ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

της Λίτσας Ψαραύτη

Ένας παλιός κολίγος και όσα αφήνει κληρονομιά στα εγγόνια του: ιστορίες του κάμπου, ένα κομμάτι γης και έναν έρωτα που δεν πρόλαβε να χαρεί ο ίδιος.

Πέντε παιδιά: η Ζαμπέτα, ο Λίνος, ο Κωσταντής, ο Αργύρης και ο Μιχέλ, που μεγαλώνουν μαζί, φίλοι αχώριστοι στα παιχνίδια της αυλής, για να σκορπίσουν αργότερα στα παιχνίδια της ζωής και του έρωτα.

Ένα φτερωτό άλογο εγκλωβισμένο στις κλωστές του υφαντού και στο νήμα του μύθου, που ακολουθεί τους ήρωες από την αρχή ως το τέλος της ιστορίας.

Μια στέρνα στην αυλή με μυστικά και φεγγάρια στο βυθό της και μια «μικρή μάγισσα» που ήξερε να σηκώνει κύματα στα νερά της και να μαγεύει τον κόσμο μιας στερημένης εφηβείας.

Ένα ποτάμι «γιος της Λήθης» και το χώμα του θεσσαλικού κάμπου.

Ο χρόνος, άρπαγος και ψεύτης, και ο έρωτας, λυτρωτής ή τιμωρός. Ήττες και ενοχές. Ένας γάμος κάτω από τη ρομφαία της τιμωρίας.

Άνθρωποι που έφυγαν και ξαναζούν στη μνήμη των αγαπημένων τους.

Η πόλη που μεγαλώνει και αλλάζει μαζί με τους ήρωες.

Η ζωή που την ταράζουν αγώνες και αγωνίες, έρωτες και λάθη, και πότε σκορπάει πότε φαντάζει λαμπερή, όπως και το φεγγάρι που καθρεφτίζεται άλλοτε ολόκληρο σε νερά ακύμαντα άλλοτε κομματιασμένο σε νερά ταραγμένα. Γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της πόλης των Τρικάλων αλλά και της Θεσσαλίας, δεμένα με τη ζωή των ηρώων, μέσα από τη ζωή δύο οικογενειών σε μια αυλή τρικαλινού σπιτιού από τις αρχές του 1900 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70.

Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο πλέκονται ιστορίες έρωτα και ιστορίες επιβίωσης των ηρώων παράλληλα με τον αγώνα τους με τη γη και τον εχθρό ή με τον εαυτό τους, στον πολύπαθο θεσσαλικό κάμπο και στις γειτονιές που διατρέχει ο Ληθαίος, το τρικαλινό, αρχαίο ποτάμι.

Η συγγραφέας, από τις καλύτερες στο χώρο της λογοτεχνίας για νέους αλλά και για ενήλικες –ένα από τα πρώτα της βιβλία, η Οδός Γραβιάς (Βραβείο Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου), θεωρείται σταθμός στη νεανική λογοτεχνία, καθώς και το έργο της Τα χρόνια τρέχοντας, που μπήκε στη λίστα για κρατικό βραβείο–, γράφει για την πόλη της και για τον κάμπο που την περιβάλλει. Θέλει ν' ακουστεί η ανάσα τους, η φωνή τους μαζί με τη φωνή των ηρώων. Να ζωντανέψει το απώτατο παρελθόν της πόλης, το πρόσωπό της το χτεσινό με τις παλιές γειτονιές της, τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια της, τις πλατείες της, τα τραγούδια της, τις μυρωδιές της, τα χρόνια τα δύσκολα που πέρασε μαζί με τους ανθρώπους του κάμπου έτσι όπως τους φαντάστηκε, να αγαπούν, να πενθούν, να γλεντούν, να αγωνίζονται για τη γη τους και να διεκδικούν – όλα αυτά που έχει ακούσει ή διαβάσει σε βιβλία. Ήρωες της ιστορίας της είναι και η πόλη με τον κάμπο της. Ίσως πρωτίστως να το έκανε για την ίδια. Για να ξεφύγει για λίγο από τα σημερινά που δυναστεύουν όλους μας, επιστρέφοντας στα παλιά που την έθρεψαν και τη μεγάλωσαν.

Τριγυρίζει στον κάμπο, στα παλιά καλντερίμια της πόλης, στις παλιές πλατείες και ζει σημαδιακές στιγμές από το παρελθόν της, όσα δεν ήξερε και τα βρήκε μέσα σε βιβλία όπου, με κόπο και αγάπη περισσή για την πόλη, κάποιοι άνθρωποι προσπάθησαν να τα καταγράψουν και να τα διασώσουν για τις επόμενες γενιές.

Επιχειρεί ένα οδοιπορικό προς τα πίσω. Υποδέχεται μαζί με τους ήρωες της ιστορίας της και τους ανθρώπους του κάμπου τον ελληνικό στρατό όταν μπήκε μέσα στην πόλη, εκείνο τον Αύγουστο του 1881 που η Θεσσαλία ξαναέγινε ελληνική. Βρίσκεται μαζί με τους Τρικαλινούς που προσπάθησαν να υπερασπιστούν την πόλη στον άτυχο πόλεμο του ’97. Ζει στιγμές από τη μεγάλη πλημμύρα του 1907. Είναι στο Κιλελέρ μαζί με τους εξεγερμένους αγρότες ή στα καφενεία της Ασκληπιού όπου καβγάδιζαν οι βασιλικοί με τους βενιζελικούς. Ακούει τα βήματα των Γερμανών που περιπολούσαν τη νύχτα. Βλέπει τα κεφάλια του Βελουχιώτη και του Τζαβέλα κρεμασμένα στο τσιγκέλι, όπως τα είδαν τα παιδιά εκείνης της εποχής. Και θέλει να ερωτευθεί. Να ερωτευθεί πολύ, χωρίς όρια και χωρίς πρέπει, μέσα από τον έρωτα της Ζαμπέτας για τον Λίνο και της Διαμάντως για τον Αντρέα.

Ταξίδεψε «επί της σιδηράς οδού» προς τον Βόλο μαζί με τον Πασχάλη Ντάκο, παλιό κολίγο και φτωχό αγρότη, όταν πήγαινε με το αργοκίνητο μαύρο τρένο του θεσσαλικού κάμπου για να συναντήσει επιτέλους τη θάλασσα και τον έρωτα και τόλμησε να κλέψει την όμορφη πλουσιοκόρη του Βόλου, τη Φιλίτσα Ρούμπου.

Περπάτησε ώρες και μέρες πολλές, χειμώνα ή καλοκαίρι, σε δρόμους και δρομάκια των Τρικάλων, στα στενά του Βαρουσιού με τα περήφανα αρχοντικά, στα παραποτάμια μονοπάτια, σε κάποιες γειτονιές όπου επιμένουν να υπάρχουν ακόμα σπίτια του άλλου καιρού, εκείνα τα παλιά σπίτια από πλιθιά, ετοιμόρροπα, σαν τον ετοιμοθάνατο που του σώνεται η ανάσα. Αλλά ψευτοζούν ακόμα με τα χαγιάτια τους, την πλακόστρωτη αυλή, τα μικρά παράθυρα, την τουλούμπα και τα μυριστικά στα παρτέρια. Κατέβηκε στις όχθες του Ληθαίου –το ποτάμι και οι μοσχοϊτιές υπάρχουν πάντα στα βιβλία της– και πίσω από το Κουρσούμ- τζαμί φαντάζεται τη Ζαμπέτα στην αγκαλιά του Λίνου. Έστησε μια άλλη πόλη πίσω από την καινούργια, τη σημερινή όπως τη βρήκε ο Λίνος όταν γύρισε από την Αθήνα, με το φόβο ότι δεν θα τον αναγνωρίζουν πια οι δρόμοι με τις πολυκατοικίες, οι πλατείες με τα εξωτικά δέντρα και τις μοντέρνες ομπρέλες ή τα σταυροδρόμια με τους φωτεινούς σηματοδότες.

Ακολούθησε τον Κωσταντή στην Ιταλία, στον Καναδά και στην Κορέα, στα ταξίδια που έκανε για να συναντήσει ή να ξεχάσει τη Ζαμπέτα, και έζησε την απελπισία του και τη ζήλια του όταν, παιδί ακόμα, ύστερα από τον παιδιάστικο, αστείο γάμο του Λίνου και της Ζαμπέτας φώναζε όλο θυμό και πίκρα πάνω από το πεζούλι της αυλής τους: «Θα καείτε στην Κόλαση που παντρευτήκατε ενώ είσαστε ξαδέρφια». Τέλος, βρέθηκε μαζί με τη Ζαμπέτα στο παράθυρο της κλινικής του Αργύρη Ζέγκου, απ’ όπου έβλεπε με νοσταλγία και τρυφερότητα τη συνάντηση των δύο παλιών φίλων, του Λίνου και του Αργύρη, «υπόλοιπο μια παρέας παιδικής, μιας γειτονιάς και μιας εποχής που είχαν ο καθένας μέσα του, σαν τα σημάδια από χτυπήματα και ορθοπεταλιές που είχαν ακόμα στο δέρμα τους. Μιας γειτονιάς και μιας πόλης που άλλαζε χρόνο με το χρόνο αλλά είχε πάντα μια εκκλησία, ένα τζαμί και τις φυλακές της, στη σειρά δίπλα δίπλα κι ένα ποτάμι, πότε να τους νανουρίζει με τα βατράχια του τη νύχτα και πότε να τους φοβερίζει με τα θολά νερά του…» Πρόθυμη και έτοιμη κι αυτή –γιατρεμένη και αποφασισμένη να πάρει άλλο δρόμο στη ζωή της– «να γίνει η τρίτη της παλιάς παρέας τους, να γελάσει και να θυμηθεί μαζί τους κι ύστερα να τους οδηγήσει εκεί που τίποτα δεν χάνεται για όσους δεν διστάζουν ή αντέχουν να επιστρέφουν στο παρελθόν και στα λάθη τους με κατανόηση και χωρίς τύψεις».

Και συμφώνησε τελικά μαζί της «πως έρχεται κάποτε ο καιρός που ό,τι αγαπήσαμε κι ό,τι μας πόνεσε, αν δεν κακοφορμίσει κι αν δεν χαθεί, γίνεται φάρμακο και μας γιατρεύει, νεράκι και μας ξεδιψάει...»

Γι’ άλλη μια φορά η συγγραφέας με το συναρπαστικό της μυθιστόρημα κατάφερε να κατακτήσει τις καρδιές μας. Ιστορική γνώση, λόγος μεστός, πλούσιος σε περιγραφές και διεισδύσεις, ένα βιβλίο που διαβάζεται μονορούφι.

ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΝΕΡΟΦεγγάρι στο νερό
Τούλα Τίγκα
Ψυχογιός
523 σελ.
Τιμή € 18,00

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr