Δημήτρης Λέντζος: «Σοκολατάκια μαργαρίτα» κριτική της Τούλας Ρεπαπή

Δημήτρης Λέντζος: «Σοκολατάκια μαργαρίτα»

Ο Δημήτρης Λέντζος, συγγραφέας λογοτεχνικών και θεατρικών έργων, ποιητής και στιχουργός, στο βιβλίο του με τον τίτλο Σοκολατάκια μαργαρίτα, μέσα από οκτώ διηγήματα απεικονίζει αφηγούμενος την κοινωνία που μετά τον Εμφύλιο αλλάζει. Όλες οι ιστορίες αποτυπώνουν μιαν άλλη εποχή. Επαγγέλματα, συνήθειες κοινωνικότητας και ονόματα ζωντανεύουν και ηχούν σαν γλυκεία ανάμνηση, όπως ακριβώς τα «σοκολατάκια μαργαρίτα». Ωστόσο, στην πλειονότητα των διηγημάτων ο συγγραφέας «παίζει» έχοντας πρωταγωνιστή του τον θάνατο.

Έτσι, κάτω από τους εμπνευσμένους τίτλους «Σοκολατάκια μαργαρίτα», «Το μνημόνιο του Γκούμα», «Τα εξ αμάξης», «Νεκρώσιμος ακολουθία», «Δεν με ξαναπιάνεις Δρούβα», «Λάβε βιώσας», «Μεθυσμένη νεκροφόρα», «Στο πηλίκο μόνο Ζέρος», εμπεριέχεται μια ολοκληρωμένη εικόνα και ιστορία. Στο «Σοκολατάκια μαργαρίτα», ο Ιωάννης Μαράντης, θεολόγος και γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο Αρρένων Πύργου και η γυναίκα του Μαρία Δημητροπούλου, επίσης καθηγήτρια θεολογίας, αγοράζουν για τη γιορτή συναδέλφου τους κάτι φθηνό αλλά εντυπωσιακό. Ένα κουτί σοκολατάκια μαργαρίτα. Όμως, το ίδιο κουτί, με την κάρτα του μέσα, ύστερα από έναν γύρο μηνών φτάνει πάλι σε αυτόν. Με διακριτικό χιούμορ και με την παραστατικότητα ζωντανών διαλόγων που θυμίζουν ελληνική ταινία, ο συγγραφέας διαχειρίζεται ένα γεγονός που αποτελούσε –ίσως να αποτελεί ακόμη– πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας την ευρηματικότητα της τότε συντηρητικής κοινωνίας που έδινε βαρύτητα στο να «δείχνεται» αλλά χωρίς να ξοδεύει. Την παρουσιάζει να θέλει να «κουκουλώσει» τη φτώχεια της με τις ατσαλοσύνες μιας κοινωνικότητας που μέχρι τότε δεν είχε. Ενώ στο «Τα εξ αμάξης», διαδραματίζονται εικόνες φτώχειας και τρέλας. Την κυρα-Χριστίνα μια μέρα η οικογένειά της τη βρίσκει νεκρή και τη μεταφέρει πάνω στο τρακτέρ. Στον δρόμο η κυρα-Χριστίνα ξαναζωντανεύει, θυμώνει που την έχουν πεταμένη και βρίζοντας δυνατά μαρτυρά όλα τα κρυφά μυστικά, εκβιασμούς, βιασμούς, αρπαγές και ανομίες στους κατοίκους του χωριού που συναντά στον δρόμο της. Τότε οι χωριανοί σύσσωμοι μαζεύουν υπογραφές και την κλείνουν στο τρελάδικο. Σαν να μην ήξερε τι έλεγε. Ύστερα από μέρες, από το διπλανό χωριό μαζεύουν υπογραφές και τη βγάζουν. Δύο μέρες μετά πεθαίνει κανονικά. Μεγάλη ανακούφιση διακατέχει το χωριό, του οποίου οι κάτοικοι είχαν ακούσει τα «εξ αμάξης», και η κοινωνία μετά τον θάνατο της κυρα-Χριστίνας επανέρχεται σε κανονικούς ρυθμούς, φορώντας και πάλι τη μάσκα της χρηστής εικόνας της.

Και, ωσάν ένας άλλος Αλμοδόβαρ, στα διηγήματά του «παίζει» με τον θάνατο. Γίνεται σουρεάλ, μεθά μαζί του, τον χλευάζει, τον πολεμά και τον εξορκίζει με χιούμορ πικρό. Ξορκίζει αυτό το «μη αναστρέψιμο» του θανάτου παρουσιάζοντας τους ανθρώπους άτσαλους στη διαχείρισή του, ενώ ταυτόχρονα κωμικοτραγικά γεγονότα βγαίνουν στο προσκήνιο παρασύροντας ήρωες και αναγνώστες.

Η κυρα-Γεωργούλα στο «Νεκρώσιμος ακολουθία» πεθαίνει στη Γερμανία. Ήταν εκεί αδήλωτη. Λαθραία. Κι όταν την πήρε ο χάρος, τα παιδιά της δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τις ανάλογες διαδικασίες, αφού δεν ήταν δηλωμένη η παραμονή της εκεί. Φτωχοί όπως ήσαν τη δίπλωσαν σε ένα χαλί, ως άλλην Κλεοπάτρα, την έβαλαν και σε μια μεγάλη νάιλον σακούλα, την ανέβασαν στη σχάρα του αυτοκινήτου, την έδεσαν καλά και ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής, για να ταφεί –σύμφωνα με την επιθυμία της– δίπλα στον άντρα της. Ύστερα από πολλά χιλιόμετρα σταμάτησαν στη Γιουγκοσλαβία σ’ ένα καφέ να ξεκουραστούν για λίγο. Όταν επέστρεψαν στο αυτοκίνητο η γιαγιά έλειπε. Κάποιος την είχε κλέψει. Ενώ στο διήγημα «Μεθυσμένη νεκροφόρα», ακόμη και οι υπάλληλοι του γραφείου τελετών δεν αντέχουν τον θάνατο. Όμως, εξοικειωμένοι με αυτόν δεν μετρούν σωστά τον χρόνο και σ’ ένα ταβερνάκι μεθούν. Μεθυσμένοι, φεύγουν για να παραδώσουν τον νεκρό αλλά πέφτουν σ’ ένα χαντάκι. Στο «Λάβε βιώσας», σε μια αυστηρή και πειθαρχημένη κοινωνία που γίνεται πνιγηρή, οι ήρωές της ασφυκτιούν και θέλουν να αλλάξουν ρόλους, ονόματα και ταυτότητα. Θέλουν να γίνουν άλλοι. Ύστερα από χρόνια συναντώνται και, χωρίς ν’ αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, παντρεύονται. Και όταν αργότερα ερμηνεύουν την αποτυχημένη τους ζωή, πιστεύουν πως αυτό συνέβη επειδή δεν παντρεύτηκαν αυτόν/αυτήν που ήθελαν εξαρχής.

Ωστόσο, ο Μήτρακας στο «Δεν με ξαναπιάνεις Δρούβα» παλεύει με τον εαυτό του και τους γύρω του. Και τέλος, στο διήγημα «Στο πηλίκο μόνο Ζέρος», εμφανίζεται το πάθος και η μαγεία της υποκουλτούρας των τραγουδιών που αποτυπώνονται τόσο ρεαλιστικά και κωμικά.
 Δημήτρης Λέντζος: «Σοκολατάκια μαργαρίτα» κριτική της Τούλας Ρεπαπή

Το σήμερα δεν λείπει από την αφήγηση του συγγραφέα. Στο αλληγορικό διήγημά του με τον τίτλο «Το μνημόνιο του Γκούμα», αποτυπώνει τη φτώχεια και την ανέχεια μιας άλλης εποχής, κατά την οποία η αποπληρωμή των χρεών έφτανε στα παιδιά των ηρώων σαν μια πικρή «κληρονομιά». Ένα διήγημα αλληγορικό που δίνει την ελληνική πραγματικότητα του τώρα.

Ο Δημήτρης Λέντζος, στο βιβλίο του Σοκολατάκια μαργαρίτα παρουσιάζει ανάγλυφα την εικόνα μιας κοινωνίας που θέλει να κρύβει τη φτώχεια της, τις ανομίες της, τις προσωπικές της υστερήσεις/αδυναμίες και που, ταυτόχρονα, μάχεται τον θάνατο. Οι ήρωες κινούνται όχι μόνο μέσα σε ένα αυστηρό πλαίσιο των κανόνων της κοινωνίας, αλλά και εντός του πλαισίου όπου θέλει ο συγγραφέας να κινηθούν. Μοιάζει να τους θέλει να δρουν μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο μιας κορνίζας. Ασφυκτιούν. Θέλουν να βγουν έξω από αυτό και μέσα από ζωντανούς διαλόγους, λέξεις, λέξεις μαγικές, ποιητικές, τραγούδια και βρισιές, ο συγγραφέας δίνει μουσικότητα στο κείμενο, το οποίο παραμένει εξίσου όμορφο κι όταν όλα γύρω σιωπούν. Και, ωσάν ένας άλλος Αλμοδόβαρ, στα διηγήματά του «παίζει» με τον θάνατο. Γίνεται σουρεάλ, μεθά μαζί του, τον χλευάζει, τον πολεμά και τον εξορκίζει με χιούμορ πικρό. Ξορκίζει αυτό το «μη αναστρέψιμο» του θανάτου παρουσιάζοντας τους ανθρώπους άτσαλους στη διαχείρισή του, ενώ ταυτόχρονα κωμικοτραγικά γεγονότα βγαίνουν στο προσκήνιο παρασύροντας ήρωες και αναγνώστες. Έτσι, απομυθοποιεί τον θάνατο παραχωρώντας τη «σκηνή» στα γύρω διαδραματιζόμενα. Κι ο θάνατος, χάνοντας τον πρωταγωνιστικό του ρόλο, εκδικείται αποκαλύπτοντας το επιμελώς κρυμμένο άλλο πρόσωπο της κοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο, ο Δημήτρης Λέντζος «ξεσκεπάζει» την κοινωνία ενώ ταυτόχρονα προβάλλει και το αυστηρό, πειθαρχημένο και υποταγμένο πρόσωπό της. Μέσα στις ιστορίες αυτές, οι ήρωές του ξεπέφτουν από το δράμα στην κωμωδία και το γελοίο στην προσπάθειά τους να κρύψουν φτώχεια και ανομήματα για να περισώσουν την «έξωθεν καλήν μαρτυρίαν». Και έχοντας άγνοια κινδύνου γίνονται θεατές απρόβλεπτων κωμικοτραγικών γεγονότων. Παράλληλα, ο συγγραφέας εστιάζει και στην πάλη των ηρώων μέσα τους και γύρω τους – αυτό το ανικανοποίητο «αν ήταν όλα αλλιώς, εγώ τότε…» γίνεται συγχρόνως κριτής τους, με το να καταγράφει τις λανθασμένες πορείες που διαγράφουν στη ζωή αδυνατώντας να παραδεχθούν την απόλυτη ευθύνη τους.

Την κυρα-Χριστίνα μια μέρα η οικογένειά της τη βρίσκει νεκρή και τη μεταφέρει πάνω στο τρακτέρ. Στον δρόμο η κυρα-Χριστίνα ξαναζωντανεύει, θυμώνει που την έχουν πεταμένη και βρίζοντας δυνατά μαρτυρά όλα τα κρυφά μυστικά, εκβιασμούς, βιασμούς, αρπαγές και ανομίες στους κατοίκους του χωριού που συναντά στον δρόμο της. Τότε οι χωριανοί σύσσωμοι μαζεύουν υπογραφές και την κλείνουν στο τρελάδικο.

Ο Δημήτρης Λέντζος, στο Σοκολατάκια μαργαρίτα, με συμπαγή γραφή, χιούμορ, νοσταλγία και ανθρωπιά, με ιστορίες άλλοτε μαυρόασπρες –στο μυαλό του αναγνώστη– που μοιάζουν με παλιές φωτογραφίες και άλλοτε πολύχρωμες, προσεγμένες μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, δημιουργεί αφηγήσεις που αντανακλούν το φως, την απλότητα, την αλήθεια και το ανεπιτήδευτο ενός ναΐφ πίνακα ζωγραφικής, γοητεύοντας για μια ακόμη φορά τον αναγνώστη.

 

Σοκολατάκια μαργαρίτα
Δημήτρης Λέντζος
Μετρονόμος
100 σελ.
ISBN: 978-618-5010-80-5
Τιμή: €10,60
001 patakis eshop


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Παναγιώτης Βλάχος: «Το blues της ανεργίας»

Την πορεία της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού, από το «έτος μηδέν» ή αλλιώς το 2010, έτος έναρξης της κρίσης, μέχρι λίγο μετά που ένα «όχι» γίνεται «ναι»...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Παναγιώτης Κουσαθανάς: «Ασύνταχτα μένουν τα δύσκολα»

Ο τόπος και η ψυχή του – μύθος και ιστορία της νήσου Μυκόνου Όσοι αγαπούν την ανάγνωση, όσοι βλέπουν τα βιβλία σαν μια νοητή προέκταση και του χεριού και της σκέψης, αυτοί θα καταλάβουν τι εννοώ λέγοντας ότι...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Γιώργος Δουατζής: «Ο μουσουργός»

Ο Αλέξανδρος ήταν το καμάρι της μητέρας του. Έπαιζε υπέροχα πιάνο κι αυτή του το ζητούσε επίμονα να παίξει για να τον ακούσουν οι συγγενείς και φίλοι που έρχονταν στο σπίτι. Πόσο καμάρωνε, που ήταν...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER