ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛ

της Κατερίνας Σχινά

Ένα παράξενο και δυσεύρετο σήμερα μείγμα συγκίνησης, ανοικειότητας και γοητείας συνεπαίρνει τον αναγνώστη όταν διαβάζει τις ιστορίες του Γιώργου Μητά. Είναι ιστορίες ειπωμένες με σουρντίνα, θα έλεγε κανείς, ιστορίες ωστόσο που παρά τη χαμηλότονη αφήγηση και την απουσία κάθε μελοδραματισμού –ή ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής της απουσίας– διατυπώνουν υπόρρητα ένα ηθικό αίτημα, που δεν είναι άλλο από την παρακινδυνευμένη, την ανεκπλήρωτη, αλλά και καθαρτήρια έκκληση για συνάντηση που μας απευθύνει ο άλλος.

Όσο διάβαζα τις ιστορίες του θυμόμουν μια παλιά ιρλανδική παροιμία: κάθε άνθρωπος ζει στο καταφύγιο του άλλου. Κι όσο έφτανα προς το τέλος, ολοένα και περισσότερο με συγκινούσε η κατάφαση στο σχετίζεσθαι που βρίσκεται στη ρίζα αυτού του βιβλίου, αλλά και η αναγνώριση της αγωνίας που καταλαμβάνει το άτομο όταν αυτό έρχεται σε επαφή με την ξενότητα της ετερότητας, με το παραξένισμα, πιο απλά, που μας καταλαμβάνει όταν συναντιόμαστε με τον άλλον. Δεν πρόκειται εδώ για ένα αίσθημα αποστροφής προς τον ξένο, αλλά για τον φόβο μήπως και νιώσουμε αποστροφή μπροστά στο ανοίκειο, μήπως και μας κατακυριεύσει το άγχος του αγνώστου. Ίσως γιατί αυτή η συνάντηση είναι μια εμπειρία που αποδομεί τον εαυτό, καθώς τον θέτει υπό αμφισβήτηση και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανακατασκευή του. Παραδόξως ο ξένος μάς κατοικεί, όπως έχει γράψει η Τζούλια Κρίστεβα, είναι η κρυμμένη πλευρά της ταυτότητάς μας – ταυτόχρονα όμως, ακόμη κι όταν αναγνωρίζεται, δεν γνωρίζεται. Ο άλλος γίνεται αντιληπτός ως μια άγνωστη οντότητα, ως μια απύθμενη άβυσσος που δεν μπορούμε ποτέ να τη βυθομετρήσουμε.

Τι είναι, λοιπόν, οι ιστορίες του Γιώργου Μητά; Θα το πω επιγραμματικά: μια σπουδή στη μοναξιά. Σε μια πόλη βορινή, την πόλη του Χαλ, μια πόλη υγρή, σαρωμένη από τους ανέμους, με λίγες μονάχα μέρες ευεργετικής αιθρίας, οι μοναχικοί αυτόχθονες βλέπουν τη ζωή τους να ξεφτίζει και να αδειάζει, ή προσπαθούν να την προβάλλουν σε μιαν ανέφικτη δυνατότητα μελλοντικής ευτυχίας. Διστακτικοί στην έκφραση των συναισθημάτων τους από ιδιοσυγκρασία ή από κοινωνική επιταγή, ντροπαλοί ή αφύσικα θορυβώδεις στην υπερπροσπάθειά τους να μην αποκαλύψουν τον ρημαγμένο τους ψυχισμό, ταγμένοι σε μια privacy –αυτή τη λέξη-κλειδί της βρετανικής ιδιοσυγκρασίας–, σε μια διακριτική ιδιωτικότητα, δηλαδή, που συχνά γίνεται αυτοεγκλωβισμός, οι Βρετανοί ήρωες του Γιώργου Μητά έρχονται ξαφνικά σε επαφή με τον Άλλον, τον –διαφορετικών καταβολών και κοσμοαντίληψης– ξένο. Τότε, δυο πράγματα μπορεί να συμβούν. Ή να ξεκλειδωθούν, να ανοιχτούν στο φως, ή να κλειστούν, οριστικά και αμετάκλητα, στο κέλυφος της μοναξιάς τους. Η ηλικιωμένη ταξιθέτρια κυρία Ρότζερς, για παράδειγμα, η ηρωίδα της πρώτης ιστορίας, στερημένη από οικεία πρόσωπα, πεισματικά προσκολλημένη στις μικρές τελετουργίες του καθημερινού –μια βόλτα με ποδήλατο, μια εξόρμηση στο σουπερμάρκετ της γωνίας, λίγες κουβέντες με τα κορίτσια πίσω από τις ταμειακές μηχανές, κηπουρική, ένα ζεστό αφέψημα στην πολυθρόνα δίπλα στη θερμάστρα, ένα βιβλίο– δονείται από την προσδοκία να προσκαλέσει για τσάι έναν νεαρό Ισπανό, τακτικό θαμώνα της κινηματογραφικής λέσχης, σαν ανταπόδοση ενός ευχαριστώ, μιας φιλικής, ευγενικής ματιάς. Η σκηνή με την οποία ολοκληρώνεται η ιστορία, όταν η κυρία Ρότζερς ξυπνά στον καναπέ του φθαρμένου σαλονιού της μετά την επίσκεψη του καλεσμένου της, λουσμένη στο φως «ενός ευλογημένου, άχρονου, ολόλαμπρου πρωινού» συμπυκνώνει την ευφορία που χαρίζει το σχετίζεσθαι. Είναι ακαθόριστο αν η επίσκεψη αυτή είναι πραγματική ή αν την έχει απλώς ονειρευτεί η κυρία Ρότζερς. Ωστόσο, καθώς γράφει ο Μητάς, ακόμη κι έτσι, ακόμη και ως προβολή του φαντασιακού της στο καθημερινό, «οι κουρτίνες αφήνουν ένα μεγάλο άνοιγμα, απ' όπου ξεχύνεται ο καταρράκτης του φωτός. Στ' αριστερά της, η αντανάκλαση του ήλιου στον καθρέφτη της ντουλάπας εξαϋλώνει σχεδόν το δωμάτιο μέσα σε μια χρυσαφένια έκρηξη. Η μνήμη της επανέρχεται σιγά σιγά, η αίσθηση της ευτυχίας επιμένει».

Τρεις συναντήσεις περιγράφει ο Γιώργος Μητάς στο βιβλίο του – και στις τρεις δευτεραγωνιστής είναι ένας αλλοδαπός φοιτητής από κάποια χώρα της Μεσογείου, Ισπανός στην πρώτη, στη δεύτερη Έλληνας (ο αναγνώστης υποπτεύεται ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αποτελεί αυτοβιογραφική νύξη – ο συγγραφέας σπούδασε στο Χαλ), Τούρκος στην τρίτη. Δεν πρόκειται για τέχνασμα προκειμένου να υπογραμμιστεί κάποια αντίθεση ανάμεσα στους εσωστρεφείς Άγγλους και τους (υποθετικά) θερμούς, δεκτικούς στην επαφή, Μεσογειακούς – ο συγγραφέας δεν ενδίδει σε τέτοια στερεότυπα. Απεναντίας, είναι για να τονιστεί μια άλλου είδους κοινότητα ανάμεσα στον ξένο και τον ντόπιο, η ρίζα μιας ανάγκης σχεδόν στοιχειακής –της ανάγκης του ανήκειν– που για τους ξένους φοιτητές γίνεται ένα στοίχημα οικείωσης και προσαρμογής, και για τους άλλους μια δοκιμή συναισθηματικής απελευθέρωσης.

Όμως ο συγγραφέας δεν μένει στο πρώτο επίπεδο αυτής της σχέσης – θα ήταν εξαιρετικά μονόχορδο για έναν συγγραφέα των αποχρώσεων, όπως ο Γιώργος Μητάς, να περιγράψει απλώς δυο μοναξιές που συναντιούνται. Στις ιστορίες του Μητά, η διαφορά ανάμεσα στο Εγώ και το Εσύ αμβλύνεται με την επαφή ή τον διάλογο, αλλά φτάνει να εξανεμιστεί εντελώς όταν η τριβή της σχέσης εντείνεται, όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και ξαφνικά αστράφτει ο σπινθήρας μιας ξαφνικής αναγνώρισης, που αποκαλύπτει την οδυνηρή συνάφεια των ηρώων του, αυτοχθόνων και αλλοδαπών. Γιατί στην πόλη του Χαλ ξένοι είναι οι αλλοδαποί φοιτητές, αλλά ίσως πιο ξένοι ακόμη οι Βρετανοί, καταδικασμένοι καθώς είναι στην εσωτερική εξορία, απομονωμένοι από τους γύρω τους είτε από γηρατειά, είτε από αναπηρία, είτε από ψυχική βάσανο.

Το ερώτημα των ορίων της επικοινωνίας διαπερνά κάθε σελίδα των Ιστοριών: πόσο μπορούμε να κατανοήσουμε τον άλλον; Ως πού μπορεί να φτάσει η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθηση; Στο μεσαίο αφήγημα του βιβλίου, που επιγράφεται Ντόναλντ και Τζόυ, περιγράφεται η διστακτική φιλική σχέση ανάμεσα σ' έναν Έλληνα και έναν τυφλό, γοητευτικό και εν πολλοίς απροσπέλαστο συμφοιτητή του. Ο ήρωας, ο Ντόναλντ, δεν βλέπει, «ωστόσο μια πικρή γνώση μοιάζει να εκπορεύεται από τις τρύπες των ματιών». Η Τζόυ είναι η σκυλίτσα του, οδηγός και φύλακάς του, ευαίσθητος δέκτης των διαθέσεών του. Καθώς η τυχαία γνωριμία με τον Έλληνα φοιτητή αρχίζει να μετατρέπεται σε φιλία και οι αρχικές επιφυλάξεις υποχωρούν, ο Ντόναλντ του ζητάει να ψηλαφίσει το πρόσωπό του: «Για μερικά δευτερόλεπτα ένιωθα τα δάχτυλά του να περιηγούνται το πρόσωπό μου και το κρανίο μου. Είχε σκύψει λίγο το κεφάλι σε μια προσπάθεια να συγκεντρώσει όλη του την προσοχή στ’ ακροδάχτυλα. Χαμογέλασε. ‘Τώρα ξέρω πώς είσαι!’» Όμως ο Έλληνας δεν μπορεί να κατανοήσει πώς αναπληρώνει το αισθητηριακό του μειονέκτημα ο Ντόναλντ. Μένει να τον παρακολουθεί και να αναρωτιέται, ακόμη πιο σαστισμένος όταν διαπιστώνει ότι ο Ντόναλντ είναι ερωτευμένος με μια κοπέλα που δεν μπορεί να δει, και ακόμη πιο ανήμπορος να συλλάβει το βάθος του αποκλεισμού που βιώνει ο ερωτευμένος φίλος του όσο βαθαίνει η επίγνωσή του ότι δεν μπορεί να την αποκτήσει. Κάποια στιγμή, οι δυο τους βρίσκονται μπροστά σ’ ένα παράθυρο, να παρακολουθούν την άγρια φαντασμαγορία μιας θύελλας. Ασυναίσθητα, ο ήρωας κλείνει τα μάτια, εν μέρει θαμπωμένος, εν μέρει περίεργος να δοκιμάσει για δευτερόλεπτα την τυφλότητα – χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει. «Οι λάμψεις της καταιγίδας χόρευαν πίσω από τα κατεβασμένα βλέφαρά μου. Η σκέψη γεννήθηκε αυθόρμητα: μπορούσα ν’ απολαύσω ακόμα και με κλειστά τα μάτια αυτό το σπάνιο θέαμα, αυτό το θέαμα που ο Ντόναλντ δεν θα έβλεπε ποτέ στη ζωή του». Είναι η στιγμή της ενοχής – του συναισθήματος που πάνω απ’ όλα αμφισβητεί τη δυνατότητα της φιλίας.

Τα αφηγήματα του Γιώργου Μητά μπορούν, λοιπόν, να διαβαστούν ως τόπος συγκρότησης του υποκειμένου, ή καλύτερα ανάδειξης των όρων συγκρότησής του μέσα από την έκκληση που ασκεί πάνω του ο άλλος. Ερχόμενος σε επαφή με την τυφλότητα, ο ανώνυμος Έλληνας αφηγητής της δεύτερης ιστορίας του Μητά αρχίζει να ευαισθητοποιείται απέναντι στην αναπηρία εν γένει, να μη βλέπει πια τη δική του αρτιμέλεια ως κάτι απολύτως αυτονόητο. Αλλά εκτός από τόπο συγκρότησης του υποκειμένου, οι Ιστορίες του Χαλ συνθέτουν επίσης, όπως προείπα, και έναν τόπο ανάδυσης της ηθικής ευθύνης για τον άλλο, για τη ζωή και την τύχη του. Η ανησυχία του Έλληνα φοιτητή για την ψυχολογική κατάσταση του τυφλού του φίλου, ή η απόφαση του Τούρκου φοιτητή να εξιχνιάσει το τρομερό αίνιγμα της προσωπικότητας του αλλόκοτου συγκατοίκου του, οροθετεί ακριβώς το πεδίο αυτής της ευθύνης.

Είπα προηγουμένως ότι ο Γιώργος Μητάς συγκεράζει την επιμελή σκηνογραφία του με τις ψυχικές διεργασίες των ηρώων. Έτσι, τη στιγμή της έντονης βίωσης της διαφοράς, όπως το δευτερόλεπτο που ο Έλληνας συνειδητοποιεί ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να αισθανθεί όπως ο τυφλός του φίλος, η φύση γύρω τους μανιάζει. Ή, πάλι, στην τρίτη ιστορία της συλλογής, όταν ο Τούρκος φοιτητής υποπτεύεται ότι ο πληθωρικός κομπαστής σπιτονοικοκύρης του, ο ασπρομάλλης γίγαντας Στηβ, έχει οικοδομήσει έναν φανταστικό κόσμο για να καλύψει την απόγνωσή του, τα χρώματα μουνταίνουν, το τοπίο απογυμνώνεται, γίνεται ακόμη πιο ανοίκειο και εχθρικό, γίνεται η απόλυτη συμπύκνωση του Φόβου. Έχοντας ακολουθήσει τον Στηβ ως το τέλος της διαδρομής του, νιώθοντας κάθε στιγμή ότι διαβαίνει ένα σύνορο, ότι προχωρά «όλο και βαθύτερα σε μια άγνωστη, εχθρική ζώνη», ο Αζίζ βρίσκεται στην έρημη αποβάθρα του ποταμού, ατενίζοντας σαν μαγνητισμένος τους σκούρους όγκους των αποθηκών, τους σκελετωμένους γερανούς, τα θλιβερά κουφάρια των πλοίων. Εκεί θα συνειδητοποιήσει την αδυναμία της επαφής, την ολοκληρωτική απουσία του νοήματος, όταν μαρμαρωμένος, όρθιος «στην καρδιά του σκότους», όπως γράφει ο Μητάς, ακούει πανικόβλητος την ύστατη κραυγή του ψυχικά διαταραγμένου συγκατοίκου του, μέσα στον ζόφο μιας υγρής νύχτας που μοιάζει να καταπίνει κάθε ελπίδα. Ο τόνος εδώ είναι σχεδόν γοτθικός, το ψυχολογικό σασπένς κορυφώνεται φράση τη φράση, ο μετεωρισμός του Αζίζ ανάμεσα στη δυσπιστία και την τρομερή βεβαιότητα επιτείνει το υπαρξιακό ρίγος: είναι η στιγμή που ο Αζίζ έρχεται σε επαφή με την ξενότητα της ετερότητας, κι αυτή η στιγμή σημαίνει, όπως είπα και στην αρχή, τον συγκλονισμό του εαυτού.

Κι όμως, πέρα από τις στιγμές της αδυναμίας, της παλινδρόμησης στην απελπισία ή στην επιβεβαίωση της μοναξιάς, η καθαρτήρια υπόσχεση που διατρέχει το βιβλίο είναι μία: μέσα στο ελάχιστο, μπορούμε σίγουρα να ξαναβρούμε το μείζον. Αυτήν τη θερμή, ανακουφιστική, περιρρέουσα υπόσχεση την ενισχύει, πρώτα απ' όλα, η λεπτότητα της παρατήρησης: σπάνια σύγχρονος συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει με τόση λιτότητα και ευαισθησία τις αποχρώσεις των αισθημάτων, ή να προσδώσει στις σκηνές του, που ζωντανεύουν σαν υποβλητικές τοπιογραφίες, τέτοια εικαστική δύναμη και κινηματογραφική ζωντάνια. Κι ακόμα πιο σπάνια ένας νέος πεζογράφος καταφέρνει να δημιουργήσει μια τόσο κρουστή γλώσσα, ένα ιδίωμα πλούσιο και ακριβές που κουβαλάει αβίαστα απόηχους της πεζογραφικής μας παράδοσης. Πολλοί κριτικοί σημείωσαν ότι ο Γιώργος Μητάς ξεκινάει τη διαδρομή του στην πεζογραφία με τους καλύτερους οιωνούς. Πιστεύω βαθιά ότι η συνέχεια θα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΛΙστορίες του Χαλ
Γιώργος Μητάς
Κίχλη
140 σελ.
Τιμή € 11,50

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr