A+ A A-

Σοφία Δημοπούλου: «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» κριτική της Μαίρης Σιδηρά

Σοφία Δημοπούλου: «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» κριτική της Μαίρης Σιδηρά


Το τρίτο μυθιστόρημα της Σοφίας Δημοπούλου, φέρον τον ποιητικό τίτλο Σε σωστή ώρα νυχτώνει, αποδεικνύεται λαμπρό πεδίο εφαρμογής των βασικών αρχών της μπαχτινικής «περί μυθιστορήματος» θεωρίας, καθώς εμφανίζει καθαρόαιμες την ειδολογική συνύπαρξη, τη διαλογικότητα, την εκρηκτική πολυφωνία, ομοιάζοντας με μία σπάταλη πύκνωση του φαινομένου της ζωής. Όσον αφορά στην ειδολογική του συγκρότηση, στο σώμα του εγκατοικούν η ποίηση, η δημοσιογραφική είδηση, η κοινωνικοπολιτική εξιστόρηση, η πρόζα, το λυρικό στιγμιότυπο, το δημώδες άσμα, η μικροϊστορία – μέσα από την αναδίπλωσή της στην ατομική περίπτωση, η κειμενική ανάλυση χαρτογραφίας, η επιστολή, κ.ά.

Το εύρημα της επιστολής θα φωταγωγήσει την απουσία του μετανάστη στην Αμερική Γιάννη, μοναχογιού μίας εκ των δύο ηρωίδων, της Αμυγδάλως, και θα καταστεί γενεσιουργός αιτία του ευσύνοπτου β’ μέρους, του επονομαζόμενου «Αθήνα-Βιέννη 2012», στο οποίο η αφηγήτρια σπα τη σύμβαση του ετεροδιηγητικού παντογνώστη «κατασκόπου» των ηρώων του, αποκτώντας ενεργό ρόλο σε μία προέκταση της ιστορίας, ενταγμένης, ωστόσο, στον μυθιστορηματικό κορμό. Θα ακολουθήσει το «Σημείωμα της συγγραφέα», στο πλαίσιο του οποίου μάσκες, περσόνες και προσωπεία υποχωρούν, καθώς η συγγραφέας εμφανίζει ως γόνιμο υπέδαφος στο έργο της τις επιστολές που όντως παρέλαβε και υπερθεματίζει για την ανάγκη της λογοτεχνικής ανάπλασης του πρωτογενούς υλικού.

Οι ήρωες που ταξιδεύουν σε κάθε τροχιά κάποιες λίγες στιγμές κοιτάζονται, προαισθάνονται ή λαμβάνουν μηνύματα σχετικά με την ύπαρξη της άλλης τροχιάς, ποτέ όμως κάτι από αυτά δεν προσημαίνει ακαλαίσθητα ή δεν μεταχειρίζεται υστερικά μια ειρωνεία τραγικής καταγωγής.

Η διαλογικότητα, η άλλη μπαχτινική αρχή, εφαρμόζεται επίμονα συνθέτοντας ευφυώς τα μέρη της διήγησης. Έτσι, η ιστορία δύο αδελφών, της Αφρούλας και της Αμυγδάλως, εκτυλίσσεται εξαρχής σε δύο αφηγηματικές τροχιές, οι οποίες συγκλίνουν προς το τέλος μιας εξαντλητικής για τους ήρωες και ευφρόσυνης για τους αναγνώστες παραλληλίας. Οι ήρωες που ταξιδεύουν σε κάθε τροχιά κάποιες λίγες στιγμές κοιτάζονται, προαισθάνονται ή λαμβάνουν μηνύματα σχετικά με την ύπαρξη της άλλης τροχιάς, ποτέ όμως κάτι από αυτά δεν προσημαίνει ακαλαίσθητα ή δεν μεταχειρίζεται υστερικά μια ειρωνεία τραγικής καταγωγής.

Το μυθιστόρημα τέμνει η κάθετος δύο ευρύτερων ενοτήτων: «Αχαΐα, 1889-1918» και «Αθήνα-Βιέννη, 2012». Η τελευταία, εμφανώς ολιγοσέλιδη, επωμίζεται χρέη μίας τελικής σύνθεσης, που αποσύρει την έως τώρα αφηγηματική σύμβαση, δηλαδή τον τριτοπρόσωπο και εντελώς αδιόρατο αφηγητή του α’ μέρους, και τον αντικαθιστά, όπως προείπαμε, με πρωτοπρόσωπη ομοδιηγητική λογοτεχνική περσόνα, γένους θηλυκού, που ως προσωπείο της συγγραφέα θα αποκαλύψει τη συγγενική σχέση της με τους ήρωες του α’ μέρους και την ηθική οφειλή που τρέφει προς αυτούς. Το εύρημα του συγγραφικού χρέους, της αποκατάστασης, της ανασύστασης και επαναλειτουργίας του μύθου, κλασικό στη σύλληψή του, ευφάνταστο, ωστόσο, στη νέα του μορφή, έρχεται για να δικαιώσει τους κεκοιμημένους ήρωες, εναποθέτοντάς τους διά παντός στο εικονοστάσι της λογοτεχνικής αχρονίας.

Χαρακτηριστικά της υφολογικής της μανιέρας και τα διεσπαρμένα μεταφορικά σχήματα που εμφωλεύουν στο έδαφος μίας πιο ξηρής, «ντοκουμενταρίστικης» ή συγγενούς προς την Ιστορία αφήγησης, δυναμιτίζοντας τον ρόλο της από πληροφοριακό –ρόλος καθόλου υποδεέστερος και δικαιωμένος, ούτως ή άλλως, από τη θεωρία του μυθιστορήματος– σε συγκινησιακό. Αλλάζει τότε η Δημοπούλου τη θερμοκρασία των υλικών, μεταποιώντας τη φύση τους από λίθινη σε εύφλεκτη.

Η γλώσσα του μυθιστορήματος μαγνητίζει ορισμένα αλλογενή στοιχεία, που, όμως, διαδραματίζουν ρόλο θυμικού αναφλεκτήρα, θέτοντας εαυτόν στην υπηρεσία της νοσταλγίας και της αναμνηστικής λειτουργίας της λογοτεχνίας. Έτσι, γίνεται αντιληπτή η ντοπιολαλιά της Αμυγδάλως και των λοιπών κατοίκων του χωριού, μια ελαφρά γλωσσική επιτήδευση από τους μεγαλοαστούς της Πάτρας ή η καθαρεύουσα των γραμμάτων που φθάνουν από την Αμερική. Ακόμη και στα λαογραφικά στοιχεία που διαπηδούν στο αφηγηματικό προσκήνιο, διακρίνουμε περισσότερο τη συνείδηση ενός διασώστη, την ειλικρίνεια και το πένθος μιας συγγραφέα για ό,τι πέρασε από τη γραμμή του δικού της αίματος, χωρίς η παρατήρησή μας να σημαίνει πως δεν εμφιλοχωρούν ομαλά στον αφηγηματικό κορμό.

Πίσω και μέσα από τα ατομικά πάθη, την εμφύτευση μιας ιστορίας στην περιοχή της τέχνης, από τη στιλιστική αναγνωρισιμότητα, τη δομική πρωτοτυπία, την ευαίσθητη διαχείριση αλλοτινών ανθρώπων, την πτήση στο κενό του θανάτου, στο ρίγος των ερώτων, στην αξιακή σχεδίαση μιας άλλης εποχής, πίσω από την αγωνία των μυθοπλαστικών προσώπων να είναι συνάμα υπαρκτά και πλασμένα, από την ανυπόφορη ανάγκη του λόγου να σηκώνει τα παραπετάσματα της αλήθειας, με ψυχαναλυτικές βουτιές, με ριγηλές μεταφορές, με αρχιτεκτονικά ευρήματα, η Ιστορία, με «Ι» κεφαλαίο και κεφαλαιώδες, γαζώνει με χοντρή κλωστή όλο το μυθιστορηματικό στερέωμα, γινόμενη συνάμα αναπόσπαστο μέλος του. Η Ελλάδα, η Πάτρα, ο Τρικούπης, οι απεργίες, τα πριμαρόλια, οι διαδηλώσεις, η πλατεία Γεωργίου, η πλατεία Ομονοίας, τα επώνυμα που αντιστέκονται ακόμη, η αδικοχαμένη Χρυσάνθη Καραμάνου, τα Ροΐτικα, τα Καλαβρυτοχώρια, ο Άρμπουνας, τα χωριά του κάμπου, ο Αλισσός, τα Λουσικά, το Δημοτικό Νοσοκομείο, η Άνω Πόλη, το φαρμακείο Καλυβωκά, ο μόλος της Αγίου Νικολάου, η οργή των αγροτών, οι υποθηκεύσεις, η μετανάστευση, η Αυστροαμερικάνα, οι χοροί, ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, οι εξοχικές Ιτιές, και πολύ συχνά μια «υγρασία που του τρυπούσε τα κόκαλα και μια βροχή που ψιλόπεφτε σαν ψέμα».

Το μυθιστόρημα επιδέχεται πολλαπλών αναγνώσεων και πολλών θεωρητικών εργαλείων, ανάλογα με τη δεσπόζουσα κάθε φορά αναγνωστική προσλαμβάνουσα. Μπορεί να εμπλουτίσει την «πατρινογνωσία» μας και να ξεδιψάσει απολαυστικά την αναγνωστική μας ανάγκη. Και ανάλογα με την αναγνωστική πρόσληψη, μπορεί εναλλακτικά να πρυτανεύσουν τα πάθη, η εποχή, η μεταφορική κλίμακα, τα μινόρε μιας ευαίσθητης αφηγηματικής φωνής, η ερευνητική συνέπεια απέναντι στην Ιστορία, τοπική και εθνική, η συνειδησιακή περιπέτεια των ηρώων. Σε κάθε περίπτωση, ένα ακόμη καλό βιβλίο «εγεννήθη εν ημίν», στη χώρα δηλαδή της γλώσσας μας και των τρόπων της.

Σε σωστή ώρα νυχτώνει
Σοφία Δημοπούλου
Μεταίχμιο
512 σελ.
Τιμή € 16,60
001 patakis eshop

 

Διαβάστε επίσης
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Ελένη Λαδιά: «Η Φερέοικη» κριτική της Ελένης Λιντζαροπούλου

Ένα χρόνο μετά τις Θεές, το πολυσήμαντο μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά στο οποίο αναβίωναν τα μυθολογικά αρχέτυπα της μητέρας και της κόρης παράλληλα με την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, και ενώ...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου: «Σκοτεινό ασανσέρ» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Ποια η διαφορά ανάμεσα σε ένα ελλειπτικό μυθιστόρημα και σε μια νουβέλα, θα αναρωτηθεί αμέσως μόλις κλείσει το βιβλίο ο υποψιασμένος αναγνώστης, γνωρίζοντας πως το πρώτο είδος αφορά σε μια...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Τόλης Νικηφόρου: «Αγνώστου Στρατιώτου» κριτική της Ελένης Χωρεάνθη

Έχω μια παλιά συνήθεια, να αρχίζω το ξεφύλλισμα και την περιδιάβαση κάθε βιβλίου, τις περισσότερες φορές, από το τέλος. Έτσι, δεν μπορώ να μην κάνω το ίδιο και με τα διηγήματα του Τόλη Νικηφόρου και να μην...

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr