναι επίσης ένα άλλο δωμάτιο, εντελώς διαφορετικό. Γύρω του τίποτα δεν είναι στέρεο, οι τοίχοι λικνίζονται, τα τριαντάφυλλα πάνω στην πρόσφατα τοποθετημένη ταπετσαρία επιπλέουν. 

Στο Βιβλίο του νερού, ο Φιλιππόπουλος, όπως και με το σύνολο του έργου του (εικόνα, ποίηση, δοκίμιο, φιλοσοφία), μας αποκαλύπτει έναν κόσμο που κινείται διαρκώς ανάμεσα ονείρου και πραγματικότητας, ευφορίας και δυστοπίας. Τα είκοσι διηγήματά του, σε έμμεση, υποδόρια αλλά και διακριτή συνομιλία με το υπόλοιπο έργο του συγγραφέα τους, δονούνται από συναισθηματική επιθυμία και ευαισθησία, άγχος, σωματικότητα και μετα-θεολογική υλικότητα.

2.
«Πώς το δάπεδο γεμίζει με οροφή; / Τι μπορώ να κάνω τώρα που ο ουρανός χτυπά τα πόδια μου; / και πού πηγαίνει το νερό όταν οι λίμνες είναι στρωμένες με γυψομάρμαρο;» αναρωτιέται ο ποιητής Φιλιππόπουλος σε ένα από τα τριάντα ποιήματά του, που τα χαρακτηρίζει «υλικά» (τριάντα μεταλλικές διπλές επιφάνειες που ανοίγουν και κλείνουν σαν ένα βιβλίο). Και σε ένα του διήγημά του από το Βιβλίο του νερού, σε συνομιλία με όλο του το έργο, θεωρητικό, εικαστικό και ποιητικό, γράφει:

«Μπήκανε και αυτοί, αργά, προσέχοντας να μην τραυματίσουν το νερό, απαλό σαν πλακούντας, άσπιλο που ήταν πριν κατέβουν οι υπόλοιποι, πυκνό σαν ιστορία, δικό τους σαν επιστροφή».

Αναμφίβολα, το υγρό στοιχείο είναι η μήτρα κάθε ζωής, και αυτό, θα λέγαμε, δεν είναι τυχαίο. Αν ποτέ καταφέρναμε να επιστρέψουμε έστω και νοερά σε έναν τέτοιο κόσμο, η λειτουργία της όρασης σίγουρα θα μειωνόταν στο ελάχιστο, μα και πάλι, αυτό το ελάχιστο δεν θα είχε καμιά ομοιότητα με την όραση έτσι όπως την εννοούμε τώρα. Το ίδιο και η αίσθηση της ακοής, αφού σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πάνω από υγρές επιφάνειες ή κάτω από βάθη μυστηριώδη, θόρυβος, βαβούρα, χαμός, παράσιτα, χάος θα εξέλειπαν. Από την άλλη, περιστοιχισμένοι, διαρκώς απειλούμενοι και απολύτως εξαρτώμενοι από το υγρό στοιχείο (η λίμνη είναι οι άλλοι), όπου το οξυγόνο δεν περισσεύει, θα συνειδητοποιούσαμε ξανά την καθοριστική για την επιβίωσή μας σημασία της αναπνοής, που τώρα, θεωρώντας τη δεδομένη, την παραβλέπουμε. Σε έναν τέτοιο κόσμο, όμως, δεν θα χρειαζόταν να γίνουμε σοφοί για να καταλάβουμε πως «κλείνω τα μάτια» σημαίνει «ανοίγω τα μάτια μέσα μου». Αντίθετα, στην καθημερινότητα τη δική μας, την κατακερματισμένη καθημερινότητα του ανθρώπου «της ξηράς» και του πολιτισμού «της Δύσης», δεν αντιλαμβανόμαστε πια τι θα μπορούσε να σημαίνει «εστιάζω μέσα μου», αγνοούμε τη σημασία τού σταματώ κάθε κίνηση για να μπορέσω επιτέλους να αποτινάξω ό,τι άχρηστο, βλαβερό και περίσσιο.

«Το να είσαι θεός» γράφει ο ποιητής Φιλιππόπουλος σε ένα από τα ποιήματά του «είναι μια πράξη εξαφάνισης». Από την άλλη, κατά τους επιστήμονες, έχουμε ήδη μπει σε μια νέα εποχή, την Ανθρωπόκαινο (Anthropocene). Εποχή που το ανθρώπινο είδος νιώθει, δρα και συμπεριφέρεται σαν θεός. Αν αυτές οι δύο διαπιστώσεις-προτάσεις (ποιητική η πρώτη, θεωρητική η δεύτερη) αληθεύουν, και το είδος μας έχει ήδη προβεί στην αυτοχειρία του, εύλογα μπορεί κάποιος να διερωτηθεί: Πώς εμείς, ως γνήσιοι εκπρόσωποί του, συνεχίζουμε να υπάρχουμε πάνω σε έναν πλανήτη παραδομένο προ πολλού στο απόλυτο έλεος και την άλογη διαχείρισή μας; Τη διαχείριση από ένα είδος κατ’ ευφημισμό ανθρώπινο και κατ’ ουσίαν απάνθρωπο αφού έχει ήδη προχωρήσει στον ίδιο του τον αφανισμό; Μήπως, εντέλει, αυτά που ζούμε και βλέπουμε (ή νομίζουμε ότι ζούμε και βλέπουμε), όπως και αυτά που μας περιβάλλουν, δεν αντανακλούν τίποτα περισσότερο από μεταθανάτιες μνήμες; Απεικάσματα προαναγγελθέντων θανάτων με πρώτον και καλύτερο τον (τετελεσμένο) δικό μας;

Ο Φιλιππόπουλος, με την ιδιότητα του καθηγητή Φιλοσοφίας και Δικαίου στο Πανεπιστημίου του Westminster, αλλά και ως εικαστικός καλλιτέχνης και ποιητής, στο βιβλίο του Spatial Justice αποφαίνεται: «Δεν υπάρχει έξω. Αλλά χρειαζόμαστε ένα εξωτερικό. Η κραυγή μας είναι χωροθετημένη, νομιμοποιημένη, σπάνια, ενσωματωμένη ρήξη, αδιανόητη, ωστόσο, κάτω από όλα αυτά, παραμένει μια κραυγή. […] Στο πλαίσιο της Anthropocene, όπου οι άνθρωποι είναι τόσο παντού και (ταυτόχρονα) τόσο αποκεντρωμένοι, και στην οποία όλα τα υλικά σώματα είναι συγκεντρωμένα, και ο breathing χώρος είναι περιορισμένος, το μέλλον “κλείνει”, η ανθρώπινη εξαφάνιση είναι μια πιθανή πραγματικότητα. […] Ένα μέρος της απεραντοσύνης αποσύρεται πάντα. Σκεφτείτε την ανθρώπινη ψυχολογία, το νόμισμα, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το κινητό σας τηλέφωνο, την κλιματική αλλαγή, τη ζωή και το θάνατο. Όλα είναι όργανα, όλα είναι απόσυρση, πρόσβαση σε μια αιτιώδη συνάφεια και εξήγηση, κεφάλια ή ουρές, ένας τραπεζικός λογαριασμός, μια οθόνη αφής, ένας βροχερός Ιούλιος, μια αναπνοή ή ένα κρύο στο δέρμα, στην αφή, είναι απλά επιστημολογικές παραχωρήσεις που προσφέρουν την ψευδαίσθηση της γνώσης. Όσο περισσότερο γνωρίζουμε πώς λειτουργούν τα όργανα, τόσο λιγότερα γνωρίζουμε για τους οργανισμούς».

3.
«Δε σταμάτησαν να περπατάνε, αλλά τα βήματά τους άρχισαν σιγά σιγά να βγάζουν υδάτινες ρίζες, πλοκάμια φύκια που τους έκαναν να επιβραδύνουν, να φτιάχνουν σπίτια και νοικοκυριά και μέλλοντα με κάθε απλωτή. Γύρω τους, κύκλοι πάνω στο νερό, μαζεύτηκαν καράβια βουνά. Ιπτάμενα και μεγαλειώδη, σκίαζαν τη θάλασσα και έκλεισαν γύρω τους απαλά. Είχαν επιστρέψει στον κόλπο».

Ο κόσμος του Νερού συναντά τον κόσμο των μεταναστών που έρχεται από τη θάλασσα στο διήγημα με τον τίτλο «Σίφουνες»:

«Έβλεπε συχνά τέτοιους σίφουνες να φτάνουν στο σπίτι μέσα από το νερό. Όχι αερικά. Άντρες και γυναίκες και πολλά παιδιά. Βέβαια οι μύες τους ήταν όλοι φαγωμένοι, τα σκουλαρίκια τους προ πολλού πουλημένα και τα μάτια τους κόκκινα μετά από ώρες, ίσως και μέρες πάλης με το πέλαγος».

Στο διήγημα «Τόμοι», η μαγεία της γνώσης συγκρούεται με την ασφυξία από τον καταιγισμό των πληροφοριών:

«Το περίεργο ήταν ότι δεν τον ενοχλούσε που δεν πάτωνε, όταν είχε το κεφάλι του κάτω από την επιφάνεια του νερού με τα μάτια ανοιχτά. […] Δεν ήξερε τι ακριβώς επιθυμούσε, αλλά του φαινόταν πως ήθελε να καταπιεί όλον αυτό τον όγκο του νερού και ταυτόχρονα να καταπωθεί κι αυτός ο ίδιος από το νερό».

Ορατές οι οικολογικές νύξεις στο «Ο κήπος»:

«Μέσα απ’ το νερό, στη μέση του κήπου, ντοματίνια στρογγυλά, κόκκινα λαμπερά ανάβλυζαν σαν σιντριβάνι κι έσκαγαν στις πλάτες τους».

Στο «Η πόλη», το όραμα μιας πόλης όπου ο αφηγητής δεν ξέρει αν πρόκειται για «ωκεάνια μητρόπολη αποτυχημένων εκκινήσεων» ή πόλη τόσο οικεία που «τους δρόμους της μπορεί κάποιος να τους χαράξει με ένα κλαδάκι στο χώμα».

Όνειρα που συνεχίζονται και στον ξύπνο μας («Το ποτήρι»), ένας βυθός που καταπίνει τον ωκεανό με όλα τα ζωντανά του («Μεμβράνη»), αναμνήσεις ευχάριστες («Στης Λέλας») και άλλες ευφάνταστες και παράξενες («Δύο φορές») ή αντιδραστικές και σχεδόν εφιαλτικές («Η βοσκοπούλα»).

Στο Βιβλίο του νερού, ο Φιλιππόπουλος, όπως και με το σύνολο του έργου του (εικόνα, ποίηση, δοκίμιο, φιλοσοφία), μας αποκαλύπτει έναν κόσμο που κινείται διαρκώς ανάμεσα ονείρου και πραγματικότητας, ευφορίας και δυστοπίας. Τα είκοσι διηγήματά του, σε έμμεση, υποδόρια αλλά και διακριτή συνομιλία με το υπόλοιπο έργο του συγγραφέα τους, δονούνται από συναισθηματική επιθυμία και ευαισθησία, άγχος, σωματικότητα και μετα-θεολογική υλικότητα. Πρόκειται για ένα βιβλίο σημαντικό, όχι μόνο για την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα του περιεχομένου του αλλά και για την έξοχη αισθητική του. Έκδοση καλαίσθητη, με χειροποίητο και ιδιαίτερα πρωτότυπο εξώφυλλο, φωτογραφίες καλλιτεχνικές και κείμενα άριστα επιμελημένα από τον Φοίβο Ι. Πιομπίνο, με την προσωπική επίβλεψη της εκδότριας Ζιζής Σαλίμπα, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί (και είναι όντως) συλλεκτική.

 

Το βιβλίο του νερού
Ανδρέας Φιλιππόπουλος – Μιχαλόπουλος
Θίνες
72 σελ.
ISBN 978-618-82802-1-2
Τιμή: €15,00
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δημήτρης Σωτάκης: «Ο κανίβαλος που έφαγε έναν Ρουμάνο»

Ο Δημήτρης Σωτάκης είναι ένας πεζογράφος των άκρων, ένας συγγραφέας ο οποίος πάει τα θέματά του πέρα από τα όρια, φτάνοντας σε καταστάσεις που από μόνες τους πολλές φορές προκαλούν άσχημες...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου: «Πήραν την Πόλη, πήραν την…»

«Πήραν την Πόλη, πήραν την… Πάει, μας την πήραν, τη χάσαμε την Πόλη! Και τι θα απογίνουμε τώρα! Πού πάμε; Τι μας έχει απομείνει για να συνεχίσουμε την ιστορική πορεία, την ιστορική μνήμη, τη μοίρα...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ρέα Γαλανάκη: «Δυο γυναίκες, δυο θεές»

Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο η εξαίρετη συγγραφέας –σύγχρονή μας– Ρέα Γαλανάκη χειρίζεται τη μυθιστορηματική βιογραφία, πώς δηλαδή περνάει από το μάτι της βελόνας τη ζωή...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: