Παναγιώτης Γούτας: «Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά» κριτική του Τάσου Καλούτσα

Παναγιώτης Γούτας: «Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά» κριτική του Τάσου Καλούτσα

Με το νέο του βιβλίο, ο Παναγιώτης Γούτας ξαναβρίσκει τον καλό του εαυτό, μιας και μας πείθει ότι διαθέτει αξιοπρόσεχτη στόφα διηγηματογράφου.

Στα δώδεκα πεζά της πρώτης ενότητας («Παθήσεις»), σκιαγραφούνται ήρωες που βιώνουν προσωπικά δράματα, αρρώστιες, προβλήματα μοναξιάς, χαραχτήρες κάποτε αντιφατικοί, που παλεύουν με τον εαυτό τους προκειμένου να οριοθετήσουν τη συμπεριφορά τους κ.λπ. Ο συγγραφέας προφανώς συμπάσχει μαζί τους, κι είναι φορές που υιοθετεί απέναντί τους μια στάση φιλάνθρωπη, κατανόησης και συμπόνιας, («Μόνο να σε δει», «Πάρε, γαμώτο», «Όσο γράφει η σημαία»). Το πεζό «Παλιά αρτίστα» αποπνέει μια τραγική αύρα παλιού, σβησμένου πια, καλλιτεχνικού μεγαλείου, με διάχυτη τη θλίψη για τη διαλυτική φθορά του χρόνου, που όλα τελικά (λαμπερή νεότητα, έρωτες) τα σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους. Το αφήγημα αποδίδει λεπτές ψυχικές αποχρώσεις της ηλικιωμένης πρωταγωνίστριας κι έχει ένα κομψό «φινίρισμα». Σ’ ένα άλλο, ο συγγραφέας επιχειρεί να μπει στο πετσί του ρόλου του εκπαιδευτικού (που του είναι και οικείος από πρώτο χέρι, λόγω επαγγέλματος): ο Γ. Δαλαμπίρας από τη μια επιθυμεί να είναι ένας «συλλέκτης εμπειριών» κι από την άλλη ένας μετρημένος «θεολόγος καθηγητής» (σ.79). Προσέρχεται σε ένα δελεαστικό ραντεβού με μια τολμηρή μαθήτρια που θαυμάζει τις «μοντέρνες ιδέες του» και του εξομολογείται τον έρωτά της, αλλά αυτός τελικά δεν ενδίδει. Νιώθει πως βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση και ότι αυτό είναι το «ακριβό αντίτιμο». Η ηθική αντίδρασή του τον καταβάλλει – «εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωήν του» («Ακριβοπληρωμένη αξιοπρέπεια»). Αν, τέλος, πρέπει να μιλήσει για ένα περιστατικό (που έτυχε όντως να συμβεί στην πραγματικότητα σε γνωστό και αγαπημένο ποιητή της πόλης μας), ο συγγραφέας το συμπλέκει με την παράλληλη ιστορία τού επίσης αγαπημένου παππού του ήρωά του. Η επιμονή του σε κάποιες λεπτομέρειες χρωματίζει συναισθηματικά την αφήγηση και φανερώνει την παρατηρητικότητά του («Η ποίηση στην εντατική»).

Στη δεύτερη ενότητα (13 πεζά), η θεματογραφία είναι κυρίως ερωτική. Το έντονο συναίσθημα της έλξης των αρρένων ηρώων (μιας, κατά βάση, ανδρικής περσόνας, με μουσική υποδομή, που επιμερίζεται στις διηγήσεις) προς το άλλο φύλο συνδυάζεται ή και κλιμακώνεται με το στοιχείο της μουσικής, κατά προτίμηση της τζαζ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το διήγημα «Αϊσέ». Εδώ το θλιμμένο τζαζ κομμάτι του Art Lande παραλληλίζεται με το ανολοκλήρωτο ερωτικό συναίσθημα προς την όμορφη μουσουλμάνα ηρωίδα. Η μισή μουσική επιμένει βασανιστικά να καταδιώκει τον ήρωα, ενώ η μορφή της κοπέλας έχει χαθεί στο μεταξύ μέσα στον χρόνο. Θα επανασυναρμολογηθεί το μουσικό θέμα όταν, υπό διαφορετικές συνθήκες, θα βρεθούν κάποια στιγμή ερωτικά. Μετά το σεξ, ωστόσο, θα χαθεί κι η μουσική.

Η μουσική, λοιπόν, διεγείρει ερεθιστικά τις αισθήσεις, τα μουσικά όργανα –δηλωτικά του ερωτικού πάθους– με τις ρυθμικές τους εναλλαγές συμμετέχουν σε ένα ιδιόμορφο «ερωτοτρόπημα»: «Η θηλυκή βιόλα υποθάλπει, χαϊδεύει τρυφερά το αρρενωπό σαξόφωνο, επαναλαμβάνοντας τη μελωδία που, προ ολίγου, εκείνο έπαιξε. Η συναίρεση, η συνουσία δύο μουσικών οργάνων – μια ηχητική πανδαισία» (σ.128). Έχει τη δύναμη να παρακινήσει τον ήρωα να φανταστεί την όμορφη (με μουσικές σπουδές) Ρωσίδα πρόσφυγα που έρχεται στο σπίτι τους για το σιδέρωμα των ρούχων να «παίζει με τη βιόλα της μια μεθυστική μελωδία. Τη μελωδία της ίδιας της ζωής της» που τον συνεπαίρνει... (σ.129). Θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως προκάλυμμα μιας παράνομης σχέσης: «...τα έκρυβε όλα περίφημα» («Epistrophy», σ.168). Κατοικεί αδιαλείπτως στο μυαλό αλλά και στην καρδιά της ιδιότυπης περσόνας που επινόησε ο Παναγιώτης Γούτας και μπορεί να εμφανιστεί παντού, ακόμη και στη διάρκεια μιας βιβλιοπαρουσίασης, με αφορμή το ευαίσθητο τρίξιμο ενός τοίχου. Καθώς ένα δροσερό ρυάκι θ’ αναβλύσει από εκείνο το σημείο, αυτός θα θυμηθεί έναν Νορβηγό σαξοφωνίστα και οι μελωδικές νότες θα τον παρασύρουν σαν «ορμητικά νερά...» («Το ρυάκι»). Συμπερασματικά, με την επενέργεια κυρίως της μουσικής (αλλά και με τις ταινίες, τους πίνακες, τα βιβλία), το ερωτικό συναίσθημα ενδυναμώνεται, η ομορφιά των γυναικών σχεδόν εξιδανικεύεται και η φαντασία των ανδρών μπορεί «να ταξιδεύει μαζί τους στα ουράνια». Ωστόσο, πρόκειται για λεπτή ισορροπία, αφού όλα μπορεί να τα γκρεμίσει μια «φτηνή» κίνηση από την άλλη μεριά, μια ασήμαντη «πράξη» που αποκτά μεγεθυσμένες διαστάσεις και μπορεί να «χαλάσει τη μαγεία» («Τα μικρά πράγματα δείχνουν τον άνθρωπο»). Αντίστοιχη «συθέμελη κατεδάφιση» μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή του ήρωα η διάψευση μιας καλής αντίληψης που είχε σχηματίσει για κάποιον («Πωλητής δίσκων»).

Ο Παναγιώτης Γούτας συνηθίζει καμιά φορά ν’ απλώνει την έκταση των κειμένων του, γεγονός που παρατηρείται κυρίως στην 3η ενότητα του βιβλίου (5 πεζά), με αποτέλεσμα να χωράνε περισσότερα επεισόδια της καθημερινότητας στην αφήγηση. Ωστόσο, παρά την όποια χαλαρότητα που μπορεί να προκύπτει, δεν ξεφεύγει από τον στόχο του, καθώς το βασικό θέμα του φορτίζεται συνήθως με σχετικές, παράλληλες συνδηλώσεις, που δεν είναι περιττές. Το θέμα της βιολογικής φθοράς επανέρχεται, καθώς, προϊούσης της ηλικίας, αβγατίζουν και τα προβλήματα των ηρώων και δημιουργείται η αίσθηση ότι δοκιμάζεται η απαντοχή τους («Μποτάκια με ραφές»). Ταυτόχρονα, ο συγκρατημένος ερωτισμός κάποιων διηγημάτων της πρώτης ενότητας παραχωρεί τη θέση του σε μια θεματική τολμηρότητα που ξαφνιάζει («Πουέντ»). Στο «Ανεπαίσθητο ρήγμα» ο ήρωας θέλει μάλλον να εκφράσει το «κενό» της ψυχής του για τα πολιτικά τεκταινόμενα των τελευταίων χρόνων που οδήγησαν τη χώρα μας στη σημερινή της κατάντια και στην προοπτική ενός κόσμου «δίχως αύριο». Τέλος, «Ο Αρζεντίνας στα δύσκολα» φανερώνει την ευχέρεια του συγγραφέα να προσεγγίζει τη σύγχρονη ποδοσφαιρική επικαιρότητα (αλλά και την παλαιότερη, καθώς είναι ενήμερος και την παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι), τόσο απ’ τη μεριά του απλού φιλάθλου όσο και του παθιασμένου, με τρόπο που να προκαλεί συγκίνηση (βλ. και «Το ντέρμπι»).

Με το νέο του βιβλίο, ο Παναγιώτης Γούτας ξαναβρίσκει τον καλό του εαυτό, μιας και μας πείθει ότι διαθέτει αξιοπρόσεχτη στόφα διηγηματογράφου. Μάλιστα, αποδεικνύει ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη του εμφάνιση έχει καλλιεργήσει γόνιμα το είδος και βελτιώσει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό τις επιδόσεις του.

Τζαζ, παθήσεις και άλλα τινά
Παναγιώτης Γούτας
Κέδρος
272 σελ.
Τιμή € 13,50
001 patakis eshop

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Μαρία Ρασσιά: «Η απόλαυση της σκιάς»

Η Μαρία Ρασσιά με το ντεμπούτο της στη λογοτεχνική σκηνή της χώρας μας επέλεξε τα δύσκολα. Μέσα από τις εννέα ιστορίες που περιλαμβάνονται στο παρόν βιβλίο (δύο μεγαλύτερες σε έκταση κι επτά...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Λεωνίδας Προυσαλίδης: «Ο φίλος της Τρίτης»

Tο πρώτο μυθιστόρημα του Λεωνίδα Προυσαλίδη –στην καλαίσθητη και προσεγμένη παρουσίαση των εκδόσεων Σοκόλη– μας συστήνεται ως καθαρή πράξη γραφής, που προκρίνει την ανθρώπινη συνθήκη ως θυσιαστική...

ΚΡΙΤΙΚΕΣ > ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δημήτρης Νόλλας: «Ο κήπος στις φλόγες»

Στο τρίτο βιβλίο που ολοκληρώνει τη μυθιστορηματική τριλογία με τον τίτλο «Δύσκολοι καιροί» –που καλύπτει την περίοδο από τη λήξη του Εμφυλίου και την παρατεταμένη μετανάστευση Ελλήνων εργατών στη...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER